Το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς θεσμούς της πόλης, με διαχρονική παρουσία στη μουσική εκπαίδευση και καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση γενεών μουσικών και καλλιτεχνών.
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της καλλιτεχνικής του διεύθυνσης, ο Φώτης Κουτσοθόδωρος επιχειρεί έναν συνολικό απολογισμό μιας περιόδου που σημαδεύτηκε από μεγάλες προκλήσεις, όπως η πανδημία, οι θεσμικές αλλαγές στην τοπική αυτοδιοίκηση και οι εξελίξεις στον χώρο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για την εικόνα που παρέλαβε το 2019, τις σημαντικότερες κατακτήσεις της θητείας του, τον δημόσιο διάλογο γύρω από τα δίδακτρα, τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη μεταφορά των Ωδείων στο Υπουργείο Παιδείας, αλλά και για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή της πόλης.
Παράλληλα, αναφέρεται στη Φιλαρμονική του Δήμου, στην αναβίωση του Φεστιβάλ Παπαϊωάννου, στις νέες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες που σχεδιάζονται, καθώς και στο προσωπικό του όραμα για ένα Ωδείο που θα λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός πολιτισμού, δημιουργίας και ελεύθερης σκέψης.
Ακολουθεί η συνέντευξη του καλλιτεχνικού διευθυντή του Δημοτικού Ωδείου Καβάλας στο KAVALA POST.
Tι Ωδείο θέλουμε; Αν θέλουμε ένα βιώσιμο ίδρυμα υψηλού επιπέδου, που δεν θα είναι μόνο εκπαιδευτικός φορέας αλλά και ουσιαστικός πολιτιστικός οργανισμός, τότε απαιτούνται αποφάσεις με ευθύνη, ρεαλισμό και κοινή αποδοχή…
Κύριε Κουτσοθόδωρε, αναλάβατε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Δημοτικού Ωδείου Καβάλας το 2019. Ποια εικόνα παραλάβατε τότε και ποια θεωρείτε ότι είναι η εικόνα του Ωδείου σήμερα, επτά χρόνια μετά;
Το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα Ωδεία της χώρας, χάρη σε μια διαρκή εξελικτική πορεία που συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την παρουσία του Γιάννη Μάντακα στην καλλιτεχνική διεύθυνση. Πρόκειται για μια σπουδαία προσωπικότητα του μουσικού χώρου, η οποία έθεσε τον πήχη σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο. Όλοι όσοι ακολούθησαν είχαμε την ευθύνη να διατηρήσουμε αυτή την παράδοση και να συνεχίσουμε με την ίδια ποιότητα και αφοσίωση.
Ωστόσο, οι συνθήκες και τα δεδομένα αλλάζουν, όπως και οι προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Όταν ανέλαβα, το 2019, βρήκα ένα Ωδείο με έντονο ζήλο για εξέλιξη, αλλά και με σημαντική σύγχυση, κυρίως σε διοικητικό επίπεδο και σε ζητήματα νοοτροπίας. Παράλληλα, υπήρχαν διαχρονικά προβλήματα που εξακολουθούν, σε έναν βαθμό, να υφίστανται μέχρι και σήμερα.
Ένα βασικό ζήτημα εκείνης της περιόδου ήταν η δικαστική διεκδίκηση των καθηγητών σχετικά με τη μονιμοποίησή τους, γεγονός που δημιουργούσε ένα κλίμα συνεχούς ανασφάλειας σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας. Επιπλέον, σημαντικό πρόβλημα αποτελούσαν –και εξακολουθούν να αποτελούν– οι κτιριακές εγκαταστάσεις. Αν και το κτίριο διαθέτει μια ξεχωριστή αύρα λόγω της ιστορίας και της παλαιότητάς του, πλέον δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Σε διοικητικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, ωστόσο, έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα προόδου. Η καταγραφή και διαχείριση των σπουδαστών πραγματοποιείται πλέον ηλεκτρονικά μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού, γεγονός που ενισχύει τη διαφάνεια και την οργάνωση. Παράλληλα, το εκπαιδευτικό και καλλιτεχνικό προφίλ του Ωδείου έχει εκσυγχρονιστεί, αποκτώντας σαφή ταυτότητα και προσαρμοζόμενο στις ανάγκες της εποχής.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε τρεις σημαντικές κατακτήσεις της θητείας σας μέχρι σήμερα, ποιες θα ήταν αυτές;
Πρώτον η αλλαγή της νοοτροπίας και η αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης. Όταν ανέλαβα υπήρχε έντονη ανασφάλεια σε όλα τα επίπεδα – από τους καθηγητές και τους σπουδαστές μέχρι τους γονείς και τη δημοτική αρχή. Φρόντισα, πρώτα απ’ όλα, να προσαρμοστώ στα δεδομένα που υπήρχαν και, με σταθερά βήματα, να συμβάλω στη δημιουργία ενός κλίματος ηρεμίας, εμπιστοσύνης και τεκμηριωμένης γνώσης. Στόχος ήταν όλοι να γνωρίζουν ότι η αξιολόγηση γίνεται με αυστηρότητα αλλά με γνώμονα αποκλειστικά το συμφέρον των παιδιών και του Ωδείου.
