Νικόλαος Ρουδομέτωφ: Η Καβάλα είναι ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου!

Μια συνέντευξη από το 2005: Η ιστορία του «εντιμότατου κύριου ΙΛΑΚ» με δικά του λόγια - Πώς ο γόνος ενός Ρώσου «εμιγκρέ» και μιας βέρας Καβαλιώτισσας αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στον τόπο όπου μεγάλωσε

Από το βράδυ της Παρασκευής 27 Οκτωβρίου 2017 η Καβάλα είναι φτωχότερη γιατί έχασε έναν από τους τελευταίους γνήσιους «εραστές» της. Ο «εντιμότατος κύριος ΙΛΑΚ» δεν ζει πια ανάμεσά μας. «Έφυγε» σε ηλικία 84 ετών. Ο κύριος Νίκος ανήκει από χθες στην Ιστορία αυτής της πόλης που τόσο αγάπησε και στην οποία αφιέρωσε -τα τελευταία χρόνια ολοκληρωτικά- το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Ο Νικόλαος Ρουδομέτωφ γεννήθηκε το 1933 στην Καβάλα. Η μητέρα του ήταν Καβαλιώτισσα «πάππου προς πάππου». Ο πατέρας του γεννήθηκε το 1888 στην πόλη Μπαρναούλ της Σιβηρίας. Στην Ελλάδα ήρθε το ’22-’23, σχεδόν μαζί με τους άλλους πρόσφυγες, με μια ρωσική μονάδα στην οποία υπηρετούσε ως αξιωματικός. Λόγω των γνώσεών του –ήταν μηχανικός– η οικογένεια Ρουδομέτωφ έζησε αρκετά καλά και ξέγνοιαστα χρόνια. Όλα αυτά μέχρι τον Πόλεμο και την Κατοχή…

Η Απελευθέρωση τούς βρήκε ρημαγμένους και ο νεαρός Νικόλαος Ρουδομέτωφ αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για να στηρίξει την οικογένειά του. Μηχανικός και ο ίδιος, στα «καλά» χρόνια της δεκαετίας του 1960, κατάφερε να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια και να «σταθεί» καλά στα πόδια του μέσα από σκληρή δουλειά.

Μια συλλογή προπολεμικών σχολικών βιβλίων που αγόρασε στη Θεσσαλονίκη ήταν και το ξεκίνημα της συλλογής του. Από τότε, το «μικρόβιο» μπήκε για τα καλά μέσα του και άρχισε να αγοράζει ό,τι παλιό έβρισκε, περιορίζοντας σταδιακά το ενδιαφέρον του στα της πόλης που μεγάλωσε, της Καβάλας. Και κάπως έτσι «γεννήθηκε» το Ιστορικό & Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας (ΙΛΑΚ) το οποίο «έφτασε», πενήντα και πλέον χρόνια μετά, να αποτελεί ίσως την πολυτιμότερη συλλογή που υπάρχει για την Καβάλα και την ευρύτερη περιοχή με χιλιάδες «θησαυρούς» μέσα σε έναν χώρο 300τμ εκεί, στο τέρμα της οδού Ομονοίας, στα Ποταμούδια, όπου καθημερινά ο κύριος Νικόλαος Ρουδομέτωφ εργάζονταν με μεθοδικότητα αλλά και πάθος, με αγωνία για την επόμενη «ανακάλυψη»…

Τα τελευταία 15 χρόνια υπήρξαν κατά καιρούς συζητήσεις με τις εκάστοτε Δημοτικές Αρχές για τη στέγαση του τεράστιου αρχείου του ΙΛΑΚ σε έναν κατάλληλο χώρο, όμως ποτέ δεν ευοδόθηκαν. Μόλις δυο χρόνια πριν, ο Νικόλαος Ρουδομέτωφ είχε ανακοινώσει ότι το αρχείο «περνάει» στα χέρια του γιου του Δρ. Βίκτορα Ρουδομέτωφ, Καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης…


Τον Ιανουάριο του 2005, το ΠεριΩδικό της πόλης (μηνιαίο πολιτικό-πολιτιστικό περιοδικό πανελλαδικής κυκλοφορίας με έδρα την Καβάλα) είχε αφιερώσει ένα ολόκληρο τεύχος στον κ. Νικόλαο Ρουδομέτωφ. Μαζί με όλο το αδημοσίευτο υλικό που ο ίδιος είχε παραχωρήσει, μαζί με τα κείμενα ανθρώπων της πόλης για τον «κύριο ΙΛΑΚ», συμπεριλαμβάνονταν και μία «εκ βαθέων» συνέντευξή του στη Γεωργία Τριανταφυλλίδου και τον Ιωάννη Κ. Τσίγκα. Σε αυτήν τη συνέντευξη, ο «κύριος Ρουδομέτωφ» διηγείται την ιστορία της ζωής του, παράλληλα με την Ιστορία της Καβάλας.

Αξίζει να τη διαβάσετε.

Στο σπίτι μας υπήρχε μια πλουσιότατη βιβλιοθήκη. Όσο θυμάμαι, από μικρός, συνεχώς σκάλιζα τα βιβλία, τα περιοδικά και τις εφημερίδες που γέμιζαν το σπίτι…

Ι.Τ.: Ποια προέλευση είχε η οικογένεια του πατέρα σας;
Το επώνυμο Ρουδομέτωφ θα μπορούσε να είναι μετάφραση στη ρωσική του «Μεταλλίδη». Παρέμεινε όμως αμετάφραστο, όπως και άλλα, πχ το επώνυμο Αβέρωφ. Πήρε την ελληνική υπηκοότητα μαζί με τους υπόλοιπους μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ, η συντριπτική πλειοψηφία των φυγάδων από την Ρωσική επανάσταση παρέμειναν «εμιγκρέδες» δηλαδή ακαθορίστου υπηκοότητας μέχρι το θάνατό τους!

Ι.Τ. Πώς και διάλεξε την Καβάλα για να εγκατασταθεί ο πατέρας σας;
Δεν ήρθε κατευθείαν στην Καβάλα. Αρχικά αποβιβάστηκε στον Πειραιά μαζί με πολλούς άλλους ρώσους μηχανικούς, το ’22, οι οποίοι και ζήτησαν άσυλο από την ελληνική κυβέρνηση. Η Ελλάδα, τότε, είχε να αντιμετωπίσει το τεράστιο πρόβλημα της μαζικής έλευσης των Μικρασιατών και Θρακών προσφύγων και δεν μπορούσε να δεχτεί και άλλους. Παράλληλα όμως, η χώρα (η Ελλάδα) είχε μεγάλη ανάγκη από τεχνικούς και έτσι δέχθηκε και επέτρεψε την εγκατάσταση μόνον σε όσους ήταν μηχανικοί του πολυτεχνείου ή στρατιωτικών σχολών μηχανικού, ή ήταν τεχνικοί μηχανών εσωτερικής καύσεως – αυτές ήταν δύο ειδικότητες με μεγάλη ζήτηση και σπάνιζαν στην Ελλάδα. Έτσι, λοιπόν, από τον ρωσικό στόλο  που είχε καταπλεύσει στον Πειραιά, μεταφέροντας φυγάδες μετά την ήττα των τσαρικών δυνάμεων, όσοι είχαν αυτές τις επαγγελματικές ειδικότητες που αναφέραμε παραπάνω και επιθυμούσαν να μείνουν στην Ελλάδα, έμειναν. Οι υπόλοιποι έφυγαν για Ιταλία, Μασσαλία, μέχρι και Αμερική – σκορπίστηκαν σε όλο τον κόσμο. Αυτοί που έμειναν ήταν αρκετές χιλιάδες!

Το ελληνικό κράτος, όμως, φοβήθηκε μήπως κάποιοι δήλωναν ψευδώς ότι ήταν τεχνικοί και συνέστησε αμέσως μια επιτροπή από καθηγητές του Πολυτεχνείου, γνώστες της ρωσικής γλώσσας, η οποία και εξέτασε με γρήγορους ρυθμούς τους υποψήφιους για εγκατάσταση. Έτσι, ο πατέρας μου πέρασε από αυτές τις «εξετάσεις», και έμεινε στην Ελλάδα. Βέβαια, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών ήταν τόσο αγαθοί και κανείς τους δεν είχε πει ψέματα. Οπότε έμειναν όλοι. Αξίζει, όμως, να αναφέρω ένα περιστατικό: ο πατέρας μου ήταν αριθμομνήμων και εκπληκτικό μαθηματικό μυαλό. Όταν μπήκε μέσα για να εξεταστεί από κάποιον ρωσομαθή καθηγητή του Πολυτεχνείου, κι ενώ για τους περισσότερους εξεταζόμενους ήταν αρκετά δύο-τρία λεπτά συζήτησης για να μπορέσει ο καθηγητής να καταλάβει τι γίνεται, ο πατέρας μου παρέμεινε στην αίθουσα εξέτασης για ώρες, προκαλώντας την αγανάκτηση όσων περίμεναν τη σειρά τους! Κάποτε, αργά το μεσημέρι, βγήκε μαζί με τον καθηγητή που τον εξέταζε και πήγανε σε ένα εστιατόριο για να του κάνει το τραπέζι! Βλέπετε, όλη αυτή την ώρα, οι δυο τους έλυναν μαθηματικά προβλήματα! Προφανώς και αυτός είχε το ίδιο ενδιαφέρον για τα μαθηματικά. Στη συνέχεια, ο καθηγητής αυτός κράτησε τον πατέρα μου κοντά του και του ανέθεσε διάφορες σημαντικές μελέτες, όπως, για παράδειγμα, τις τοπογραφικές εργασίες του δικτύου υδρεύσεως Αθηνών. Μια πολύ μεγάλη δουλειά, την οποία ο πατέρας μου έφερε σε πέρας, σε χρόνο ρεκόρ! Στο αρχείο μας σώζεται και το σχετικό πιστοποιητικό.

