Νίκος Σουλίδης: Από τη δικηγορία στη λογοτεχνία μια… νουβέλα δρόμος

Ο δικηγόρος από την Καβάλα, με αφορμή την παρουσίαση του μυθιστορήματος του Μιχάλη Σπέγγου με τίτλο «Ερωτευμένο Αίμα», προτείνει μια δική του «συνταγή του έρωτα» μέσα από μια πρωτότυπη κι ανέκδοτη νουβέλα

Με αφορμή την παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Μιχάλη Σπέγγου με τίτλο «Ερωτευμένο Αίμα» το οποίο παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις «Διόπτρα» και το βιβλιοπωλείο Μερτζιανίδη τη Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017 στον Τσαλαπετεινό bar n’ taste (διαβάστε το ρεπορτάζ εδώ), ο δικηγόρος από την Καβάλα Νίκος Σουλίδης αποφάσισε να… εκμεταλλευτεί τον ρόλο του προσκεκλημένου του συγγραφέως, επιλέγοντας έναν διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο για την παρουσίαση του βιβλίου.

Αντί της ανάγνωσης κειμένου από το βιβλίο του κ. Σπέγγου, ο κ. Σουλίδης επέλεξε να το χρησιμοποιήσει ως αφορμή για να γράψει τη δική του… «συνταγή του έρωτα», περνώντας, ταυτόχρονα, για πρώτη φορά την «πύλη» της λογοτεχνίας.

Κι όσον αφορά την εφαρμογή των κάθε… συνταγών στη ζωή, τα πράγματα είναι απλά, σύμφωνα με την ανέκδοτη νουβέλα του κ. Σουλίδη: «…γιατί η ζωή είναι σαν το μουσακά: Έχει πολλές στρώσεις, πολλά υλικά και μπαχάρια, σου ζητά να εξαντληθείς στην προετοιμασία και να λερώσεις όλα σου τα σκεύη και τους πάγκους, μα τελικά, αν δεν του βάλεις μελιτζάνα, θα σε χορτάσει, αλλά δε θα κάνει τη γλώσσα σου να τον ζητά για πάντα παρόλο που πικραίνεται…».

Απολαύστε παρακάτω την ανέκδοτη «συνταγή του έρωτα» που προτείνει ο Νίκος Σουλίδης.

«Όλα τα ‘χαμε, αυτό το μισομουχλιασμένο κουτί μας έλειπε. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες -ποιοι είναι αυτοί γαμώ το; Έτσι που τα ‘κανα, ούτε το σόι μου το ίδιο δε γνωρίζω-, παράσημα του παππού προφανώς, δε θυμάμαι τη γιαγιά να πολέμησε άλλον από τα χταπόδια που της φέρναμε ζωντανά τα καλοκαίρια ηττημένα στις δικές μας μάχες στα βράχια και ένας κλειστός φάκελος. Να τον πετάξω πριν τον ανοίξω ή να τον ανοίξω πριν τον πετάξω μπας κι έχει τίποτα λίρες μέσα να σώσουμε την κατάσταση κομματάκι; Τι γράφει εδώ; Αμάν ρε γιαγιά, αμάν τα γράμματά σου. Να τον ανοίξεις, όταν η πανσέληνος δεν έχει πρόσωπο, λέει; Τι εννοεί τώρα; Τι είναι αυτό;»

Όταν είσαι σαράντα πέντε και έχεις περάσει οκτώ χρόνια οικονομικής κρίσης, μία εικοσαετία γάμου, την ανατροφή τριών παιδιών, έχεις μέσα στο σπίτι σου μία γυναίκα που υποφέρει από αυτό που αποκαλείς το σύνδρομο της «Μαίρης Παναγιωταρά» και τρεις εφήβους, προφανώς και το τελευταίο που θέλεις να δεις είναι μια φάτσα στο φεγγάρι. Μη σου πω για το ίδιο το φεγγάρι. Τέλος πάντων, ένας δορυφόρος της γης είναι που δεν έχει καν δικό του φως να εκπέμψει.

Άντε να δούμε τι γράφει τέλος πάντων η γιαγιά:

«Καλό μου,

Η μαμά μου, ξέρεις, γεννήθηκε και μεγάλωσε πέρα από τη θάλασσα. Εκεί έζησε μέχρι τα τριάντα της. Εκεί γνώρισε τον μπαμπά μου, εκεί τον παντρεύτηκε, εκεί γέννησε το δίδυμο αδελφό μου κι εμένα. Από εκεί έφυγε με τα δυο της μωρά, τριών χρονών κι οι δύο, στην αγκαλιά και τον άντρα της στο πλευρό της. Εκεί είδε τον μπαμπά μου να μας πετάει και τους τρεις στην τελευταία βάρκα π’ ανέβαινε στο Τόκεϊ Μαρού κι εκείνος να μένει πίσω χαμογελώντας σαν τον ήλιο.