Δεύτερον η ενίσχυση της επαγγελματικής κουλτούρας και του σεβασμού στη λειτουργία του οργανισμού. Δόθηκε έμφαση στον σεβασμό της ιεραρχίας, στον διάλογο και στην τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι εργαζόμαστε ως λειτουργοί της τέχνης, με ταπεινότητα και ουσία, αποφεύγοντας λογικές προσωπικής προβολής ή ιδιοτέλειας.
Τρίτον η ενδυνάμωση της ταυτότητας του Ωδείου ως πυρήνα πολιτισμού και σκέψης. Σταδιακά ενισχύθηκε η θέση του Ωδείου ως χώρου πολιτισμού, διανόησης και ελεύθερης σκέψης, με σαφέστερη διοικητική δομή που λειτουργεί ως εργαλείο για την εύρυθμη λειτουργία του. Παράλληλα, επιχειρήθηκε η απομάκρυνση από λογικές λαϊκισμού και υπερβολών που υποβαθμίζουν τον θεσμό.
Η επταετία που είστε στο «τιμόνι» του Ωδείου είχε μεγάλες προκλήσεις· από την πανδημία μέχρι τις γενικότερες αλλαγές στον χώρο του πολιτισμού. Ποιες δυσκολίες θεωρείτε ότι δοκίμασαν περισσότερο το ίδρυμα και πώς τις αντιμετωπίσατε;
Πέρα από την εξελικτική πορεία που ήδη αναφέρθηκε, οι προκλήσεις αυτής της επταετίας υπήρξαν πρωτοφανείς, ιδιαίτερα για τον χώρο της εκπαίδευσης και του πολιτισμού.
Η μεγαλύτερη δοκιμασία ήταν αναμφίβολα η πανδημία. Τότε, η δια ζώσης εκπαίδευση έπρεπε άμεσα να μετασχηματιστεί σε διαδικτυακή, κάτι που πλέον δεν ήταν επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Όποιες επιφυλάξεις ή «παρωπίδες» υπήρχαν μέχρι τότε, έπρεπε να ξεπεραστούν από όλους. Δεδομένου ότι κανείς δεν ήταν πραγματικά προετοιμασμένος, έπρεπε να βρεθούν πολύ γρήγορα λειτουργικές λύσεις. Θεωρώ ότι, χάρη στην προσπάθεια των συναδέλφων και του διοικητικού προσωπικού, το Ωδείο ανταποκρίθηκε αποτελεσματικά και, με την επιστροφή στην κανονικότητα, κατάφερε να συνεχίσει απρόσκοπτα τη λειτουργία του, έχοντας παράλληλα αποκτήσει μια πολύτιμη εμπειρία.
Αν υπήρξε κάτι θετικό μέσα σε αυτή τη δύσκολη συνθήκη, ήταν ότι μας οδήγησε όλους σε έναν επαναπροσδιορισμό: τι είναι πραγματικά σημαντικό, πόσο δεδομένα θεωρούμε όσα έχουμε και πόσο ουσιαστική είναι η σχέση μας με την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση ήταν η κατάργηση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και, κατ’ επέκταση, η ενσωμάτωση του Δημοτικού Ωδείου Καβάλας στον Δήμο Καβάλας. Ήταν μια εξέλιξη που αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από μέρος του προσωπικού, των γονέων και της ευρύτερης κοινότητας. Ωστόσο, στην πράξη αποδείχθηκε ότι προσέφερε μεγαλύτερη διοικητική και οικονομική σταθερότητα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η μετάβαση αυτή δεν ήταν χωρίς δυσκολίες, καθώς επρόκειτο για μια νέα πραγματικότητα τόσο για το Ωδείο όσο και για τις υπηρεσίες του Δήμου. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση που διαμορφώθηκε βασίστηκε σταδιακά στην εμπιστοσύνη, στη νομιμότητα και στον κοινό στόχο του δημόσιου συμφέροντος.
Σήμερα, το Ωδείο λειτουργεί ως Τμήμα Μουσικής Εκπαίδευσης μέσα στη διοικητική δομή του Δήμου, με σαφείς διαδικασίες: οικονομική εποπτεία από την Οικονομική Υπηρεσία, έγκαιρη καταβολή των μισθών, θεσμική προκήρυξη προσωπικού και γενικότερη διοικητική θωράκιση που ενισχύει την εύρυθμη λειτουργία του.