Κάποια στιγμή, ο Δήμος Καβάλας, απευθύνθηκε σ’ αυτόν τον καθηγητή για να του υποδείξει κάποιον καλό μηχανικό, που θα μπορούσε να συντάξει το σχέδιο πόλεως. Βλέπετε, η Καβάλα είχε κάνει κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες στο παρελθόν και έψαχνε για κάποιον αξιόπιστο επιστήμονα. Ο καθηγητής, λοιπόν, έστειλε στην Καβάλα τον πατέρα μου στα μέσα του 1924. Στο τέλος του ίδιου χρόνου ο πατέρας μου συγκρότησε μια μεγάλη ομάδα από Ρώσους τεχνικούς, από αυτούς που είχαν φτάσει τότε μαζί του στην Πειραιά, δεδομένου ότι δεν ήξερε ελληνικά και ήταν δύσκολη η συνεννόηση με ελληνόφωνους βοηθούς και συνεργάτες. Όλοι αυτοί οι τεχνικοί, οι «εμιγκρέδες», εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα. Πολλοί απ’ αυτούς εργάστηκαν κάτω από τις οδηγίες του πατέρα μου στις τοπογραφικές αποτυπώσεις και στο τριγωνομετρικό δίκτυο του νέου σχεδίου πόλεως Καβάλας και διέγραψαν εδώ μια επαγγελματική πορεία αρκετών χρόνων. Οι περισσότεροι έμειναν οριστικά στην Καβάλα και σήμερα υπάρχουν παιδιά και εγγόνια τους που ζουν ακόμη στην πόλη! Μετά το πέρας του σχεδίου πόλεως της Καβάλας και την παραλαβή των πινακίδων (χαρτών) από τον Δήμο, ο πατέρας μου προσλήφθηκε στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου ως τοπογράφος. Ακόμα και σήμερα, ανακαλύπτω πολλά παλιά σχέδια με την υπογραφή: «Ο τοπογράφος του Δήμου Καβάλας, Βίκτωρ Ρουδομέτωφ». Λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο του 1940, ο πατέρας μου είχε αποχωρήσει από τον Δήμο και εργαζόταν ως εργολάβος Δημοσίων έργων μαζί με το Έλληνα μηχανικό Γ. Τιγκαράκη. Δικές του μελέτες και κατασκευές ήταν τα Δημοτικά σχολεία του Αγ. Ιωάννου, των Ποταμουδίων, της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Γεωργίου, καθώς και το Σανατόριο (τωρινό Νομαρχιακό Νοσοκομείο) και το Πουλίδειο Γηροκομείο. Κατασκεύασε επίσης το τότε δίκτυο υδρεύσεως της πόλης μας, μέρος του οποίου λειτουργεί μέχρι σήμερα, το σχέδιο πόλεως Δοξάτου Δράμας, το Σανατόριο του Γιούρετζικ στη Δράμα και πολλά ακόμη έργα σ’ όλη την περιφέρεια της Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης, για τα οποία διατηρώ στο Αρχείο και τα σχετικά επίσημα πιστοποιητικά κατασκευής.

Ο πατέρας μου ήταν, όταν πρωτοήλθε στην Καβάλα, ο μοναδικός μηχανικός που γνώριζε το οπλισμένο σκυρόδεμα και τους υπολογισμούς του, το μπετόν-αρμέ δηλαδή και για τον λόγο αυτό ήταν περιζήτητος. Η τότε νομοθεσία ήταν πολύ αυστηρή στη χρήση του μπετόν-αρμέ και επέβαλε την παρουσία του αρμόδιου νομομηχανικού σε κάθε νέα κατασκευή, πριν και κατά την ώρα της διάστρωσης, για τον σχετικό έλεγχο του οπλισμού, των ξυλοτύπων και των αδρανών. Έπρεπε, λοιπόν να έλθει από τη Δράμα ο νομομηχανικός, διότι μόνον αυτός είχε τις απαραίτητες γνώσεις για τον έλεγχο, για να ελέγξει  και να υπογράψει την έγκριση, για να ξεκινήσει η διάστρωση. Όλα αυτά επιβάρυναν το κόστος της κατασκευής και για τον λόγο αυτό οι οικοδομές πριν από το 1935, σπάνια είχαν οπλισμένο σκυρόδεμα.

Γ.Τ.: Η μητέρα σας προερχόταν από αστική οικογένεια της Καβάλας;
Η μητέρα μου δεν ήταν από πλούσια οικογένεια, αλλά ήταν άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Ενώ είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό, με υπερηφάνεια μου έλεγε πως υπήρξε μαθήτρια του Τζώρτζη Καρατζά! Εγώ, τότε, δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ήταν αυτός ο Καρατζάς και για ποιο λόγο η μητέρα μου αναφερόταν με θαυμασμό σε αυτόν. Έως ότου απέκτησα το αρχείο του Τζώρτζη Καρατζά και του έβγαλα το καπέλο! Σπάνια προσωπικότητα, γερμανομαθής, συγγραφέας πολλών βιβλίων που εκδόθηκαν στη Κωνσταντινούπολη, άριστος μουσικός, συλλογέας τοπικών τραγουδιών κλπ κλπ Δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της Αγίας Βαρβάρας, ο Καρατζάς είχε βάλει τη σφραγίδα του σε όσους πέρασαν από τις τάξεις του! Η μητέρα μου είχε μεγάλη κλίση στα γράμματα, αφού να φανταστείτε ότι διόρθωνε ορθογραφικά και συντακτικά λάθη στα κείμενα που έγραφα στο γυμνάσιο! Πριν από τον γάμο της εργάζονταν ως γραμματέας στο γραφείο του βουλευτή Τσονταρίδη και στο δικηγορικό γραφείο του γνωστού δικηγόρου Σαμαλέα. Ο πατέρας μου είχε σπάνια μόρφωση. Στο σπίτι μας υπήρχε μια πλουσιότατη βιβλιοθήκη. Όσο θυμάμαι, από μικρός, συνεχώς σκάλιζα τα βιβλία, τα περιοδικά και τις εφημερίδες που γέμιζαν το σπίτι.

Γ.Τ.: Τι βιβλία διάβαζε ο πατέρας σας, θυμάστε;
Κάθε είδους βιβλία. Αλλά η μεγάλη του αγάπη ήταν τα μαθηματικά. Διασκέδαζε με το να λύνει μαθηματικά προβλήματα, πράγμα αδιανόητο για τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, μέχρι και σήμερα! Μάλιστα, πολλές φορές, στις παρέες που ερχόντουσαν στο σπίτι – είχαμε πάντα ένα πολύ ανοιχτό σπίτι – συζητούσε για μαθηματικά θέματα και οι φίλοι του τον πείραζαν!

Ι.Τ.: Εσείς σε ποια γειτονιά της Καβάλας μεγαλώσατε;
Εγώ γεννήθηκα στην οδό Θεσσαλονίκης. Στο σπίτι του Πατρίκη, δίπλα στην παλιά Εμπορική Σχολή. Όταν ήμουν ακόμα βρέφος, ο πατέρας μου άλλαξε κατοικία και εγκατασταθήκαμε στο σπίτι του Ευρυσθένη Παπουτσόπουλου, στην οδό Αντιπάτρου, στην περιοχή του Αγίου Παύλου. Εκεί γνώρισα και τους πρώτους μου φίλους, πολλοί από τους οποίους ήταν αρμενικής καταγωγής σ’ εκείνη τη γειτονιά πολύ κοντά στην Αρμενική Εκκλησία. Στο σπίτι του Παπουτσόπουλου μείναμε μέχρι τα 1941, οπότε και μετακομίσαμε πίσω από το Εργατικό Κέντρο, στην οδό Αναγεννήσεως  αριθ. 8, όπου και έμεινα μέχρι που παντρεύτηκα και έφυγα στα 1963.