Η μαμά μου δεν ήταν όποια κι όποια. Ήξερε να διαβάζει και να γράφει χωρίς να έχει πάει ποτέ σχολείο. Πάλεψε με θεριά και τέρατα και μας μεγάλωσε τίμια και καθαρά, αλλά ποτέ, ποτέ δεν έβαλε στο σπίτι και τη ζωή μας άντρα. Σε όλες τις γειτόνισσες, σε όλες τις προξενήτρες, σ’ εμάς τους ίδιους, κάθε φορά που μεγαλώνοντας την ρωτούσαμε γιατί προτιμά τη μοναξιά από την συντροφιά, απαντούσε πάντα ότι της χαμογελά το φεγγάρι σε κάθε γιόμα και γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη κανέναν.

Θα ‘μουν τριάντα πέντε τότε. Τον παππού τον είχα γνωρίσει πριν είκοσι χρόνια. Τον είχα ερωτευτεί αμέσως. Πέντε χρόνια μετά παντρευτήκαμε. Χαρές, πανηγύρια, έρωτας. Δε χρειαζόμασταν φαγητό, δε χρειαζόμασταν νερό, δε μας ένοιαζε, αν είχε κρύο ή ζέστη. Ζούσαμε ο ένας από την ανάσα του άλλου. Χορταίναμε με χάδια και ξεδιψούσαμε με φιλιά. Μετά όμως ήρθαν τα παιδιά, οι δυσκολίες, πόλεμοι, αίμα, πείνα, φτώχεια, μεγάλη φτώχεια. Ήρθε και το χειρότερο απ’ όλα. Η καθημερινότητα, η ρουτίνα. Τα παράπονα. Οι ματαιωμένες προσδοκίες.

Είχαν πια τελειώσει οι πόλεμοι, ο κατήφορος σταμάτησε κι αρχίσαμε να παίρνουμε τα πάνω μας. Το χαμόγελο γύρισε, μαζί κι η αισιοδοξία. Ύπουλο πράγμα η αισιοδοξία, παιδί μου. Καθαρίζει το βλέμμα σου και τότε είναι που αρχίζει το μυαλό να βλέπει τα υπόλοιπα. Τότε αισθάνθηκα για πρώτη φορά ένα δάγκωμα στην ψυχή μου. Πού είχε πάει όλος εκείνος ο έρωτας; Ποιος ήταν τώρα ο άντρας που παντρεύτηκα και ποια ήμουν εγώ; Χαθήκαμε στ’ αλήθεια στην πορεία; Ήμασταν μαζί για τα παιδιά μας, για τη ζωή που χτίσαμε, για τα χρόνια που επενδύσαμε, για τη συνήθεια και το φόβο του σπασίματος της ρουτίνας. Ναι, αλλά κάτι άλλο;

Έψαξα σε βιβλία, ρώτησα ανθρώπους που σεβόμουν τη γνώμη τους, ανθρώπους μορφωμένους, άνοιξα συζητήσεις με φίλες μου. Πάντα και παντού καταλήγαμε σε λέξεις γεμάτες ζέστη, λέξεις στρογγυλές. Ασφάλεια, ηρεμία, λογική. Λέξεις που -κατά πώς τα λέγανε- ήταν δυνατότερες από άλλες ψυχρές μα κι αυτές στρογγυλές. Συνήθεια, ρουτίνα, μονοτονία.