Βεβαίως, μια από τις πρακτικές δυσκολίες που προέκυψαν αφορά το γεγονός ότι πλέον δεν είναι εύκολη, για οικονομικούς και διοικητικούς λόγους, η πρόσκληση καθηγητών από τη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι στο παρελθόν συνέβαλλαν σημαντικά με την εμπειρία και την εξειδίκευσή τους.
Η μουσική, τόσο ως δημιουργία όσο και ως οργάνωση πολιτιστικών δράσεων, απαιτεί εξειδίκευση, εμπειρία και προσεκτική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων. Σε αυτό το σημείο θεωρώ ότι πρέπει να εστιάσουμε, επαναπροσδιορίζοντας το πολιτιστικό αφήγημα της πόλης. Ένα αφήγημα που δεν χρειάζεται να απορρίπτει το νέο, αλλά να το εντάσσει με μέτρο και προοπτική, ώστε να αποκτήσει η Καβάλα ένα ξεχωριστό στίγμα στον πολιτιστικό χάρτη, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο…
Το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς θεσμούς της πόλης. Πόσοι σπουδαστές φοιτούν σήμερα και ποια είναι τα βασικά προγράμματα και οι δυνατότητες σπουδών που προσφέρει;
Σήμερα, στο Δημοτικό Ωδείο Καβάλας καταγράφονται 590 εγγραφές σε ένα ευρύ φάσμα μουσικών αντικειμένων. Τα προγράμματα σπουδών περιλαμβάνουν τα κλασικά όργανα, τα παραδοσιακά, το μοντέρνο τμήμα, καθώς και τα τμήματα προπαιδείας και μουσικοκινητικής αγωγής, που απευθύνονται σε παιδιά από 9 μηνών έως 4 ετών.
Θα ήθελα να τονίσω ιδιαίτερα τη σημασία της προσχολικής μουσικής εκπαίδευσης, η οποία αποτελεί προσωπική μου επιλογή και στρατηγική προτεραιότητα. Είναι η βάση για μια βιωματική και ουσιαστική σχέση του παιδιού με τη μουσική. Το συγκεκριμένο τμήμα δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια και έχει ήδη πολύ θετικά αποτελέσματα και ανταπόκριση.
Σε όλα τα τμήματα του Ωδείου, οι καθηγητές καταβάλλουν σημαντική προσπάθεια ώστε να διατηρείται ένα υψηλό επίπεδο σπουδών, κάτι που αποτυπώνεται και στις αποφοιτήσεις, οι οποίες είναι σταθερά υψηλού επιπέδου. Οι πολίτες, άλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια εμπιστεύονται το Ωδείο ως έναν σταθερό και αξιόπιστο φορέα μουσικής εκπαίδευσης, με τίτλους σπουδών που έχουν επαγγελματικά δικαιώματα και πανελλήνια αναγνωρισιμότητα.
Τέλος, αυτό που θεωρώ ότι χαρακτηρίζει συνολικά το Ωδείο είναι το πάθος για εξέλιξη, η διάθεση για διάκριση και –πάνω απ’ όλα– η αγάπη για τη μουσική αυτή καθαυτή. Αυτό το στοιχείο μεταδίδεται στους μαθητές και τελικά διαμορφώνει όχι μόνο καλλιτεχνική παιδεία, αλλά και στάση ζωής.
Το τελευταίο διάστημα αναπτύχθηκε έντονος δημόσιος διάλογος σχετικά με τα δίδακτρα του Δημοτικού Ωδείου Καβάλας. Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα και τι θα πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες για τη λειτουργία και τη χρηματοδότηση του Ωδείου;
Πάντα, και ιδιαίτερα στους σημερινούς καιρούς, κάθε οικονομική απόφαση έχει τη λογική της αλλά και τις συνέπειές της. Η αύξηση των διδάκτρων, σε αυτό το πλαίσιο, έγινε με στόχο τη βιωσιμότητα του Ωδείου και την αντιμετώπιση των αυξημένων προκλήσεων που έχουμε μπροστά μας.
Προσωπικά, όταν είχα κληθεί να τοποθετηθώ, είχα θεωρήσει ότι το πρώτο βήμα θα έπρεπε να είναι η πιο αποτελεσματική είσπραξη των ήδη υφιστάμενων διδάκτρων και η σαφής, οργανωμένη ενημέρωση των οικονομικών υποχρεώσεων προς τους σπουδαστές. Με αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε μια καθαρή εικόνα των πραγματικών δυνατοτήτων και της εισπραξιμότητας, πριν τεθεί το ζήτημα οποιασδήποτε αναπροσαρμογής.
Το οικονομικό επιτελείο, με βάση τα στοιχεία που διέθετε, έκρινε ότι η αύξηση έπρεπε να προχωρήσει άμεσα. Είναι φυσικό μια τέτοια απόφαση να προκαλέσει αντιδράσεις, δυσαρέσκειες ή και παρερμηνείες, κάτι που σε τελική ανάλυση οδήγησε ώστε, μετά από διαδικασίες που δεν είναι της παρούσης, να ισχύσουν τελικά για το τρέχον εκπαιδευτικό έτος τα περσινά δίδακτρα.