Ι.Τ.: Ο περίγυρός σας προέρχονταν από τη ρωσική κοινότητα της Καβάλας;
Όχι μόνο. Ο πατέρας μου είχε πάρα πολλούς Έλληνες φίλους. Είχαμε, βέβαια, στενούς δεσμούς με τις ρώσικες οικογένειες που είχαν δημιουργηθεί στην Καβάλα από τους γάμους των Ρώσων προσφύγων που είχαν έλθει μαζί με τον πατέρα μου, με ρωσίδες επίσης πρόσφυγες, αλλά και με κοπέλες από την Καβάλα. Θυμάμαι τους Κότρωφ, τους Σελιβάνωφ, τους Δημητρίεφ, τους Γιούσενκωφ, τους Γβαδζάμπια, τους Καρέλιν, τους θείους και τα ξαδέλφια μου τους Βογέϊκωφ, τους Μπολότιν, τους Ίεβλεφ, τους Μπουρλάϊ, τους Λομάγιν, τους Στολιαρένκο, τους Τολκατσώφ τους Ριπτσάκ και πολλούς άλλους. Αυτόν τον καιρό μαζεύω από φίλους, από γνωστούς και αγνώστους, πληροφορίες για το ρωσικό στοιχείο της Καβάλας και έχω βρει πολλά και σημαντικά πράγματα. Αξίζει πραγματικά τον κόπο η έρευνα, διότι οι άνθρωποι αυτοί προσέφεραν πάρα πολλά στην πόλη. Για παράδειγμα, στο δημοτικό ηλεκτρικό εργοστάσιο είχαν τεράστια συμμετοχή, στην κατασκευή του λιμανιού επίσης, στη λειτουργία των πρώτων κινηματογράφων της πόλης και σε πάρα πολλές τεχνικές εργασίες, αφού δεν υπήρχαν ειδικευμένοι Έλληνες τεχνικοί.

Ι.Τ.: Αλήθεια, πόσο διακριτές ήταν, στην Καβάλα της εποχής, οι «μειονότητες»;
Καθόλου διακριτές με τη σημερινή έννοια. Τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά από ότι είναι σήμερα. Η πολυπληθέστερη, ας την πούμε θρησκευτική μειονότητα, ήταν η εβραϊκή. Μιλάμε για χιλιάδες ανθρώπων, κυριολεκτικά γηγενών, αφού ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη μας αιώνες. Οι αρμενικής καταγωγής ήταν σαφώς λιγότεροι. Οι Εβραίοι ήταν ανοιχτοί, είχαν πολύ στενούς κοινωνικούς δεσμούς με τους Έλληνες και δεν διέφεραν από μας, παρά μόνον στο θρήσκευμα.

Ι.Τ. Υπήρχαν τριβές μεταξύ των μειονοτήτων αυτών;
Νομίζω ότι δεν υπήρχε απολύτως καμία τριβή. Μάλιστα, κυκλοφορούσαν και ιδιαίτερα σκωπτικά ανέκδοτα, όπως για παράδειγμα ένα αθλητικό που θυμάμαι τώρα. Βλέπετε, στην Καβάλα, τότε, υπήρχε εβραϊκή ποδοσφαιρική ομάδα, το όνομα της οποίας, δυστυχώς, δεν έχω διασώσει. Συναντιούνται, λοιπόν, δυο Εβραίοι, μια Δευτέρα πρωί, μετά τους κυριακάτικους αγώνες και ο ένας, ο οποίος έλειπε και δεν είχε μάθει το αποτέλεσμα του αγώνα της προηγούμενης, ρωτάει τον άλλον:
– Τι έγινε, πως πήγε ο αγώνας ;
– Άσε, μην τα συζητάς! Κατεβαίνει ο Ααρών, προσπερνάει δυο-τρεις, κάνει ντρίπλα, σουτάρει με δύναμη… άουτ όμως! Δεν πειράζει. Μετά όμως ο Νταβίκος παίρνει τη μπάλα, τρέχει από δεξιά, τρέχει αριστερά, σουτάρει… πάλι άουτ!
– Τι ατυχία είναι αυτή!
– Άσε, να μην στα πολυλέω, 12-0 φάγαμε, αλλά παίξαμε εκπληκτικό ποδόσφαιρο! (γέλια)

Βλέπετε, οι διαφορές που υπήρχαν ήταν σε τέτοιο επίπεδο, τίποτα παραπάνω. Βέβαια, η εβραϊκή κοινότητα της Καβάλας περιλάμβανε πολλούς εργάτες στους κόλπους της. Δεν ήταν, δηλαδή, οι πλούσιοι Εβραίοι που, κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να προκαλούσαν με τα πλούτη και τη συμπεριφορά τους. Ήταν άνθρωποι αγαθοί, καθημερινοί, εργατικοί. Επιπλέον, ήξεραν πολύ καλά ελληνικά και αν δεν ήξερες ότι κάποιος ήταν Εβραίος, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αναγνωρίσεις. Μεταξύ τους βέβαια μιλούσαν την μητρική τους ισπανική διάλεκτο, την Σεφαραδί. Οι Αρμεναίοι ήταν μια πολύ δεμένη μειονότητα και μεταξύ τους μιλούσαν αρμένικα. Μπορούσες να τους καταλάβεις κάπως πιο εύκολα. Πάντως, οι άνθρωποι δεν είχαν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους, και θα σας πω ένα περιστατικό που δεν είναι γνωστό και που αξίζει να αναφερθεί:

Όταν μπήκαν οι Βούλγαροι στην Καβάλα, το 1941, ακολουθώντας τους Γερμανούς, άρχισαν σιγά-σιγά και μεθοδικά να εγκαθίστανται σε διάφορες θέσεις-κλειδιά, να επανδρώνουν τις υπηρεσίες με δικούς τους ανθρώπους κτλ. Στο πλαίσιο αυτό, προσπάθησαν να προσεταιριστούν κάποιους ντόπιους για να μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους ευκολότερα. Σύμφωνα με στοιχεία που βρήκα πριν μερικά χρόνια, οι Βούλγαροι πλησίασαν τον τότε Ραβίνο της Καβάλας και με, ούτε λίγο ούτε πολύ, αντάλλαγμα την ευμενή μεταχείριση του εβραϊκού στοιχείου της πόλης, του ζήτησαν την παροχή πληροφοριών προς τις Βουλγαρικές αρχές. Αυτό που ζητούσαν ήταν απλοί κατάλογοι με ονόματα Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων, στρατιωτικών, πνευματικών ανθρώπων κτλ., Ο προφανής στόχος τους ήταν η αξιολόγηση και χρησιμοποίηση αυτών των στοιχείων πιθανότατα για διώξεις και συλλήψεις, ώστε να προληφθεί κάθε πιθανή αντίσταση των κατοίκων στα σχέδια εκβουλγαρισμού της περιοχής. Ο Ραβίνος τούς απάντησε ότι θα μεταφέρει το αίτημά τους στη Συναγωγή και θα τους απαντήσει σύντομα. Η θέση του ήταν απελπιστικά δύσκολη. Κωλυσιεργούσε, λοιπόν, εσκεμμένα, μη θέλοντας να τους απαντήσει και πρόβαλλε συνεχώς διάφορες δικαιολογίες. Κάποια στιγμή όμως, τον στριμώξανε οι Βούλγαροι και αναγκάστηκε να τους απαντήσει ευθέως με τις εξής φράσεις: «Εμείς εδώ συμβιώνουμε αρμονικά εκατοντάδες χρόνια και δεν μπορούμε να προδώσουμε αυτούς τους ανθρώπους, είμαστε κι’ εμείς Έλληνες». Έτσι, ο Ραβίνος αυτός, αφού κακοποιήθηκε άσχημα, στάλθηκε εξορία στη Βουλγαρία από όπου δεν γύρισε ποτέ!

Ι.Τ.: Υπήρχαν κοινωνικοί ή επαγγελματικοί τομείς στους οποίους να δραστηριοποιούνταν περισσότερο μια μειονότητα από μια άλλη; Και  σε ποια συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες;
Βεβαίως. Οι Έλληνες κάλυπταν αρμονικά όλα τα επαγγέλματα και ήταν η οικονομικά κυρίαρχη τάξη. Οι Εβραίοι ήταν πιο δραστήριοι στο εμπόριο. Μάλιστα, στην οδό Ομονοίας, τον κεντρικό εμπορικό δρόμο της Καβάλας, υπήρχαν πολλές εβραϊκές επιχειρήσεις. Θυμάμαι αρκετά εβραϊκά καταστήματα που ασχολούνταν με τα υφάσματα και το ένδυμα, αλλά και πολλές άλλες εμπορικές δραστηριότητες. Οι Εβραίοι δεν ασχολούνταν καθόλου με τη γεωργία. Δηλαδή, Εβραίο αγρότη στην Καβάλα πολύ σπάνια μπορούσες να βρεις. Μπορούσες όμως να βρεις πολλούς Εβραίους καπνεργάτες, διότι σ’ αυτό το επάγγελμα εργάζονταν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των Εβραίων της πόλης. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος της ύπαρξης πολλών Καβαλιωτών Εβραίων αριστερών φρονημάτων.

