Ο Καβαλιώτης Δημήτρης Μανδρινός «κατακτά» την Αθήνα του Θεάτρου

«Πρόσωπο της εβδομάδας» ο ηθοποιός σύμφωνα με δημοφιλές πολιτιστικό site - Η πορεία του Δ. Μανδρινού από τo «skatepark» του Δημοτικού Κήπου της Καβάλας στις μεγάλες σκηνές της πρωτεύουσας


Tου Κυριάκου Κουρουτσαβούρη


Διανύει την καλύτερη περίοδο της μέχρι τώρα πορείας του ως ηθοποιός. Ο Δημήτρης Μανδρινός είναι ένα από τα νέα πρόσωπα, που αξίζουν προσοχής, όχι μόνο για τις ερμηνευτικές του ικανότητες, αλλά και γιατί καταφέρνει να επιτυγχάνει σε ό,τι καταπιάνεται με ζήλο. Έναν ζήλο, που του έλειπε όταν σπούδαζε φαρμακευτική, αλλά τον βρήκε μέσα από το ταξίδι της υποκριτικής.

Ένα ταξίδι, το οποίο ουσιαστικά ο ίδιος δημιούργησε, όταν έφτιαχνε στο σπίτι του ένα μικρό σινεμά, βλέποντας μετά μανίας ταινίες από τον ισπανόφωνο κινηματογράφο.

Πηγαίνοντας στην δραματική σχολή της Νέλλης Καρρά ο Δημήτρης βρήκε μέσα του αυτό, που ταίριαζε πολύ περισσότερο στη ψυχοσύνθεσή του. Ως Ορέστης στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση και εγρήγορση, κάτι που έχει μάθει πολύ καλά και με την χρόνια ενασχόλησή του με τον αθλητισμό (από τα χρόνια του στην Καβάλα, αλλά μέχρι και σήμερα).

Πολυπράγμων, όπως προείπαμε και με μια εμφάνιση που παραπέμπει σε ηθοποιό του εξωτερικού (προσωπικά μου θυμίζει κάτι από Κέβιν Μπέικον), περιμένει εναγωνίως και την ευκαιρία να παίξει σε μεγάλου μήκους ταινία. Του το ευχόμαστε!!!

«Χρονικά, σαν ιδέα το να γίνω ηθοποιός ξεκίνησε, όσο σπούδαζα φαρμακευτική. Υπήρξε ένα έτος που δεν προχώρησα με τη σχολή. Και όποιος δεν έχει σχολή έχει χρόνο, οπότε αν εξαιρέσεις κάποιες ώρες που δούλευα, τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωνα στις ταινίες, στον ισπανόφωνο κινηματογράφο τότε. Γυρνούσα σπίτι το βράδυ, έκλεινα όλα τα φώτα (αφού πρώτα τα είχα ανάψει) και συνέδεα τον υπολογιστή με την τηλεόραση δημιουργώντας ένα μικρό σπιτικό σινεμά. Εκείνη τη χρονιά λοιπόν, μου ήρθε η ιδέα να μπω σε μια δραματική. Σίγουρα κάποια τάση υπήρχε και νωρίτερα, χωρίς να μπορώ να την προσδιορίσω, λόγω της μουσικής, του πιάνου δηλαδή που έπαιζα και μιας ροκ μπάντας που είχαμε στο λύκειο».

«Υποκριτική για μένα σημαίνει ένα μέσο έκφρασης. Μια σανίδα για να μεταφερθείς από εδώ εκεί. Όπως είναι και η γλυπτική, η γραφή, η ζωγραφική… Εμένα η υποκριτική με τραβάει επειδή είναι συνυφασμένη με το χώρο ανάμεσα στους ανθρώπους, τις σχέσεις τους. Πράγμα, εκ φύσεως, δύσκολο. Ούτε έχει -αν έχει- μία μόνο λύση. Δεν χωράει μέσα στις λέξεις “λάθος” και “σωστό”. Με ενδιαφέρει, άρα, γιατί είναι ζωντανό. Βρίσκεσαι κάθε φορά μπροστά σε κάτι που δεν έχει περπατηθεί ξανά και πρέπει να βρεις ένα τρόπο να δουλέψεις με αυτό και να του δώσεις μια μορφή».