Ωστόσο, πέρα από την συγκεκριμένη συγκυρία, τίθεται ένα ευρύτερο ερώτημα: τι Ωδείο θέλουμε. Αν θέλουμε ένα βιώσιμο ίδρυμα υψηλού επιπέδου, που δεν θα είναι μόνο εκπαιδευτικός φορέας αλλά και ουσιαστικός πολιτιστικός οργανισμός, τότε απαιτούνται αποφάσεις με ευθύνη, ρεαλισμό και κοινή αποδοχή.
Αυτό προϋποθέτει μια συλλογική στάση, πέρα από αντιπαραθέσεις, τακτικισμούς ή επιμέρους σκοπιμότητες που μακροπρόθεσμα λειτουργούν εις βάρος του ίδιου του θεσμού. Χρειάζεται ένας βαθμός αυταπάρνησης από όλους, ανεξαρτήτως ρόλου και θέσης, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του Ωδείου.
Γιατί το Ωδείο δεν είναι απλώς ένας εκπαιδευτικός χώρος μουσικής. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, υπενθυμίζει την ανθρώπινη διάσταση της τέχνης και καλλιεργεί την έννοια της ψυχής, δηλαδή αυτό που τελικά μας διαφοροποιεί ως ανθρώπινες υπάρξεις. Γι’ αυτό και η ύπαρξη και η πορεία του συνδέονται άμεσα με την υπευθυνότητα και, σε έναν βαθμό, την ανιδιοτέλεια όλων μας.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική αλλαγή, με τη μεταφορά της εποπτείας των Ωδείων από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Παιδείας. Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εξέλιξη για τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς και το μέλλον της μουσικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα;
Νομίζω ότι, σε μεγάλο βαθμό, όλη η συζήτηση που έχει προηγηθεί συνδέεται με αυτή τη σημαντική εξέλιξη. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίσιμη, θα έλεγα ιστορική, μεταβολή για τον χώρο των Ωδείων.
Είναι πάγιο αίτημα του κλάδου η διαβάθμιση των τίτλων σπουδών να περάσει στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, και αυτό πλέον, από 1.1.2027, καθίσταται εφικτό με τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Παιδείας.
Σχετικά με το νέο νομοσχέδιο για τα ωδεία και την καλλιτεχνική εκπαίδευση, το βασικό του στίγμα είναι ότι επιχειρεί μια συνολική θεσμική αναδιάρθρωση του χώρου. Με βάση τις πρόσφατες ρυθμίσεις, προβλέπεται η αναβάθμιση των μουσικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των ωδείων σε ένα πιο συγκροτημένο πλαίσιο ανώτερης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, με σαφέστερη διάκριση επιπέδων σπουδών και ενίσχυση της εποπτείας από το Υπουργείο Παιδείας. Κομβικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι τα ωδεία εντάσσονται πλέον σε ένα ενιαίο πλαίσιο με άλλες δομές καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, με στόχο μεγαλύτερη διαφάνεια και τυποποίηση στην απονομή τίτλων σπουδών, αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και σύνδεση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης με την ανώτερη/ανώτατη εκπαίδευση μέσω θεσμοθετημένων διαδρομών
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που τίθενται είναι το ποια είναι τα εχέγγυα ποιότητας και λειτουργίας ενός ωδείου που απονέμει τίτλους σπουδών. Δηλαδή, δεν αφορά μόνο τη διοικητική δομή, αλλά και την εκπαιδευτική επάρκεια, τη σταθερότητα προσωπικού, την ποιότητα προγραμμάτων και τη συνολική ακαδημαϊκή αξιοπιστία. Με απλά λόγια, το νομοσχέδιο επιχειρεί να μετατοπίσει το σύστημα από ένα πιο κατακερματισμένο μοντέλο σε ένα πιο ενιαίο και θεσμικά ελεγχόμενο πλαίσιο, όπου η καλλιτεχνική εκπαίδευση αποκτά πιο καθαρή εκπαιδευτική και επαγγελματική ταυτότητα.
Το τοπίο παραμένει ακόμη σε κάποιο βαθμό ασαφές ως προς τα προαπαιτούμενα και τις διαδικασίες που θα καθορίσουν τη διαβάθμιση. Σε ό,τι αφορά το πεδίο ευθύνης μου, η ηλεκτρονική καταγραφή των εκπαιδευτικών δεδομένων, καθώς και η δομική διάρθρωση του Ωδείου, είναι ήδη σαφώς αποτυπωμένα και καταχωρημένα στο Υπουργείο Πολιτισμού, στοιχεία τα οποία αναμένεται να μεταφερθούν και να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο της μελλοντικής αξιολόγησης από το Υπουργείο Παιδείας.