Ι.Τ.: Πώς ήταν η ζωή στην προκατοχική Καβάλα;
Η Καβάλα είχε μια πολύ έντονη κοινωνική ζωή πριν από την Κατοχή 1941-44. Ήταν το σπουδαιότερο πολιτιστικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Να φανταστείτε ότι στις αρχές του 20ου αιώνα, η Καβάλα είχε όσους κινηματογράφους είχε και η Θεσσαλονίκη! Ακόμα, η κίνηση του λιμανιού της Καβάλας ήταν μεγαλύτερη σε οικονομική αξία εμπορευμάτων από αυτή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης! Ήταν μια πόλη σημαντική για την οικονομία της Ελλάδας, γι’ αυτό και την εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι, οι οποίοι γνώριζαν καλά όλα αυτά τα στατιστικά στοιχεία. Ήταν μια πόλη με ιδιαίτερα έντονη νυχτερινή ζωή και κάθε είδους πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι μεγαλύτεροι θίασοι των Αθηνών θεωρούσαν την Καβάλα ως μια από τις καλύτερες θεατρικές πιάτσες της Ελλάδας και έρχονταν πολύ συχνά εδώ. Δεν περνούσαν δεκαπέντε μέρες δίχως να εμφανιστεί κάποιος μεγάλος θίασος στην πόλη. Υπήρχε, επίσης, μια πλειάδα πολιτιστικών συλλόγων με πολύ αξιόλογο έργο, αλλά και ιδιαίτερα δραστήριοι πνευματικοί άνθρωποι. Ένα παράδειγμα, ο Γιάννης Πριμικίδης, ο δημοσιογράφος που οι παλαιότεροι πολύ καλά γνωρίζαμε. Δεν είναι καθόλου γνωστό ότι ήταν και θαυμάσιος θεατρικός συγγραφέας. Καταφέραμε να σώσουμε, δυστυχώς, μόνο τρία από τα πολλά θεατρικά έργα που είχε γράψει και ήταν τα μοναδικά που είχε αφιερώσει και χαρίσει στην αγαπημένη του σύζυγο Μαρίκα, η οποία και μας τα προσέφερε προς έκδοση πριν από τον θάνατό της. Δεν είναι γνωστό επίσης ότι, αρκετά δικά του θεατρικά έργα ανέβηκαν στην Καβάλα στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και για τα οποία βρήκαμε πληροφορίες στις εφημερίδες της εποχής.

Ι.Τ.: Είχατε από μικρός κάποια ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα;
Επειδή ο πατέρας μου είχε τη συνήθεια –την οποία κληρονόμησα κι εγώ– να αγοράζει πολλές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία, έμαθα να διαβάζω πριν καν πάω σχολείο! Ξεφύλλιζα τις εφημερίδες του σπιτιού και σιγά-σιγά έμαθα, δεν ξέρω κι εγώ πως, να διαβάζω! Κι ο πατέρας μου υπερηφανευότανε πολύ γι’ αυτό. Ερχόταν, λοιπόν, στο σπίτι οι φίλοι του, κι’ εκείνος μου έδινε μια εφημερίδα για να διαβάσω τους μεγάλους τίτλους. Όλοι απορούσαν πως μπορούσα και διάβαζα χωρίς να έχω πάει ακόμη σχολείο. Περιττό να πω ότι ο πατέρας μου φούσκωνε από ευχαρίστηση κι εγώ χαιρόμουν που τον ευχαριστούσα !

Ι.Τ.: Τελειώσατε το σχολείο στην Καβάλα, και μετά;
Τελείωσα το γυμνάσιο αρρένων στην Καβάλα και από εκεί, το ’52 έδωσα εξετάσεις για το Πολυτεχνείο. Απέτυχα όμως γιατί πήρα 4,5 στην έκθεση. Εάν μου έβαζε ο Δούλτσος έστω και 5 που ήταν η βάση, θα ήμουν τρίτος επιτυχών, μια και είχα γράψει 8 και 9 στα μαθηματικά και στα άλλα μαθήματα. Έγινε όμως το εξής: πέρασε αυτός από όλες τις αίθουσες που γράφαμε, τότε, και είπε ότι «όποιος γράψει παραπάνω από μία σελίδα, θα τον κόψω!» – προφανώς επειδή βαριότανε να διορθώνει! Εγώ, που καθόμουν στις τελευταίες σειρές, δεν το άκουσα. Το θέμα της έκθεσης ήταν, θυμάμαι, «Η σημασία του ύδατος στη ζωή του ανθρώπου». Οπότε εγώ πήρα φόρα και παρέδωσα οκτώ σελίδες, και πήρα 4,5, όπως είχε δηλώσει ο Δούλτσος. Έτσι, έφυγα και πήγα στη Γερμανία, στο Πολυτεχνείο του Ντάρμσταντ, σε ένα αγγλόφωνο τμήμα Αρχιτεκτονικής, αφ’ ενός γιατί δεν ήξερα Γερμανικά, ενώ γνώριζα αρκετά αγγλικά και αφ’ ετέρου διότι οι σπουδές διαρκούσαν μόνον 7 εξάμηνα. Εκεί, ταυτόχρονα με τις σπουδές μου, δούλεψα κοντά σε έναν Γερμανό εργολάβο δημοσίων έργων, ο οποίος ήταν παντρεμένος με μια ελληνίδα από την Ξάνθη, και ο οποίος μιλούσε θαυμάσια την ελληνική γλώσσα. Έτσι, μπορέσαμε να συνεννοηθούμε και να δουλέψω κοντά του καθώς είχα πολλές τεχνικές γνώσεις που τις είχα αποκτήσει βοηθώντας τον πατέρα μου όλα αυτά τα χρόνια στις διάφορες δουλειές του.

Ι.Τ.: Πότε γυρίσατε οριστικά;
Το 1957, στο μεσοδιάστημα ερχόμουν πολύ συχνά, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια εργαζόμουν στην Καβάλα, αλλά και στις γιορτές ή όταν ήταν απαραίτητη η παρουσία μου για οικογενειακούς λόγους. Όταν γύρισα οριστικά, η οικογένεια του πατέρα μου, ήταν τελείως κατεστραμμένη οικονομικά. Οι άνθρωποι δεν είχανε πόρους. Και αυτό που λέει ο λαός για όσους ξεπέφτουν οικονομικά, «μην κλαις τον φτωχό, κλάψε τον καλομαθημένο», είναι αλήθεια. Ο πατέρας μου ήταν ένας άρχοντας. Όχι μόνο καλλιεργημένος, αλλά και στην εν γένει συμπεριφορά του. Το σπίτι μας, πριν από τον πόλεμο του 1940, ήταν πάντα ανοιχτό για όλο τον κόσμο. Να φανταστείτε ότι, του Αγίου Νικολάου σχεδόν κάθε χρόνο, ο πατέρας μου μίσθωνε την αίθουσα της Μεγάλης Λέσχης και καλούσε, όχι μόνο τους φίλους, αλλά γνωστούς και αγνώστους, για να γιορτάσει τη γιορτή του γιου του. Ήταν, βέβαια, τα χρόνια που οι ελάχιστοι μηχανικοί που υπήρχαν, κέρδιζαν αρκετά χρήματα.

Ι.Τ.: Και πώς χάθηκαν όλ’ αυτά;
Μα, από τον πόλεμο! Όταν ήρθε ο πόλεμος, ο πατέρας μου είχε πολλές εργολαβίες σε εξέλιξη. Το ελληνικό δημόσιο του χρωστούσε μεγάλα ποσά, τα οποία όλα σβήστηκαν από το νόμο του Σβώλου και έτσι, η απελευθέρωση τούς βρήκε τελείως κατεστραμμένους οικονομικά. Μέχρι και τα κοσμήματα της μητέρας μου, και όλα τα τιμαλφή του σπιτιού μας, είχανε πουληθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να μπορέσουν οι γονείς μου να επιβιώσουν. Αμέσως μετά την απελευθέρωση ο πατέρας μου βρήκε θέση στην 737 Διεύθυνση Έργων Μηχανικού, αλλά μετά από λίγο είχε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο τον άφησε παράλυτο στο σπίτι, ανίκανο για δουλειά. Έτσι, αναγκάστηκα να εργαστώ από πολύ νέος για να στηρίξω οικονομικά την πατρική μου οικογένεια.

Γ.Τ.: Στην Καβάλα με τι ασχοληθήκατε;
Στην Καβάλα δούλεψα πολύ καλά. Βλέπετε, οι μηχανικοί στη δεκαετία του 1950 και του 1960 ήταν ελάχιστοι. Είχα εμπειρία σε κάθε είδους τεχνική εργασία, οπότε τα πρώτα χρόνια, με το Τεχνικό Γραφείο που είχα ανοίξει, έκανα σχεδόν τα πάντα : τοπογραφικές, μηχανολογικές εργασίες, μελέτες και άδειες οικοδομικές, κατασκευές, τα πάντα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ασχολήθηκα αποκλειστικά με τις οικοδομικές κατασκευές και με άλλες επιχειρήσεις.

Ξέρετε πώς είναι να περπατάς στο δρόμο, 10-15 χρονών παιδί, να μιλάς ελληνικά –τι άλλο θα μπορούσες να μιλάς, άλλωστε– και ξαφνικά να έρχεται ένας Βούλγαρος και να σε δέρνει ανελέητα επειδή μιλάς τη γλώσσα σου! Αυτά, εάν δεν τα ζήσεις, δεν μπορείς να τα καταλάβεις…

Ι.Τ.: Πού εντοπίζονται οι ρίζες αυτής της αγάπης σας για την πόλη;
Ούτε εγώ γνωρίζω την απάντηση. Ίσως να είναι η τραυματική εμπειρία της κατοχής, όταν η πλούσια βιβλιοθήκη του πατέρα μου λεηλατήθηκε και δεν έμεινε ούτε ένα βιβλίο! Τα πήραν όλα οι Βούλγαροι, μπροστά μας, εν ψυχρώ, και τα κατέστρεψαν. Δεν άφησαν ούτε ένα χαρτί με ελληνικά γράμματα! Έμπαιναν, θυμάμαι, σχεδόν κάθε βδομάδα στα σπίτια και έκαναν έρευνες. Προσπαθούσαν να «εκβουλγαρίσουν» τον τόπο με έναν τόσο βίαιο και αφόρητα πιεστικό τρόπο, που, αναγκαστικά επαναστατούσες. Πριν από τον πόλεμο του 1941-44, υπήρχαν πάρα πολλές καβαλιώτικες εκδόσεις, όχι μόνον εφημερίδων, αλλά και περιοδικών και βιβλίων. Όταν όλα αυτά χάθηκαν από την πόλη, χάθηκε και η ταυτότητα της πόλης, η αναντικατάστατη μικροϊστορία της, χάθηκε η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα χιλιάδες μικρά, ίσως, και ασήμαντα για τους ξένους, γεγονότα, αλλά ήταν όλ’ αυτά που χαρακτήριζαν και αποτελούσαν την εικόνα της πόλης. Είναι όλ’ αυτά που μας έδεναν με τον τόπο μας και συνεπώς για μας είχαν ανεκτίμητη αξία. Σ’ αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και μια εσωτερική έφεση για έρευνα και μια βαθιά αγάπη για την ιστορία και την μικροϊστορία του τόπου μας. Κάπου σε όσα προανέφερα πρέπει να υπάρχει η απάντηση στο ερώτημά σας.