Μέχρι που ένα απόγευμα, απόγευμα Μαγιάτικο, φωτεινό, ζεστό, ηλιόλουστο η εβδομηντάρα πια μαμά μου στο βασίλειό της, στην κουζίνα της που πάντα μοσχοβολούσε κανέλα, χωρίς να στρέψει καν το βλέμμα από τη μελιτζάνα που κρατούσε μου είπε -το θυμάμαι μέχρι σήμερα σαν να τ’ ακούω τώρα- ότι είμαι αχάριστη. Δεν της είχα μιλήσει ποτέ γι’ αυτά που βασάνιζαν το μυαλό μου, γι’ αυτό και δεν κατάλαβα στην αρχή τι εννοούσε. Όταν όμως την ρώτησα, μου απάντησε χωρίς περιστροφές ότι αναφέρεται στη ζωή μου. Τότε ξέσπασε όλο αυτό το κύμα που χρόνια φούντωνε μέσα μου. Άρχισα να κλαίω και να φωνάζω, να της φωνάζω. Άρχισα να την κατηγορώ ότι είναι η ίδια μου η μάνα και δεν μπορεί να με καταλάβει, ότι εκείνη την ενδιαφέρει μόνο τι θα πει ο κόσμος και ποιος θα ζει τα παιδιά κι εμένα. Όσο την έβλεπα ατάραχη να καθαρίζει τις μελιτζάνες της, τόσο φούντωνα. Μέχρι που το πρόσωπό μου κοκκίνισε, το μυαλό μου θόλωσε, κάθε έλεγχος χάθηκε και το στόμα μου πέταξε μια πέτρα απ’ αυτές που πριν καν φύγουν απ’ τα χείλη σου, εύχεσαι να μπορούσαν να γυρίσουν πίσω και να χτυπήσουν εσένα κατακούτελα. Της είπα ότι εκείνη δεν μπορούσε να καταλάβει τι μου συνέβαινε, επειδή παρέμεινε προσκολλημένη σε ένα φάντασμα σε όλη της τη ζωή και τα φαντάσματα δε χαράσσονται από το χρόνο.

Άφησε μερικά λεπτά να περάσουν χωρίς να κινείται, ούτε να με κοιτάζει. Όταν σήκωσε τα μάτια της στα δικά μου δεν είχαν θυμό, ούτε και θλίψη. Είχαν μία λάμψη παράξενη κι έτσι δεν είχα την επιλογή να την παρακούσω, όταν μου είπε να πάρω μολύβι και χαρτί και να γράψω. Η μαμά μου, βλέπεις, ήταν Σμυρνιά γνήσια. Έλεγε πως σπίτι χωρίς καμπινέ υπάρχει, σπίτι χωρίς κουζίνα όχι. Γι’ αυτό και όταν ήθελε να πει κάτι σημαντικό, το έλεγε με συνταγές. Το χαρτί το έχω ακόμη στα χέρια μου και τώρα γίνεται δικό σου:

Πολλούς άντρες μου προξένεψαν μετά τον πατέρα σου. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν καλοί και σίγουρα θα μας βοηθούσαν όλους μας να περάσουμε τα δύσκολα. Όμως κανείς τους δεν ήταν η μελιτζάνα μου.

Τη μελιτζάνα την καθαρίζεις «μία ναι, μία όχι». Αυτό το κάνεις γιατί η πικράδα της φλούδας δεν αντέχεται ολόκληρη, όμως χαϊδεύει τον ουρανίσκο, όταν μείνει τόση, όση χρειάζεται. Το κάνεις όμως και για να αυξήσεις την επιφάνεια που ‘ναι αφύλαχτη, γυμνή, γιατί σ’ αυτήν την επιφάνεια είναι που ρουφιέται η γλύκα της σάλτσας καλύτερα απ’ οπουδήποτε αλλού. Το κάνεις και γιατί, αν την ξεφλουδίσεις τελείως, στο μαγείρεμα θα χάσει το σχήμα της.

Μετά την κόβεις και την μουλιάζεις σε νερό που ‘χεις αρμυρίσει μ’ αλάτι χοντρό. Το νερό θα ξεπλύνει την αψάδα της πίκρας και τ’ αλάτι θα ρουφήξει το νερό από τις χαρακιές της. Άφησέ τες μία ώρα, βγάλ’ τες, ξέβγαλε, στύψε και στέγνωσε. Αν το κάνεις με προσοχή και πιο λίγο λάδι θα ρουφήξουν και η σάρκα θα σφίξει, για να την νοιώθεις να λιώνει στο στόμα σου.

Είχαμε ένα παιδί στη γειτονιά μας, όταν ήμουν μικρή, το Δημητρό. Ήταν αλαφρύς. Ό,τι δεν τολμούσαμε να κάνουμε οι υπόλοιποι, τον βάζαμε να το κάνει εκείνος. Δε θα ξεχάσω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου τα δικά του, όταν τον βάλαμε να δαγκώσει μελιτζάνα ακαθάριστη.

