Συνέντευξη: Αργυρώ Μποζώνη
Λίγες Ελληνίδες ηθοποιοί έχουν συναντηθεί, σε μια διαδρομή που διαρκεί μισό αιώνα, με μεγάλα κείμενα και ρόλους όπως η Λυδία Φωτοπούλου, που αυτό το καλοκαίρι υποδύεται στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Τρωάδες» την Εκάβη, μια τραγική βασίλισσα και φωνή όλων όσοι είδαν τον κόσμο τους να καταρρέει, των θυμάτων των πολέμων και των προσφύγων.
Η παραγωγή του Εθνικού με την Καβαλιώτισσα ηθοποιό να «κρατάει» τον πρωταγωνιστικό ρόλο πρόκειται να παρουσιαστεί και στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, το Σάββατο 29 Αυγούστου 2026, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.
Με τη φωνή της Εκάβης να εκφράζει τον πόνο, την αξιοπρέπεια και την αντοχή απέναντι στην απόλυτη απώλεια, η Λυδία Φωτοπούλου μιλά όχι μόνο για τη δύναμη του λόγου του Ευριπίδη εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια, αλλά και για τη διαχρονικότητα των νοημάτων, τη θέση της γυναίκας μέσα στην πατριαρχία και τον πόλεμο, και για το προσωπικό της ταξίδι για την ενσάρκωση μιας ηρωίδας που ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να μας κοιτάζει κατάματα.

Λυδία, σε όλη σου την καριέρα έχεις συναντηθεί με μεγάλες ηρωίδες, και στο αρχαίο δράμα και σύγχρονο ρεπερτόριο. Έχεις πολλά χρόνια να παίξεις στην Επίδαυρο και θέλω να σε ρωτήσω γιατί δέχτηκες αυτή την πρόταση.
Να εξηγήσω πρώτα γιατί δέχτηκα. Από οποιαδήποτε τραγωδία ή κωμωδία, οι «Τρωάδες» με είχαν στιγματίσει όταν ήμουν νέα, είναι το πιο αγαπημένο μου έργο, τόσο σύγχρονο σαν να γράφτηκε χτες. Νιώθω δηλαδή ότι είναι σαν να βλέπεις ένα έργο γραμμένο από έναν Παλαιστίνιο, από έναν άνθρωπο που ζει τον πόλεμο· αυτήν τη στιγμή θα μπορούσε να γράψει τα ίδια πράγματα, τα ίδια λόγια. Ο άλλος λόγος είναι προσωπικός. Το 1986 έκανα την Κασσάνδρα στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Ανδρέας Βουτσινάς, και ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή. Ξαφνικά, σαράντα χρόνια μετά, μου ζητείται να παίξω την Εκάβη, που τότε την έκανε η Αλέκα Παΐζη, με την οποία είχαμε έναν απίστευτο δεσμό· πάντα με φώναζε «το παιδάκι μου» κι εγώ, έπειτα από αυτή την παράσταση, «μάνα μου» – έχουμε μια καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία πολύ κοινή. Είναι σαν να ολοκληρώνεται ένας φοβερός κύκλος έπειτα από όλα αυτά τα χρόνια, δεν μπορούσα να πω «όχι». Έτσι μπορώ να αποχαιρετήσω την Επίδαυρο για τα καλά. Το είδα και λίγο σαν ένα δώρο ζωής, γιατί σπάνια οι κύκλοι κλείνουν καλά. Οπότε είπα να ξαναδοκιμάσω.
Τα τελευταία χρόνια έχεις αφήσει κάπως πίσω το θέατρο, και αναρωτιέμαι γιατί.
Άφησα το θέατρο τα τελευταία χρόνια για προσωπικούς λόγους που ήταν πολύ σοβαροί. Μια περιπέτεια υγείας μέσα στην οικογένεια με έφερε σε τεράστια αναμέτρηση με το συναίσθημα, που εμπόδιζε οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα να με κατακλύσει. Αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα να βγω στο θέατρο κενή, χωρίς ένα νευρικό σύστημα που θα γεννάει ένα συναίσθημα, το οποίο με τη σειρά του θα γεννήσει κάτι άλλο. Οπότε, είχα απομακρυνθεί. Μπήκα λίγο στην τηλεόραση, πέρασα όμορφα, μου άρεσε, δεν είχα να αποδείξω τίποτα σε αυτή την ηλικία. Και τώρα επιστρέφω.