Γ.Τ.: Βιβλιοπωλεία, υπήρχαν στη διάρκεια της κατοχής;
Τα βιβλιοπωλεία που υπήρχαν πουλούσαν έντυπα τυπωμένα μόνο στη βουλγαρική, τη γερμανική, την ιταλική ή τη γαλλική γλώσσα. Ελληνικά πουθενά! Να φανταστείτε, ακόμα και τις ταμπέλες των καταστημάτων, είχαν υποχρεώσει οι Βούλγαροι να γράφονται στη βουλγαρική γλώσσα! Αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει ένας νοτιότερος Έλληνας ή, ακόμα, ένας νεότερος σε ηλικία, πώς είναι να περπατάς στο δρόμο, 10-15 χρονών παιδί, να μιλάς ελληνικά –τι άλλο θα μπορούσες να μιλάς, άλλωστε– και ξαφνικά να έρχεται ένας Βούλγαρος και να σε δέρνει ανελέητα επειδή μιλάς τη γλώσσα σου! Αυτά, εάν δεν τα ζήσεις, δεν μπορείς να τα καταλάβεις.

Γ.Τ.: Πότε αρχίσατε να συλλέγετε αρχειακό υλικό;
Το πρώτο πράγμα που συνέλεξα, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ήταν μερικά προπολεμικά σχολικά βιβλία που τα βρήκα στη Θεσσαλονίκη. Σιγά-σιγά άρχισα να μαζεύω και ό,τι παλιό έντυπο μπορούσα να βρω, αλλά είχα ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο, καθώς εργαζόμουν πολύ εντατικά για να σταθώ οικονομικά. Δεν είχα ακόμη τη δυνατότητα να δαπανώ κάποια αξιόλογα ποσά  ώστε να μπορώ να αγοράζω ό,τι ήθελα και να εκμεταλλευτώ όλες τις ευκαιρίες που υπήρχαν τότε, γιατί υπήρχαν όντως πράγματα σημαντικά που σώζονταν. Και, σημειωτέον ότι στην Καβάλα δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα απ’ αυτά που μ’ ενδιέφεραν! Είχαν σωθεί όμως πολλά πράγματα στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις. Όμως οι πάρα πολλές επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν μου άφηναν περιθώριο για συχνά ταξίδια στη Θεσσαλονίκη.

Γ.Τ.: Πώς άρχισε να μαζεύται το υλικό; Ρωτώντας φίλους, γνωστούς, γείτονες;
Ρωτώντας, ψάχνοντας, σε σπίτια, αλλά και στα παλιατζίδικα που υπήρχαν τότε σ’ όλες τις πόλεις της Μακεδονίας. Μάλιστα, οι παλιατζήδες με είχαν μάθει και ερχόντουσαν στο γραφείο για να μου φέρουν διάφορα πράγματα. Έτσι ξεκίνησε σιγά-σιγά η συλλογή του υλικού.

Ι.Τ.: Με ποιο σκεπτικό ξεκινήσατε το αρχείο; Τι ήταν αυτό που επιδιώκατε;
Με ενδιέφερε να κάνω αυτό που αγαπούσα, χωρίς να έχω κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Ήξερα, βέβαια, ότι αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό το οποίο θα έπρεπε περισσότεροι άνθρωποι να το κάνουν για την πόλη, αλλά τότε δεν υπήρχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον, καθώς οι συμπολίτες μας είχαν άλλες επείγουσες, κυρίως βιοποριστικές, προτεραιότητες. Οποιοδήποτε, λοιπόν, παλιό έντυπο έβρισκα, ήταν για μένα ένα μεγάλο εύρημα και, κυριολεκτικά, το ρουφούσα!

Γ.Τ.: Ο κόσμος της Καβάλας σάς βοήθησε;
Στην αρχή βέβαια όχι. Πολύ πιθανό γιατί δεν ήταν ευρύτερα γνωστό το σημαντικό έργο που γίνονταν στο Αρχείο. Κάποιο ενδιαφέρον από τον κόσμο άρχισε να εκδηλώνεται μετά από τηλεοπτικές εκπομπές που έγιναν από τα τοπικά κανάλια με πρωτοβουλία του Γρηγόρη Χρηστίδη, αλλά και από την ΕΡΤ3. Υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που προσέφεραν, τότε, λίγα πράγματα. Πάντως, οφείλω να σας πω ότι τα αποκτήματα του ΙΛΑΚ προέρχονται κατά 98% από αγορές και μόνο κατά 2% από δωρεές!

Αυτή τη στιγμή το Αρχείο είναι δικτυωμένο με πάρα πολλές πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, ώστε όταν κυκλοφορεί προς πώληση κάτι το οποίο αφορά την Καβάλα, μου τηλεφωνούν αμέσως. Και πολλές φορές αγοράζω πράγματα, κυριολεκτικά «σαν γουρούνι στο σακί», χωρίς να ξέρω τι παίρνω. Χαίρομαι όμως, γιατί ελάχιστες φορές έπεσα έξω. Απλά, λυπάμαι που, κάποιες φορές, «χάθηκαν» λίγα σημαντικά πράγματα, είτε γιατί δεν είχα τα χρήματα τη δεδομένη στιγμή, είτε γιατί λειτουργούσαν κάποια άλλα «κανάλια» και προτιμήθηκαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι, στις περισσότερες περιπτώσεις, συλλέκτες. Αυτοί, ξέρετε, δημιουργούν πολλά προβλήματα. Αγοράζουν από αγάπη κάποια σημαντικά πράγματα, τα οποία όμως καταχωνιάζουν και δεν αφήνουν να τα δει το φως της ημέρας! Με τον τρόπο αυτό στερούν από τους ερευνητές και μελετητές της ιστορίας τη δυνατότητα προσέγγισης υλικού το οποίο θα έπρεπε να μελετηθεί, να αξιολογηθεί και να συμπληρώσει κενά γνώσεων.

Ήθελα να ανδρωθεί και να αποτελέσει ένα ίδρυμα το οποίο θα συνεχίσει την πορεία του και μετά από μένα και θα προσφέρει στην πόλη μας τους ιστορικούς θησαυρούς που συνέλεξε, με τη μορφή ενός σύγχρονου πρότυπου Αρχειομουσείου. Η προσπάθεια αυτή δεν έχει κάποιο σκοπό υστεροφημίας. Για τον λόγο αυτό επέλεξα τον τίτλο του ΙΛΑΚ, χωρίς καμία αναφορά στο όνομά μου…

Ι.Τ.: Το ΙΛΑΚ πότε αρχίζει να παίρνει μια περισσότερο επίσημη υπόσταση;
Το ΙΛΑΚ απέκτησε νομική υπόσταση, μόλις το 1996. Τότε προσπαθώντας να κάμω μια πρώτη καταγραφή του συγκεντρωθέντος αρχειακού υλικού συνειδητοποίησα τη σοβαρότητα και την αξία του και αποφάσισα να δώσω επίσημα νομική υπόσταση στην όλη προσπάθεια. Ήθελα να ανδρωθεί και να αποτελέσει ένα ίδρυμα το οποίο θα συνεχίσει την πορεία του και μετά από μένα και θα προσφέρει στην πόλη μας τους ιστορικούς θησαυρούς που συνέλεξε, με τη μορφή ενός σύγχρονου πρότυπου Αρχειομουσείου. Η προσπάθεια αυτή δεν έχει κάποιο σκοπό υστεροφημίας. Για τον λόγο αυτό επέλεξα τον τίτλο του ΙΛΑΚ, χωρίς καμία αναφορά στο όνομά μου. Η προσφορά αυτή οφείλεται στη μεγάλη αγάπη μου για την πόλη μας, γεγονός ανεξήγητο για αρκετούς που με πικραίνουν καθώς ψάχνουν να βρουν κάποια κρυφά οφέλη πίσω από τα γεγονότα. Απλά έτσι νιώθω και δεν χρειάζεται να δώσω εξηγήσεις σ’ όσους δεν καταλαβαίνουν.