Ξέρεις, κόρη μου, τι είναι οι συνταγές μαγειρικής; Ο τρόπος που βρήκαμε οι γυναίκες να μαθαίνουμε μάνα σε κόρη πώς να επιβιώσει το είδος μας. Δες αυτήν τη μελιτζάνα. Αν μείνεις σ’ ένα χωράφι γεμάτο απ’ αυτές, θα πεθάνεις απ’ την πείνα, αν δεν ξέρεις πώς τρώγεται. Αν όμως ξέρεις, θα γίνεις βασιλιάς.

Πάρε μια χύτρα μεγάλη. Την πιο μεγάλη που έχεις στην κουζίνα σου. Ρίξε μέσα τρεις πρέζες εγωισμό, δυο Φόβο αυθεντικό, ίδιο  μ’ αυτόν του θανάτου, μιάμιση ανασφάλεια, πέντε πάθος, έξι αίσθηση του ανήκειν και καμία δεκαριά πόνο. Και στο τέλος, με μεγάλη προσοχή να ρίξεις το βασικότερο απ’ όλα τα συστατικά, την παραχώρηση στον Άλλο της δύναμης να σε τσαλακώσει με μία του κίνηση.

Ο έρωτας υποχωρεί για να έρθει η αγάπη. Συνήθως. Αλλά όχι πάντα. Η διαφορά της αγάπης από τον έρωτα είναι ότι περιορίζει την ανασφάλεια στη μία δόση και καθιστά τον πόνο λιγότερο αιχμηρό. Όχι ότι δεν πονάς, αλλά το παθαίνεις με τρόπο που δεν κινδυνεύεις να σε οδηγήσει σε θάνατο από παραφροσύνη. Φοβερό πράγμα η τρέλα του έρωτα. Εκεί που κάθεσαι χαλαρή μαγειρεύοντας ή πίνοντας καφέ ορμάει και σε χτυπάει κατακούτελα σαν ηλεκτρική εκκένωση. Αλλά δε σταματάει το ρεύμα. Συνεχίζει να κυλάει μέσα στο κορμί σου για ώρες, για μέρες, για εβδομάδες. Γεμίζει το μυαλό με σκέψεις σκοτεινές, με συγκρίσεις, με θυμό, με μανία. Και αυτά γεννάνε το πάθος και το πάθος την ανάγκη να κυριαρχήσεις, να νικήσεις, να κυριεύσεις  κι όλα μαζί τον έρωτα.

Γι’ αυτό οι πιο πολλοί άνθρωποι τον φοβούνται τον έρωτα. Τον ξορκίζουν διώχνοντάς τον, παλεύουν μέσα τους να τον αλλάξουν, να τον πνίξουν, να τον ελέγξουν. Του δίνουν ονόματα και χρόνο ζωής και τον μασκαρεύουν.

Ο έρωτας, κορίτσι μου, είναι σαν την μελιτζάνα. Είναι πικρός και θέλει τέχνη στο μαγείρεμα, για να πετύχει. Θέλει μεράκι, αλλά πάνω απ’ όλα θέλει αφοσίωση σ’ αυτό που κάνεις. Αν ξεχαστείς μια στιγμή, θα σου ξεφύγει ένα κομμάτι φλούδα και η πίκρα θα περισσέψει. Αν πάλι ξεφλουδίσεις λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, θα μείνει μόνο γλύκα. Όμως, άκουσέ με, αν θέλεις σκέτη γλύκα, να φτιάξεις μηλόπιτα που κι εύκολα γίνεται και πάντα πετυχαίνει. Όταν διαλέγεις μελιτζάνα για το τραπέζι, πρέπει να έχεις τα κότσια να την πας μέχρι το τέλος με την πίκρα και τη γλύκα της.

Κόρη μου, η καλή η μαγείρισσα, αυτή που ξέρει να μαγειρεύει και το κάνει γι’ ανθρώπους που αγαπάει, μελιτζάνα θα διαλέξει, γιατί η ζωή είναι σαν το μουσακά. Έχει πολλές στρώσεις, πολλά υλικά και μπαχάρια, σου ζητά να εξαντληθείς στην προετοιμασία και να λερώσεις όλα σου τα σκεύη και τους πάγκους, μα τελικά, αν δεν του βάλεις μελιτζάνα, θα σε χορτάσει, αλλά δε θα κάνει τη γλώσσα σου να τον ζητά για πάντα παρόλο που πικραίνεται. Η ψυχή σου δεν καίγεται από την τρικυμία στο γάμο σου, επειδή αυτός τελείωσε, αλλά επειδή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Να βγάλεις τη μελιτζάνα σου από το νερό και να ξαναδείς τι ξέφυγε από τη φλούδα».