Το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας διεκδικεί έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό επίπεδο σπουδών, την παρουσία σπουδαστών σε προχωρημένες τάξεις, καθώς και τη μακρά πορεία αποφοίτων του, η οποία θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά για ένα Ωδείο της ελληνικής περιφέρειας.
Αναγνωρίζουμε, ωστόσο, ότι αυτή η εξέλιξη θα φέρει νέες υποχρεώσεις και αυξημένες απαιτήσεις, στις οποίες θα χρειαστεί να ανταποκριθούμε με σχέδιο και συνέπεια. Αναμένουμε τα τελικά δεδομένα και το θεσμικό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί, και με τη στήριξη όλων των εμπλεκομένων θα επιδιώξουμε το καλύτερο δυνατό για το Ωδείο και το μέλλον του.
Η Καβάλα διαθέτει μια αξιοσημείωτη μουσική δραστηριότητα, με συναυλίες, φεστιβάλ, μουσικά σχήματα και νέους δημιουργούς. Πώς αξιολογείτε το σημερινό μουσικό τοπίο της πόλης και ποιος είναι ο ρόλος του Δημοτικού Ωδείου μέσα σε αυτό;
Αυτό που με έχει χαροποιήσει διαχρονικά στην πόλη της Καβάλας είναι η έντονη διάθεση των ίδιων των πολιτών για πολιτιστική δράση και συμμετοχή. Υπάρχει μια συνεχής ζύμωση γύρω από τα πολιτιστικά δρώμενα, η οποία πολλές φορές φτάνει μέχρι τα όρια της αντιπαράθεσης – για το αν κάτι γίνεται ή όχι, για το επίπεδό του, για τον τρόπο υλοποίησής του ή για το ποιος το υλοποιεί. Αυτή η ζωντάνια, παρά τις εντάσεις της, είναι από μόνη της ένα στοιχείο πολιτισμού.
Στην πορεία έχουν γίνει σημαντικά πράγματα, αλλά και αστοχίες. Υπήρξαν ακόμη και φιλόδοξα σχέδια μεγάλης κλίμακας, τα οποία ίσως –ευτυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις– έμειναν στο επίπεδο του σχεδιασμού, όχι πάντοτε χωρίς κόστος για τον δημόσιο διάλογο ή τους διαθέσιμους πόρους.
Η Καβάλα, όμως, είναι ένα πραγματικό κόσμημα για τη χώρα. Ένας τόπος με φυσική ομορφιά και ιδιαίτερη ταυτότητα, που από μόνος του γεννά καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργικές ανησυχίες. Σε έναν τέτοιο τόπο, όπου το περιβάλλον λειτουργεί σχεδόν ως έργο τέχνης, οι πολιτιστικές επιλογές οφείλουν να έχουν ανάλογη ποιότητα, σαφή στόχευση και κοινωνικό έρεισμα, σε αντιστοιχία με αυτή την παρακαταθήκη.
Η μουσική, τόσο ως δημιουργία όσο και ως οργάνωση πολιτιστικών δράσεων, απαιτεί εξειδίκευση, εμπειρία και προσεκτική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων. Σε αυτό το σημείο θεωρώ ότι πρέπει να εστιάσουμε, επαναπροσδιορίζοντας το πολιτιστικό αφήγημα της πόλης. Ένα αφήγημα που δεν χρειάζεται να απορρίπτει το νέο, αλλά να το εντάσσει με μέτρο και προοπτική, ώστε να αποκτήσει η Καβάλα ένα ξεχωριστό στίγμα στον πολιτιστικό χάρτη, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Η πόλη διαθέτει ήδη όλα τα απαραίτητα στοιχεία: τη φυσική της ομορφιά, το Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, αλλά και μια σημαντική πολιτιστική κληρονομιά. Αυτά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για κάτι πραγματικά μοναδικό, μετατρέποντας την Καβάλα σε πόλο έλξης όχι μόνο για το φυσικό της περιβάλλον, αλλά και για τη ζωντανή ανθρώπινη και καλλιτεχνική της δημιουργία.
Το Φεστιβάλ Γ.Α. Παπαϊωάννου θα πραγματοποιηθεί τον Νοέμβριο, με έμφαση στη λόγια μουσική δημιουργία, στην εκπαιδευτική διάσταση της μουσικής και στην καλλιέργεια μιας αισθητικής που προσεγγίζει την τέχνη ποιοτικά και όχι ποσοτικά, με ουσία και όχι εντυπωσιασμό…
Στην ευθύνη σας υπάγεται και η ιστορική Φιλαρμονική του Δήμου Καβάλας. Σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα, ποια είναι η δυναμική της και ποια είναι τα επόμενα βήματα για την περαιτέρω ανάπτυξή της;
Η Φιλαρμονική του Δήμου Καβάλας αποτελεί έναν από τους πιο άμεσα συνδεδεμένους θεσμούς με την τοπική κοινωνία, καθώς η παρουσία της συνοδεύει σταθερά σημαντικές κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Σήμερα λειτουργεί με έναν βασικό πυρήνα στελεχών, που περιλαμβάνει έναν αρχιμουσικό πλήρους απασχόλησης και δύο μουσικούς μερικής απασχόλησης. Παρά τους περιορισμένους πόρους, η Φιλαρμονική διατηρεί τη συνέχεια και την παρουσία της στην πόλη, γεγονός που αποτελεί σημαντική βάση για την περαιτέρω ανάπτυξή της.