Ι.Τ.: Τη μεγάλη αγάπη σας για την Καβάλα του παρελθόντος, την αναγνωρίζετε όταν περπατάτε σήμερα στους δρόμους της;
Η Καβάλα που γνώρισα εγώ, δεν υπάρχει σήμερα, παρά ελάχιστα μόνο κομμάτια της. Η Καβάλα άρχισε να αλλάζει με το χτίσιμο των πολυκατοικιών από την αρχή της δεκαετίας του 1960, και οι αλλαγές στην πόλη, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, είναι δραματικές. Μετά τον πόλεμο, που σ’ εμάς κράτησε μέχρι το 1949, ξεκίνησε η Ελλάδα την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων και χωριών, καθυστερημένη τουλάχιστον πέντε χρόνια από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Οι ανάγκες για κατοικία ήταν σ’ ολόκληρη τη χώρα τεράστιες και οι δυνατότητες των τότε κρατικών προϋπολογισμών, μηδαμινές. Στην προσπάθεια, λοιπόν, των τότε κυβερνήσεων να ανοικοδομήσουν τη χώρα ταχύτατα, επέλεξαν το πιο στρεβλό μοντέλο, παρόμοιο του οποίου δεν υπάρχει ούτε σε τριτοκοσμικές χώρες. Όλες οι πόλεις, της Ευρώπης και Αμερικής, όταν άρχισαν να δημιουργούνται νέες αυξημένες ανάγκες στέγασης, τι έκαναν; Δίπλα στην παλιά πόλη, έχτισαν μια καινούρια. Αυτό δεν έγινε πουθενά στην Ελλάδα, εν ονόματι των μεγάλων δαπανών για τις απαραίτητες υποδομές (δρόμοι, αποχετεύσεις, ύδρευση, φωτισμός, τηλέφωνα κλπ.) Εδώ ακολουθήθηκε το τελείως αντιεπιστημονικό μοντέλο «ανεβαίνουμε προς τα επάνω»! Και με βάση αυτό τον απλό συλλογισμό, καθορίστηκε το νομοθετικό πλαίσιο, δηλαδή ο Οικοδομικός Κανονισμός, ο οποίος έδινε το δικαίωμα ανοικοδόμησης πολυώροφων οικοδομών. Έτσι ο κάθε ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου, απέκτησε το δικαίωμα να χτίζει και μια πολυκατοικία. Το νομοθετικό πλαίσιο που επέτρεπε την αντιπαροχή, σε συνδυασμό με τον Οικοδομικό Κανονισμό, δημιούργησε τις συνθήκες που έφεραν την Ελλάδα στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση. Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι κανείς στην Ελλάδα δεν μπορούσε, στο τέλος του πολέμου, να προβλέψει την τεράστια αύξηση του αριθμού των αυτοκινήτων στις αμέσως επόμενες δεκαετίες. Αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες των σημερινών κυκλοφοριακών προβλημάτων της πόλης μας και ολόκληρης της Ελλάδας.

Όλα τα παραπάνω συνετέλεσαν στην καταστροφή πολλών θαυμάσιων νεοκλασικών κτηρίων της πόλης μας, και όχι μόνον, αφού οι ιδιοκτήτες τους έσπευσαν να τα γκρεμίσουν για να κτιστούν στη θέση τους διαμερίσματα που θα τους έφερναν σημαντικά εισοδήματα. Ελάχιστα έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα, χάρις στην, έστω καθυστερημένη, νομοθετική ρύθμιση του χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέα. Είναι αυτονόητο ότι πρέπει όσα απέμειναν να διασωθούν πάση θυσία. Για τον λόγο αυτό συνεχίζουμε τον αγώνα για τη διάσωση του αριστουργηματικού κτηρίου στην οδό Βενιζέλου, δίπλα στο Δημοτικό Ωδείο. Ελπίζω να καταλήξουν θετικά οι διαπραγματεύσεις του κυρίου Δήμαρχου με τον ιδιοκτήτη του κτηρίου.

Ι.Τ.: Με το κράτος, σε όλες του τις μορφές, ποια είναι η σχέση σας;
Θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη. Μερικές εκδόσεις ιστορικών βιβλίων που έγιναν από το Αρχείο μας επιχορηγήθηκαν μερικώς από τη Νομαρχία, την υπερνομαρχία και την Περιφέρεια. Τους ευχαριστούμε θερμότατα. Χρειαζόμαστε όμως πολύ περισσότερη βοήθεια και συνεργασία για να λύσουμε τα μεγάλα προβλήματά μας, όπως η στέγαση του Αρχείου, η λειτουργία του ως Αρχειομουσείου, γεγονός πολύ σημαντικό για την πόλη μας, η ψηφιοποίησή των αρχειακών του θησαυρών για να σωθούν άπαξ δια παντός, η οικονομική στήριξη των εκδόσεων που ήδη έχουμε ετοιμάσει και οι οποίες είναι σημαντικότατες για την ιστορία της πόλης μας και αρκετά άλλα που ξεφεύγουν τελείως από τις δυνατότητές μας. Ελπίζουμε στο άμεσο μέλλον να λυθούν μερικά από τα άμεσα προβλήματα που προανέφερα.

Ι.Τ.: Ποιοι άνθρωποι σας βοηθάνε στο έργο σας;
Κατά καιρούς, μερικοί άνθρωποι μας έχουν βοηθήσει στο έργο μας. Αλλά, σε μόνιμη βάση συνεργάτες δεν έχουμε. Βοηθηθήκαμε πάρα πολύ, οφείλω να το πω αυτό, από το Πρόγραμμα STAGE του ΟΑΕΔ, τον πρώτο χρόνο που είχε εφαρμοσθεί στην πόλη μας, νομίζω το 2000-01. Τότε είχαμε προσλάβει 10 Καβαλιώτισσες επιστήμονες! Φιλολόγους, ιστορικούς, χειριστές υπολογιστών, βιβλιοθηκονόμο, μεταφραστές κλπ. και κάναμε πολύ καλή δουλειά. Καταγράψαμε τη βιβλιοθήκη μας, σχεδόν 30.000 τόμους βιβλίων και περιοδικών, μεταφράσαμε χιλιάδες σελίδες, γαλλικού κειμένου που αφορούσε την πρώτη βουλγαρική κατοχή 1916-1918 και άλλες πολύ σημαντικές εργασίες στην Αγγλική γλώσσα, που μας βοήθησαν στη μετέπειτα πορεία μας. Σήμερα, δυστυχώς, ο Νικόλαος και η Παναγιώτα Ρουδομέτωφ – η σύζυγός μου – είναι αυτοί που εργάζονται σε καθημερινή βάση για το ΙΛΑΚ. Η σύζυγός μου εργάζεται στο τμήμα της βιβλιοθήκης που στεγάζεται στο διαμέρισμά μας και αποδελτιώνει καθημερινά όλο τον Τύπο, Καβαλιώτικο και μη. Τις αποδελτιώσεις φωτοτυπεί και τις εντάσσει σε 40 θεματικές ενότητες, σε ειδικούς φακέλους. Ο υιός μας μετέχει επίσης στην όλη προσπάθεια, αλλά αυτόν τον καιρό είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου (Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών), στη Λευκωσία, και οι υπηρεσίες που προσφέρει στο Αρχείο είναι αναγκαστικά λιγότερες, λόγω των υποχρεώσεών του. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ, ότι στο Αρχείο Τύπου του Ιδρύματός μας, υπάρχουν και πολλές εφημερίδες από άλλα μέρη. Για παράδειγμα, είμαστε εδώ και αρκετά χρόνια, συνδρομητές της «Απογευματινής» της Κωνσταντινούπολης και παρακολουθούμε όλα τα θέματα της εκεί ομογένειας. Ο αγαπητός φίλος Αλέκος Φανφάνης από την Κομοτηνή μας στέλνει δωρεάν την θαυμάσια εφημερίδα του, τον «Χρόνο»,  είμαστε συνδρομητές στον δυναμικό δεκαπενθήμερο «Αντιφωνητή», επίσης, της Κομοτηνής, παίρνουμε την «Ομόνοια» της Βορείου Ηπείρου, τον «Πρωινό Λόγο» των Ιωαννίνων, τον δημοφιλέστατο «Λαό» της Βέροιας μας τον στέλνουν δωρεάν οι φίλοι εκδότες του, κ.α.

Ακόμη και το τελευταίο ασήμαντο χαρτάκι θα ζήσει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο από μας…

Ι.Τ.: Σε αυτά τα χρόνια που ασχολείστε με το Αρχείο, είστε ικανοποιημένος από τον τρόπο που κινηθήκατε;
Είμαι διαρκώς ανικανοποίητος. Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε αρκετά περισσότερα πράγματα αν είχαμε μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα.