«Αν μιλήσω για το χώρο του θεάτρου, υπάρχουν κάποιες περίοδοι καλύτερες από άλλες μέσα στη σεζόν. Τη μια έχεις δουλειά, την άλλη ενδεχομένως όχι. Αυτά είναι και σχετικά με τις προσδοκίες και τα πρότυπα του καθενός. Αν η σταθερότητα είναι ο στόχος, μάλλον δεν είναι το ιδανικό επάγγελμα! Το σίγουρο ειναι ότι η γκρίνια μόνο επιδεινώνει την κατάσταση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να διεκδικούμε συνεχώς αυτό που πιστεύουμε ότι αξίζουμε».

«Είμαι σίγουρος ότι η τέχνη μπορεί να δώσει απαντήσεις, αλλά μόνο με τον κατάλληλο τρόπο. Αν βασιστούμε ότι θα το κάνει από μόνη της, δεν το βλέπω να λειτουργεί. Πρέπει να το κάνουμε εμείς για αυτήν και όχι αυτή για εμάς. Δεν σημαίνει ότι μπαίνω και βγαίνω από ένα μουσείο και αυτόματα είμαι πιο πλούσιος. Αν δεν κυνηγήσω εγώ, ως θεατής ή ως συντελεστής, τις σκέψεις μου μετά την παράσταση, ελάχιστο από αυτό με το οποίο ήρθα σε επαφή θα καθίσει μέσα μου. Θέλει να δώσεις χώρο σ’ αυτόν τον «δίσκο» και να τον ακούσεις χωρίς να κάνεις τίποτα άλλο»!

«Επειδή πέρα από το θέατρο ασχολούμαι και με τη μουσική, με ενδιέφερε πολύ αυτό που έκανε ο Άρης. Είχα δει παραστάσεις του και είχα ενθουσιαστεί όχι μόνο από τη ρυθμικότητα του κειμένου και της μουσικής που τις χαρακτήριζε, το πόσο δεμένος δηλαδή ήταν ο λόγος με τη μουσική, αλλά και από την ενέργεια που είδα να εκλύεται πάνω στη σκηνή».

«Έτσι όταν έμαθα για την ακρόαση για την Ηλέκτρα έτρεξα αμέσως. Αρχαία τραγωδία με ισχυρές δόσεις ρυθμού και μουσικής, και μάλιστα ο μύθος των Ατρειδών, εμένα μου έκανε και με το παραπάνω»!

«Αξίζει λοιπόν κάνεις να έρθει να δει την παράσταση για όλους αυτούς λόγους και ακόμα επειδή είναι φτιαγμένη με μεράκι. Είναι σαν ένα νήμα να τη διαπερνά από την αρχή ως το τέλος της. Οι σκηνές, ο χορός, οι χαρακτήρες διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς ραφές, σε συνέχεια. Η σκηνοθεσία αποτελεί το όχημα που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο μύθος για να σε πάρει για λίγο μακριά από το “τώρα” και να σε μεταφέρει σε μια διάσταση άλλη, αν μπορώ να το πω έτσι».




«Από την πρώτη κιόλας πρόβα ένιωσα χαρά και ευγνωμοσύνη που ήμουν μέλος αυτής της ομάδας. Μου άρεσε που όλα ήταν οργανωμένα ευθύς εξαρχής, ο πολύτιμος και όχι δεδομένος χρόνος των προβών και η πίστη που είχαμε για την κατεύθυνση που ακολουθούσε και το σχήμα που έπαιρνε αυτή η δουλειά. Επίσης ένιωσα ότι η βαρύτητα που δόθηκε στις φωνές μας μέσα από τα χορικά είχε τη δύναμη να μας συγκεντρώσει και να μας ενώσει μεταξύ μας, να δημιουργήσει μια σύμπνοια».