Η δική μου προσέγγιση είναι ότι η Φιλαρμονική δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στον εκτελεστικό της ρόλο, αλλά να εξελιχθεί σε έναν ανοιχτό, συμμετοχικό θεσμό μουσικής παιδείας. Μια «Φιλαρμονική των πολιτών», όπου οι δημότες θα έχουν τη δυνατότητα, δωρεάν, να μαθαίνουν πνευστά όργανα και να έρχονται σε άμεση, βιωματική επαφή με τη μουσική.
Ήδη υπάρχει μια σημαντική βάση προς αυτή την κατεύθυνση, με τη συνεργασία και τη στήριξη του Ωδείου, καθώς προβλέπεται η μη καταβολή διδάκτρων για παιδιά που συμμετέχουν στη Φιλαρμονική και συνεχίζουν τις σπουδές τους στο ίδιο όργανο.
Στόχος για την επόμενη περίοδο είναι η ενίσχυση αυτού του μοντέλου, ώστε η Φιλαρμονική να αποτελέσει πραγματικό κομμάτι της καθημερινότητας περισσότερων οικογενειών στην Καβάλα. Μια ζωντανή κοινότητα μουσικής παιδείας και συμμετοχής, όπου η χαρά της μουσικής δεν θα περιορίζεται στις εμφανίσεις, αλλά θα γίνεται καθημερινή εμπειρία για τους πολίτες.
Πόσο σημαντικό είναι για ένα Δημοτικό Ωδείο να μην περιορίζεται μόνο στην εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά να λειτουργεί ως ενεργός πολιτιστικός οργανισμός που παράγει καλλιτεχνικό έργο για την πόλη;
Η εκπαιδευτική διαδικασία σε ένα Δημοτικό Ωδείο αποσκοπεί ακριβώς στη διαμόρφωση μουσικών και καλλιτεχνών που μπορούν να επικοινωνούν τη γνώση, την αισθητική και την καλλιτεχνική τους αντίληψη στο κοινό μέσω πολιτιστικών δράσεων και εκδηλώσεων. Συνεπώς, η εκπαίδευση και η καλλιτεχνική παραγωγή δεν αποτελούν δύο διακριτές λειτουργίες, αλλά μια αμφίδρομη και αλληλένδετη διαδικασία, όπου η μία προϋποθέτει και ταυτόχρονα τροφοδοτεί την άλλη.
Η δημόσια παρουσίαση του καλλιτεχνικού έργου αποτελεί ουσιώδες μέρος της εκπαίδευσης του μουσικού. Η εμπειρία της σκηνής, η επαφή με το κοινό, η διαχείριση του άγχους και η ευθύνη της ερμηνείας μεταβάλλουν ουσιαστικά τη σχέση του σπουδαστή με το μουσικό έργο και συνιστούν αναντικατάστατα στοιχεία της μαθησιακής διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό, οι συναυλίες, οι παραστάσεις και οι λοιπές πολιτιστικές δράσεις δεν αποτελούν απλώς προβολή του εκπαιδευτικού έργου του Ωδείου, αλλά αναπόσπαστο τμήμα του.
Ένα Δημοτικό Ωδείο ολοκληρώνει την αποστολή του όταν η εκπαιδευτική διαδικασία μετατρέπεται σε ζωντανή καλλιτεχνική πράξη και επιστρέφει στην εκπαιδευτική κοινότητα ως εμπειρία, γνώση και καλλιτεχνική ωρίμανση.
Να έρθουμε και στο Φεστιβάλ Παπαϊωάννου; Υπάρχει πρόθεση αναβίωσής του και αν ναι, πότε και σε ποιο πλαίσιο;
Το Φεστιβάλ Παπαϊωάννου αποτελεί μια φυσική συνέχεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας που ακολουθείται στο Ωδείο και ταυτόχρονα ένα πολιτιστικό γεγονός με σαφή ταυτότητα και προσανατολισμό.
Ο Γιάννης Α. Παπαϊωάννου υπήρξε μια καθοριστική μορφή για την ελληνική λόγια μουσική, καθώς διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων συνθετών και συνέβαλε ουσιαστικά στην εισαγωγή της λόγιας μοντέρνας σύνθεσης στην Ελλάδα. Με αυτό το πνεύμα επαναπροσδιορίζεται και το Φεστιβάλ, ως ένας θεσμός που τιμά αυτή την παρακαταθήκη και την επαναφέρει στο σήμερα.