Ι.Τ.: Τι είναι αυτό που θα θέλατε να κάνετε και δεν μπορέσατε μέχρι στιγμής;
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να ψηφιοποιήσουμε το Αρχείο μας. Τα υλικό είναι ευπαθέστατο (χαρτιά) και πολλές φορές φθηνής κατασκευής. Με την ψηφιοποίηση θα διασωθεί από την ταχύτατη φθορά που προκαλεί ο χρόνος, αλλά και από απρόβλεπτα τυχαία γεγονότα, όπως πυρκαγιά, πλημμύρα ή άλλα τυχαία γεγονότα, π.χ. μέχρι σήμερα δυο φορές κινδύνεψε από διαρροές νερού στους χώρους υγιεινής και αυτό μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολα μπορεί να προκληθεί μια μεγάλη καταστροφή. Εδώ και πολλά χρόνια έχουμε αποδεχθεί μια μεγάλη αλήθεια, ότι δηλαδή, είμαστε απλοί χρήστες και όχι ιδιοκτήτες του Αρχειακού υλικού που συλλέξαμε με τεράστιες οικονομικές θυσίες. Ακόμη και το τελευταίο ασήμαντο χαρτάκι θα ζήσει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο από μας. Η χρησιμότητά του αναδεικνύεται μόνον όταν αξιοποιείται από τους ερευνητές, τους φοιτητές, τους μαθητές προάγοντας τις γνώσεις και τις επιστήμες. Εμείς είμαστε απολύτως ικανοποιημένοι όταν εκπληρώνονται οι παραπάνω στόχοι και θα πρέπει να προσθέσουμε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό, ότι δηλαδή η ψηφιοποίηση θα δώσει τη δυνατότητα εύκολης πρόσβασης σε κάθε ενδιαφερόμενο, αλλά και την κατακόρυφη αύξηση των προσφορών του Αρχείου με την αποστολή αντιγράφων σε όλα τα πανεπιστήμια και τις μεγάλες βιβλιοθήκες της πατρίδας μας.

Ι.Τ.: Αυτήν τη στιγμή ποιος έχει πρόσβαση στο αρχείο σας;
Το Αρχείο είναι ανοιχτό σε όλους. Έχουμε πολύ συχνές επισκέψεις σχολικών  ομάδων με τη συνοδεία καθηγητών, για έρευνα. Έχούμε επίσης επισκέψεις φοιτητών, προπτυχιακών και μεταπτυχιακών και κάθε είδους ερευνητών. Συνεργαζόμαστε με αρκετά Ελληνικά Πανεπιστήμια. Έχουμε δεχθεί επισκέψεις και επιστολές συνεργασίας από ξένα Πανεπιστήμια, όπως π.χ. της Χαϊδελβέργης, για να αναφέρω ένα μεγάλο όνομα, τα οποία μας στέλνουν μεταπτυχιακούς φοιτητές, συνήθως Έλληνες, αλλά και ξένους των οποίων οι διατριβές είναι επί Ελληνικών θεμάτων. Όποιος λοιπόν επιθυμεί, έχει τη συνδρομή μας, αλλά δυστυχώς το Αρχείο δεν είναι ταξινομημένο σωστά, σύμφωνα με τους αρχειονομικούς κανόνες, διότι δεν έχουμε τη δυνατότητα πληρωμής των δαπανών που απαιτούνται. τα απαραίτητα μέσα. Ελπίζουμε ότι κατά την ψηφιοποίηση του Αρχείου, όταν μπορέσει να γίνει, θα συμπεριληφθεί και η αρχειονομική ταξινόμηση.

I.T.: Λαμβάνετε αισιόδοξα μηνύματα;
Όπως γνωρίζετε, τα τελευταία χρόνια η Καβάλα έχει υποβαθμιστεί, εν ονόματι της ανάπτυξης της Θράκης. Αυτή τη στιγμή η Καβάλα φθίνει συνεχώς και ο πληθυσμός μειώνεται! Αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε βαθύτατα να μας ανησυχήσει. Οι οικονομικοί επιτελείς των εκάστοτε κυβερνήσεων που μετρούν πόσα χρήματα υπάρχουν κατατεθειμένα στις τράπεζες της Καβάλας, θα έπρεπε να αντιληφθούν ότι τα λεφτά αυτά δεν ανήκουν στους πολλούς, αλλά στους λίγους και είναι ακινητοποιημένα ακριβώς διότι δεν βλέπουν καλές προοπτικές. Αυτό και μόνον επιβάλει να πάρουν όλα τα μέτρα που απαιτούνται για να αναστραφεί το κλίμα, Πιστεύω όμως ότι το μέλλον της Καβάλας θα είναι πολύ καλό, εάν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε αυτή την κρίση και αν φυλάξουμε αλώβητο το φυσικό περιβάλλον και τις ομορφιές του τόπου μας. Η πόλη αυτή βρίσκεται σε γεωγραφική θέση που δεν μπορεί να την υποκαταστήσει ούτε η Κομοτηνή, ούτε η Αλεξανδρούπολη, ούτε, βεβαίως, και η Ξάνθη. Οι κάθετοι άξονες, κάποια στιγμή, θα ολοκληρωθούν. Όταν γίνει ο σιδηρόδρομος και τελειώσει το νέο λιμάνι, η Καβάλα θα έχει μια θαυμάσια προοπτική. Σ’ αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και τον απαραίτητο (άμεσης προτεραιότητας) σχεδιασμό της Καβάλας των 300.000 κατοίκων από την Ν. Καρβάλη μέχρι τη Νέα Ηρακλίτσα, την Καβάλα που ξεκινάει την πορεία του 21ου αιώνα για να γίνει ένα σημαντικό εμπορικό και πνευματικό κέντρο των Βαλκανίων. Στον πνευματικό τομέα η πόλη μας ποτέ δεν ήταν καλύτερη. Κυριολεκτικά χιλιάδες είναι τα Καβαλιωτόπουλα που μετά από λαμπρές σπουδές είναι σήμερα επιστήμονες σε διάφορους κλάδους. Πολλοί από αυτούς τους νέους και τις νέες είναι διακεκριμένοι επιστήμονες στο εξωτερικό με αξιοθαύμαστη καριέρα. Έχουμε σημαντικότατο αριθμό πολιτιστικών συλλόγων, αρκετοί από τους οποίους έχουν να επιδείξουν θαυμάσιες δραστηριότητες. Για πρώτη φορά έχουμε τόσους αξιόλογους συγγραφείς, μερικοί από τους οποίους διαγράφουν λαμπρή πανελλήνια, αλλά και διεθνή πορεία (Βασιλικός, Χειμωνάς κλπ.). Σε λίγο θα έχουν διεθνή πορεία και αρκετοί από τους υπόλοιπους. Έχουμε θαυμάσιους εικαστικούς καλλιτέχνες των οποίων η πανελλήνια αναγνώριση προχωράει σταθερά. Έχουμε έξοχους θεατρικούς συγγραφείς. Έχουμε εκπληκτικούς υπηρέτες της φωτογραφικής τέχνης, πραγματικά αξιοθαύμαστους, μερικοί των οποίων έχουν ήδη σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Έχουμε ένα πολύτιμο θεατρικό δυναμικό και δεν αναφέρομαι μόνον στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., αλλά και στη άριστη Θεατρική Μηχανή, στις Δημοτικές θεατρικές πρωτοβουλίες, τις άξιες ιδιαίτερης μνείας σχολικές παραστάσεις και στον σημαντικό αριθμό ανθρώπων της πόλης μας που αποτελούν έξοχη μαγιά για πολύ σημαντικότερα πράγματα. Όλα αυτά είναι δείκτες μιας μεγάλης ανόδου του πολιτισμού της πόλης και  όχι μόνον, διότι  και η μέχρι πρότινος περιφέρεια, όπως η Ν. Καρβάλη, έχει να επιδείξει εκπληκτικές δραστηριότητες με το «Ακόντισμα» τη «Στέγη Πολιτισμού», το «Κέντρο Καπαδοκικών Μελετών», το διεθνές φεστιβάλ χορού και πολλά άλλα, χάρις στον εμπνευσμένο φίλο Καπλάνη Ιωσηφίδη και τους αξιέπαινους συνεργάτες του.

Γιατί, πέρα από τα μέτρα και τις επιχορηγήσεις που εξαγγέλλει η κάθε κυβέρνηση, ο κάθε επιχειρηματίας που θα πάει να επενδύσει σε κάποιο μέρος, πρέπει αυτό το μέρος να τηρεί κάποιες απαραίτητες προδιαγραφές εκ των ουκ άνευ: λιμάνι, σιδηρόδρομος, οδικοί άξονες. Ο Βόλος και η Λάρισα πώς αναπτύχθηκαν; Μα, φυσικά χάρη στο σιδηρόδρομο και στο λιμάνι (ο Βόλος).

Εάν όλα αυτά γίνουν, στην πόλη θα έρθουν πολλές επενδύσεις και μάλιστα αβίαστα. Και είναι αυτές οι επενδύσεις που γίνονται αβίαστα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία. Όχι αυτές που γίνονται χάρη σε μια ευκαιριακή εκμετάλλευση κάποιας επιχορήγησης. Αυτές είναι στο πλαίσιο «τρέχει η βρύση; Πίνουμε νερό, δεν τρέχει; Την κλείνουμε και φεύγουμε!» Και στη Θράκη ακόμη, η ανάπτυξη είναι αμφιλεγόμενη. Κάποια στιγμή που θα σταματήσει να ρέει το χρήμα, να δούμε πόσες επιχειρήσεις θα μείνουν εκεί. Εγώ, νομίζω, καμία! Και λυπάμαι πάρα πολύ γιατί στη Θράκη έχουν δημιουργηθεί πολύ ωραίες μονάδες.