«Το γεγονός ότι η ανταπόκριση του κόσμου είναι ιδιαίτερα θερμή είναι μια επαλήθευση αυτού του πράγματος και μου δίνει κουράγιο. Όσον αφορά τώρα στο ρόλο του Ορέστη, είναι ένας ρόλος με τον οποίο δεν είχα την τύχη να καταπιαστώ στο παρελθόν, ούτε έστω στα χρόνια της σχολής. Είχα παραμείνει στο πλευρό του Αίμονα. Η φιγούρα του Ορέστη όμως με έλκυε γιατί έχει βρεθεί στο κέντρο μιας κατάστασης τα γεγονότα της οποίας έχουν διαλέξει από μόνα τους τη συνέχεια τους και εκείνος είναι εκεί για να τα εκτελέσει. Να ξεκινήσει το ντόμινο. Όσο και να ευχόταν να μην είναι έτσι, δεν αποφεύγει τη μοίρα του. Δεν αδρανεί. Το χρέος του είναι μονόδρομος. Οι φόνοι της εκδίκησης, η φυγή του, η καταδίωξη από τις Ερινύες μετέπειτα. Είναι φορές που χρειάζεται βία. Ακόμα και αν πρόκειται για τη λήψη μιας απόφασης και συνεπώς τον αποκλεισμό μιας άλλης».

«Αγαπώ το σινεμά. Προσπαθώ να βλέπω όσο μπορώ. Πιο πολύ παλιότερες ταινίες για να γεμίζουν τα κενά γνώσης. Από εκεί άλλωστε ξεκίνησε για μένα η ιδέα της υποκριτικής. Η ενασχόληση μου μαζί του μέχρι τώρα ήταν περισσότερο μέσα από ταινίες μικρού μήκους με χαμηλότερα budget. Έχω πάρει μέρος και σε μεγαλύτερες παραγωγές πιο φευγαλέα, σαν βοηθητικός ηθοποιός, κυρίως για να μάθω πως λειτουργούν τα πράγματα σ’ αυτήν την κλίμακα. Υποκριτικά, τεχνικά, χρονικά κλπ. Δεν το κρύβω πως στο μέλλον θα ήθελα πολύ να έχω ένα ρόλο σε μία μεγάλου μήκους, έτσι ώστε να περάσω μια περίοδο όπου η προσοχή μου θα είναι στραμμένη στην αργή διαδικασία με την οποία ολοκληρώνεται λίγο – λίγο μια ταινία. Δεν έχει τύχει να κάνω τηλεόραση σε κάποια σειρά. Ίσως να έρθει κι αυτό κάποια στιγμή».

«Για να χορέψω χρειάζομαι μουσική. Τις περισσότερες φορές τουλάχιστον. Όσο αβίαστα λοιπόν μπορεί να με βάλει σε κίνηση, άλλο τόσο η λάθος επιλογή είναι ικανή να με ακινητοποιήσει. Σε γενικές γραμμές πάντως βρίσκω το χορό απελευθερωτικό. Με κάνει να ξεχνάω τι συμβαίνει γύρω μου. Όσο για τη μουσική, έχουμε περάσει χρόνο μαζί! Η σχέση μας όμως δεν παύει να με ξαφνιάζει. Από το να ακούω όλη μέρα ή να παίζω πιάνο για ώρες, μέχρι να θέλω να επικρατεί σιωπή μέσα στο σπίτι και να απορρίπτω ως άχρηστη κάθε μελωδία που θα φυτρώσει στο κεφάλι μου».