Το φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί τον Νοέμβριο, με έμφαση στη λόγια μουσική δημιουργία, στην εκπαιδευτική διάσταση της μουσικής και στην καλλιέργεια μιας αισθητικής που προσεγγίζει την τέχνη ποιοτικά και όχι ποσοτικά, με ουσία και όχι εντυπωσιασμό.
Οι συναυλίες θα φιλοξενηθούν στην Αίθουσα της Μεγάλης Λέσχης, έναν χώρο με ιδιαίτερη αισθητική και ακουστική αξία, που αναβαθμίζει συνολικά την εμπειρία τόσο για τους καλλιτέχνες όσο και για το κοινό.
Το Φεστιβάλ θα ανοίξει με τη συναυλία της Ορχήστρας του Ωδείου, η οποία αποτελεί μία από τις πλέον αξιόλογες νεανικές ορχήστρες σε πανελλήνιο επίπεδο, γεγονός που αποτυπώνει και τη δυναμική της εκπαιδευτικής δουλειάς που γίνεται.
Υπάρχουν νέες πρωτοβουλίες, συνεργασίες ή εκπαιδευτικά προγράμματα που σχεδιάζετε για τα επόμενα χρόνια και μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι προσεγγίζουν τη μουσική;
Η υπαγωγή του Ωδείου στο Υπουργείο Παιδείας θεωρώ ότι μπορεί να έχει καταλυτικό ρόλο στην περαιτέρω εξέλιξή του. Θα συμβάλει στον σαφέστερο διαχωρισμό και την καλύτερη οργάνωση του διττού του χαρακτήρα, ανάμεσα στα τμήματα που οδηγούν σε τίτλους σπουδών και σε εκείνα που λειτουργούν περισσότερο με έναν ερασιτεχνικό, “aficionado” χαρακτήρα. Αυτή η διάκριση μπορεί να δώσει νέα δεδομένα τόσο στην εκπαιδευτική διαδικασία όσο και στη συνολική φυσιογνωμία του ιδρύματος.
Στόχος μου είναι το Ωδείο να αποτελεί πόλο έλξης για τους συναδέλφους μουσικούς και παιδαγωγούς, κάτι που σε μεγάλο βαθμό ήδη ισχύει. Ωστόσο, απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη καλλιτεχνική ενσυναίσθηση και αντίληψη του ρόλου της συνεργασίας, πέρα από στενά οικονομικά κριτήρια. Η θέση του καθηγητή στο Δημοτικό Ωδείο Καβάλας δεν είναι απλώς μια επαγγελματική σχέση, αλλά και μια μορφή καλλιτεχνικής και παιδαγωγικής αναγνώρισης.
Παράλληλα, προτεραιότητά μου είναι η περαιτέρω ενίσχυση των τμημάτων προσχολικής ηλικίας, καθώς και η ανάπτυξη διαθεματικών συνεργασιών με άλλες τέχνες, όπως ο λόγος, τα εικαστικά, η φωτογραφία και το θέατρο. Σημαντικός άξονας παραμένει επίσης η ενίσχυση της ορχήστρας, της χορωδίας και γενικότερα της συλλογικότητας μέσα στο Ωδείο, καθώς και η παγίωση του Φεστιβάλ Παπαϊωάννου ως θεσμού.
Πολλά από αυτά αποτελούσαν εξαρχής βασικούς στόχους της θητείας μου, ωστόσο είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες δεν επέτρεψαν την πλήρη υλοποίησή τους στον βαθμό που θα επιθυμούσα. Παρ’ όλα αυτά, η κατεύθυνση παραμένει σταθερή.
Ένα Δημοτικό Ωδείο ολοκληρώνει την αποστολή του όταν η εκπαιδευτική διαδικασία μετατρέπεται σε ζωντανή καλλιτεχνική πράξη και επιστρέφει στην εκπαιδευτική κοινότητα ως εμπειρία, γνώση και καλλιτεχνική ωρίμανση…
Πώς φαντάζεστε το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας σε δέκα χρόνια από σήμερα; Ποιο είναι το προσωπικό σας όραμα για τον θεσμό και ποιο αποτύπωμα θα θέλατε να έχει αφήσει στην πόλη;
Όλα τα πράγματα έχουν τον κύκλο τους και κάποια στιγμή αυτός κλείνει και για τον καθένα μας. Αυτό που θα ήθελα να δω, ωστόσο, είναι ένα Ωδείο που δεν θα εξαρτάται από τα πρόσωπα που το διοικούν, αλλά θα διαθέτει ισχυρούς θεσμικούς και διοικητικούς αυτοματισμούς που θα του εξασφαλίζουν διαχρονικότητα, σταθερότητα και συνέχεια.