Με την ερώτησή σας, όμως, μου δίνετε την ευκαιρία να τονίσω την ανάγκη να υπάρξει, έστω και καθυστερημένα, ένα αναπτυξιακό όραμα στους άρχοντες αυτής της πόλης, για μια Καβάλα του 21ου αιώνα, για μια Καβάλα των 300 χιλιάδων κατοίκων. Δεν πρέπει να παραμένουν απλοί διαχειριστές κρίσεων. Πρέπει να εμπνευστούν και να οδηγήσουν αυτή την πόλη σ’ ένα λαμπρό μέλλον. Να ξεχάσουν για λίγο την κούραση της τριβής με την καθημερινότητα, να ξαναγίνουν ρομαντικοί εραστές του τόπου μας, να τον αγαπήσουν βαθιά και να σκεφθούν ότι στο χέρι τους είναι να γίνουν ιστορικά πρόσωπα στην πόλη αυτή. Πριν χρόνια κατέθεσα επιστολές με προτάσεις για όλα τα παραπάνω, χωρίς ποτέ να διεκδικώ την πατρότητα. Όλες ισχύουν ακόμη. Εύχομαι να τους βοηθήσουν.

Η πόλη πνίγεται και το βλέπουμε καθημερινά! Είναι σαν ένα φυτό που το έχουν βάλει μέσα σε ένα αγγείο και έχει καταλάβει όλο το χώρο του και δεν μπορεί να αναπτυχθεί παραπάνω, ασφυκτιά…

Γ.Τ.: Ο κόσμος, όμως, ακόμη και σήμερα που έχουν μείνει ελάχιστα δείγματα της παλιάς Καβάλας, δεν δείχνει ενδιαφέρον για τη διάσωσή τους, παρά ενδιαφέρεται περισσότερο για την αντιπαροχή.
Δεν νομίζω ότι ισχύει αυτό, αντίθετα ο κόσμος ενδιαφέρεται πάρα πολύ για τη διάσωση των όμορφων παλιών κτηρίων της πόλης, απόδειξη ο τεράστιος αριθμός υπογραφών που συλλέξαμε σε ελάχιστο χρόνο για να διασωθεί το αριστουργηματικό κτήριο της οδού Βενιζέλου, δίπλα στο Ωδείο. Καταλαβαίνω, όμως, απόλυτα όλους αυτούς τους ανθρώπους που θέλουν να αξιοποιήσουν την όποια περιουσία έχουν και να «αξιοποιήσουν» τα παλιά διατηρητέα τους κτήρια. Καταλαβαίνω όλους αυτούς τους ανθρώπους που θέλουν να καλύψουν τις οικογενειακές τους ανάγκες, να στεγάσουν τα παιδιά τους, ή έστω να βελτιώσουν το εισόδημά τους.  Όμως ρωτώ: από τον απλό πολίτη περιμένουμε να διασώσει την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας; Είναι δικό του καθήκον τέτοια οικονομική θυσία προς όφελος του πολιτισμού της κάθε πόλης; Οι νόμοι δεν έχουν λύσει αυτό το τεράστιο πρόβλημα, ενώ είναι απλή η λύση του σαν το αβγό του Κολόμβου. Θα μπορούσαν τα ακίνητα αυτά, ακόμη και τα παλιά καπνομάγαζα, να ανταλλαγούν με οικόπεδα κρατικά, από πολεοδομήσεις νέων περιοχών κατ’ επέκταση του υφιστάμενου σχεδίου πόλεως. Τόσο απλό και τόσο ακατόρθωτο. Η λύση αυτή όχι μόνον δεν θα αδικούσε κανέναν ιδιοκτήτη, αλλά θα του επέτρεπε νόμιμα να αξιοποιήσει την περιουσία του χωρίς πλάγια μέσα και παραθυράκια αποχαρακτηρισμών. Δυστυχώς στην Ελλάδα τα απλά πράγματα είναι τα δυσκολότερα. Όλα αυτά υπάρχουν στις προτάσεις που προανέφερα ότι υπέβαλα πριν από χρόνια στους φορείς εξουσίας της πόλης, με την ελπίδα να γίνουν έγκαιρα κάποιες απαραίτητες κινήσεις που θα επιτρέψουν στην Καβάλα να πάρει την ανάσα της, να προχωρήσει. Η πόλη πνίγεται και το βλέπουμε καθημερινά! Είναι σαν ένα φυτό που το έχουν βάλει μέσα σε ένα αγγείο και έχει καταλάβει όλο το χώρο του και δεν μπορεί να αναπτυχθεί παραπάνω, ασφυκτιά. Κακά τα ψέματα όμως, τα μεγάλα Αθηναϊκά συμφέροντα είναι εκείνα που προσδιορίζουν την ανάπτυξη της κάθε επαρχίας. Κερδοσκοπούν επάνω στην Αττική γη, αγοράζοντας χιλιάδες στρέμματα αγροτικών εκτάσεων, τα οποία εντάσσουν σε κάποιο σχέδιο πόλεως, από τα πολλά, της Αττικής, κερδίζοντας ΜΥΘΩΔΗ ποσά. Όλα τα μεγάλα κεφάλαια της Ελλάδας παίζουν αυτό το παιχνίδι. Ακίνδυνο και σίγουρο. Φυσικό επακόλουθο είναι να προσπαθούν με κάθε τρόπο να μην υπάρξουν επεκτάσεις σχεδίων πόλεων στην επαρχία έτσι ώστε να αναπτυχθεί η γη η δική τους εκεί κάτω! Μετά απορούμε πως κάθε χρόνο εντάσσονται στα σχέδια πόλεως Αττικής εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, ενώ η πόλη μας προσπαθεί χρόνια τώρα, με νύχια και με δόντια να αποκτήσει ένα ελάχιστο κομματάκι επέκτασης, στο Περιγιάλι. Ώρες-ώρες η αγανάκτησή μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Ι.Τ.: Τι περιελάμβανε η πρότασή σας αυτή προς τις Αρχές της πόλης;
Τους πρότεινα τα ακόλουθα: Ολόκληρος ο χώρος από την Καρβάλη έως και την Ηρακλίτσα και με βάθος περίπου 1000 μέτρα να οριοθετηθεί σε μια οριζοντιογραφία (χάρτη) και, επάνω εκεί να μελετηθεί και να σχεδιαστεί η Νέα Καβάλα! Η Καβάλα των 300.000 κατοίκων, η νέα πόλη που πρέπει να αναπτύξουμε και της οποίας τον σχεδιασμό οφείλετε να ξεκινήσετε από τώρα! Και με σχετική άνεση χρόνου (ήδη έχουμε αργήσει πάρα πολύ), θα μπορέσουν οι ειδικοί επιστήμονες να μελετήσουν και να καθορίσουν τις νέες οικιστικές περιοχές, νέα εμπορικά κέντρα, νέα διοικητικά κέντρα, πλούσιοι χώροι πρασίνου, χώροι αναψυχής, χώροι πολιτισμού, χώροι άνετης και δωρεάν στάθμευσης κτλ. με λίγα λόγια μια Καβάλα – παράδεισο. Η τμηματική πολεοδομική ενεργοποίηση θα ξεκινούσε προτού υπάρξουν σημεία κορεσμού, για να μην σημειώνονται κερδοσκοπικά φαινόμενα. Επίσης, θα πρέπει να συσταθεί ένας οργανισμός, πιθανόν, με Δήμο και Νομαρχία που να διαχειριστεί αυτή την τράπεζα γης και να μπορεί να κάνει μέσα από αυτήν και ουσιαστική κοινωνική πολιτική. Να μπορεί να βοηθήσει και τους οικονομικά αδύνατους παρέχοντας κάποια οικόπεδα με την προϋπόθεση ότι αυτά θα χτιστούν και δεν θα μεταβιβασθούν. Να μην επιτρέπει κερδοσκοπικά σχέδια επιτήδειων οι οποίοι θα θελήσουν να αρπάξουν κομμάτια γης και να τα εκμεταλλευτούν αργότερα όταν θα ανέβουν οι τιμές. Αυτό το απλό σχέδιο, που με τόσο λίγα λόγια σας ανέπτυξα και μόνον αυτό, αλλάζει άρδην το τοπίο της Καβάλας από την άποψη της ανάπτυξης. Εάν γινόταν αυτό, την επόμενη μέρα, θα βλέπατε τα λιμνάζοντα, τεράστια ποσά των Καβαλιωτών που υπάρχουν στις τράπεζες, να επενδύονται! Γιατί τότε θα υπήρχε τρόπος αυτά να φέρουν κάποια κέρδη και το κεφάλαιο θα είχε λόγους να κινηθεί. Αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργούνταν πολλές νέες θέσεις εργασίας και θα λύναμε πολλά από τα προβλήματα αυτής της πόλης. Στις προτάσεις μου υπάρχουν αρκετά ακόμη σχέδια που θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη του τόπου. Εύχομαι σύντομα να καταλάβουν οι αρμόδιοι την αξία αυτών των προτάσεων. Για να μην νομίσει κανείς ότι αυτές είναι απραγματοποίητες, μπορώ να σας αναφέρω ότι, αν ξεκινήσουν δυναμικά σήμερα την εφαρμογή τους και υπάρχει η βούληση για βοήθεια από την κυβέρνηση, τότε τα πρώτα αποτελέσματα θα φανούν σε δυο-τρία μόλις χρόνια, δηλαδή πολύ πιο σύντομα από την κατασκευή και λειτουργία οποιασδήποτε αξιόλογης βιομηχανικής μονάδας.