«Με τον αθλητισμό ασχολιόμουν κυρίως παλιότερα, ερασιτεχνικά, όπως κάνουν τα περισσότερα παιδιά όσο πηγαίνουν στο σχολείο δηλαδή. Με τους φίλους μου κάναμε skate. Στην Καβάλα, οπού μεγάλωσα, ήμασταν τυχεροί να έχουμε skatepark. Αυτό κάπως μας μαγνήτιζε, βρισκόμασταν εκεί ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια. Εκεί, και στον περίφημο “κήπο”, μια πλατεία στρωμένη με μάρμαρα, άδεια από αντικείμενα, με παρτέρια και δέντρα γύρω της, στο κέντρο της πόλης. Ακόμα και τώρα θα “κατέβουμε να τσουλήσουμε” δυο-τρεις φορές το χρόνο»!

«Η σχοινοβασία, ή αλλιώς slackline, προέκυψε πριν μερικά καλοκαίρια σε μια παραλία που είχαν στήσει έναν ιμάντα και είπα να δοκιμάσω την τύχη μου. Αν ήξερα πόσο εθιστικό είναι, θα είχα πάει για καμιά βουτιά».

«Η πυγμαχία είναι νέο απόκτημα και σίγουρα το πιο κουραστικό. Η αίσθηση μετά το ντους μετά την προπόνηση είναι υπέροχη όμως! Τώρα, ο κύβος του Ρούμπικ και το σκάκι είναι άλλες δύο άκρως εθιστικές ασχολίες. Βοηθάνε το κεφάλι μου να αδειάσει όμως, οπότε δεν τα κακολογώ».

«Δεν έχω ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Το γράψιμο, από την άλλη, προκύπτει σε μορφή σύντομων σκέψεων ή ποιημάτων, που είτε τα ανεβάζω σε ένα blog που είχα ξεκινήσει τα χρόνια που ήμουν στο Λονδίνο, είτε τα κρατάω χύμα στο κινητό και τον υπολογιστή μου. Όποιες προσπάθειες τακτοποίησης τους έγιναν, έχουν διακοπεί από χρόνια. Πλέον έχω συμβιβαστεί με το γεγονός ότι δεν μπορώ να τα αρχειοθετήσω. Ίσως κάποτε προσλάβω έναν ειδικό να με βοηθήσει».

«Υπάρχουν κείμενα με τα οποία θα ήθελα να ασχοληθώ. Τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό είναι τα “13 αντικείμενα: Σπουδές υποδούλωσης” του Μπάρκερ και “Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου” του Γκαίτε».

«Η δραματική σχολή της Νέλλης Καρρά (Αρχ΄ξ) επέδρασε πάνω μου με ένα τρόπο χημικό, μη αναστρέψιμο. Και δεν μιλάω αμιγώς υποκριτικά, αλλά στο να μάθω να συνυπάρχω σε ομάδες, να διαχειρίζομαι τις σχέσεις μου, να μη βιάζομαι να κρίνω, να εκτιμήσω το αργό, να δώσω μεγαλύτερο χώρο στο λάθος και να μην είμαι άδικα αυστηρός με τον εαυτό μου και τους άλλους. Ήταν εκπαιδευτική και αναγκαία για μένα. Ένας μικρός κοσμος με εικόνες και συνεργασίες που έχω φυλάξει. Παρόλα αυτά, χαίρομαι που βρίσκομαι πίσω στον κόσμο της Αθήνας και θα χαρώ να βρεθούν στο δρόμο μου απόφοιτοι της σχολής μου και μάλιστα από άλλα έτη με τα οποία δεν είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ».

«Στην Αθήνα μου αρέσει που είναι μεγάλη, μου αρέσει που έχω επιλογές και μου αρέσει που συνέχεια κινείται. Δεν μου αρέσει που δεν έχει τόσα πάρκα στο κέντρο της, όπως δεν μου αρέσει η κίνηση στους δρόμους και ειδικά όσο είναι μέρα και οι οδηγοί έχουν πολλή ενέργεια και πατάνε συνέχεια τις κόρνες τους».

Πηγή: all4fun.gr