Αυτό υπήρξε και ένα προσωπικό μου στοίχημα: η σταδιακή μετάβαση από ένα έντονα προσωποκεντρικό μοντέλο σε έναν οργανισμό με συλλογικότητα, αλληλοσεβασμό και θεσμική λειτουργία. Ένα Ωδείο όπου ο διάλογος, η αποδοχή της διαφορετικότητας και η συνεργασία δεν είναι απλώς έννοιες, αλλά καθημερινή πρακτική που εμπνέει όλους όσοι εργάζονται σε αυτό να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να υπάρξει και η αντίστοιχη μέριμνα για τις υποδομές, είτε μέσα από την ανακαίνιση των υφιστάμενων κτιρίων είτε, ιδανικά, μέσα από τη μεταστέγαση του Ωδείου σε έναν χώρο αντάξιο της ιστορίας και της προσφοράς του, προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες.
Σε βάθος χρόνου, θα ήθελα επίσης να τεθούν οι βάσεις για την περαιτέρω αναβάθμιση και πιθανή ανωτατοποίηση ορισμένων τμημάτων, με βάση τα πραγματικά τους καλλιτεχνικά και εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
Το πιο ουσιαστικό όμως, για μένα, είναι να παραμείνει και να ενισχυθεί ο ρόλος του Ωδείου ως χώρου που εμπνέει δημιουργία, σκέψη, διαλογισμό και κοινωνικό προβληματισμό. Ένας ζωντανός οργανισμός πολιτισμού, όχι απλώς εκπαιδευτική δομή.
Αν έπρεπε να απευθύνετε ένα μήνυμα σε ένα παιδί ή έναν νέο άνθρωπο που σκέφτεται να ξεκινήσει μουσικές σπουδές, τι θα του λέγατε;
Η μουσική βρίσκεται παντού· είναι παρούσα στη ζωή μας από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο. Μας μαθαίνει να είμαστε δημιουργικοί, αλλά κυρίως μας μαθαίνει να ακούμε. Και όταν ακούμε πραγματικά, μαθαίνουμε. Υπό αυτή την έννοια, η μουσική δεν είναι απλώς μια τέχνη, αλλά ένας τρόπος ζωής που, όταν μπει ουσιαστικά στην καθημερινότητα του ανθρώπου, δεν τον εγκαταλείπει ποτέ.
Το Ωδείο μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία ενός τέτοιου ταξιδιού. Ενός ταξιδιού στον χρόνο και στη γνώση, όπου η επαφή με τη μουσική αποκτά βάθος και διάρκεια και όπου ακόμη και τα πιο απλά στοιχεία της καθημερινότητας γύρω του αποκτούν σημασία και αισθητική αξία.
Σε προσωπικό επίπεδο, θυμάμαι έντονα τα χρόνια της εφηβείας μου ως σπουδαστής σε ένα αντίστοιχο περιβάλλον, σε ένα Ωδείο με παρόμοια χαρακτηριστικά. Εκεί ανακάλυψα ότι η μουσική δεν περιορίζεται μόνο στο μάθημα ή στο όργανο, αλλά επεκτείνεται σε όλα όσα το περιβάλλουν: στα βιβλία, στους χώρους, ακόμη και στην ατμόσφαιρα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά επισκέψεις μου στην Αθήνα, στον εκδοτικό οίκο Παπαγρηγορίου–Νάκας στη στοά Πεσμαζόγλου, όπου περνούσα ώρες ολόκληρες ανάμεσα σε βιβλία και παρτιτούρες, προσπαθώντας μέσα από την ανάγνωση να “ακούσω” τη μουσική με τη φαντασία μου. Συχνά έφευγα από εκεί με βιβλία που αγόραζα με το χαρτζιλίκι μου, τα οποία αργότερα αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι της προσωπικής μου βιβλιοθήκης.
Πριν από λίγες ημέρες, μάλιστα, συγκινήθηκα ιδιαίτερα όταν παρέλαβα ταχυδρομικά από τον εκδοτικό οίκο Παπαγρηγορίου–Νάκας την έκδοση του βιβλίου μου με τη μεταγραφή των 44 παιδικών κομματιών του Γιάννη Κωνσταντινίδη για κιθάρα. Ήταν μια στιγμή που, με έναν τρόπο, συνέδεσε το παρελθόν με το παρόν.
Όλα αυτά με οδηγούν σε μια βασική σκέψη: η τέχνη και η μουσική μας διδάσκουν ότι η ύλη από μόνη της δεν έχει ουσιαστικό νόημα, αν δεν συνοδεύεται από βίωμα, αίσθηση, όραμα, αλλά και σκληρή δουλειά και επιμονή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας αποτελεί έναν ιδανικό χώρο για να πλαισιώσει και να καλλιεργήσει αυτή τη μοναδική εμπειρία. Έναν χώρο όπου η μουσική δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μάθημα, αλλά ως ζωντανή διαδικασία παιδείας, δημιουργίας και εσωτερικής καλλιέργειας.