Διαβάζοντας ξανά την Εκάβη, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σε παρακινεί, να σε συγκινεί σε αυτό τον ρόλο;
Αυτός είναι ο καλλιτεχνικός ή θεατρικός λόγος της επιστροφής μου, αισθάνομαι ότι η Εκάβη είναι η φωνή και η οργή όλων των εκτοπισμένων. Δίνει φωνή σε όλους αυτούς τους ανώνυμους εκτοπισμένους, είτε από πόλεμο είτε από φτώχεια είτε από κακή κυβέρνηση ή οτιδήποτε, ανθρώπους οι οποίοι σηκώνονται, φεύγουν, μπαίνουν σε μια βάρκα, πνίγονται, ψάχνουν να βρουν έναν τόπο στη γη και κανείς δεν τους θέλει. Η Εκάβη δίνει φωνή μέσω της οργής της, γιατί ο πόνος της γίνεται οργή, δεν γίνεται ούτε κλάμα ούτε θρήνος.
Αυτή η γυναίκα, εκτός από μάνα, είναι και βασίλισσα. Τι ανακάλυψες σήμερα, σε αυτή την πορεία της, όταν μιλά για τους αποσυνάγωγους του κόσμου;
Είναι καταπληκτική η πορεία της, από την πρώτη στιγμή που λέει «έτσι το θέλησε η μοίρα», μέχρι το τέλος που λέει «είμαστε κουκκίδες σε έναν κόσμο που καταρρέει». Ανάμεσα σε αυτά τα λόγια και όλα τα άλλα που μεσολαβούν βρίσκει τους πραγματικούς λόγους που οδηγούν τους ανθρώπους σε αυτήν τη φρίκη, που είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρει πολύ καλά ότι δεν είναι οι θεοί που τα προκαλούν αυτά, αλλά το θηρίο που λέγεται άνθρωπος.
Διερωτώμαι ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για μια ηθοποιό που θα ενσαρκώσει αυτό τον ρόλο, γιατί αυτή η γυναίκα έχει χάσει τα πάντα, η αφετηρία της είναι το κενό. Από πού ξεκινάς;
Πάντα προσπαθείς να βρεις κάτι. Κατά καιρούς, δουλεύοντας, εκεί που έχω σταθεί και με έχει βοηθήσει, είναι ένας μύθος για την Εκάβη, ότι μεταμορφώθηκε σε βράχο. Πολλοί λένε ότι μεταμορφώθηκε σε σκύλο που αλυχτάει, αλλά για μένα ο βράχος είναι συναισθηματικά η πιο κοντινή μου εικόνα· ένας βράχος που τον χτυπάνε όλοι οι αέρηδες και όλα τα κύματα μπορεί να είναι τρύπιος από παντού, αλλά στέκεται. Και δέρνεται από όλα τα στοιχεία της φύσης διαρκώς. Γιατί, πραγματικά, όταν αρχίζει η παράσταση δεν έχει χάσει τα πάντα. Υπάρχουν ακόμα πράγματα να χάσει, και τα χάνει την ώρα του έργου – και όσο γεμίζει τρύπες, στέκεται. Στη δική μας την παράσταση φτάνουμε να πούμε ότι βρίσκει και την αυτοδιάθεσή της.

Η Εκάβη είναι θύμα, είναι ηρωίδα, είναι και μια γυναίκα που υπερβαίνει τα όρια;
Ακριβώς. Δεν ξέρω πόσο ηρωίδα είναι. Μάλλον είναι η ηρωίδα αυτή που στέκεται σαν τον νεαρό διαδηλωτή μπροστά στα τανκς στην πλατεία Τιεν Αν Μεν, αψηφώντας τον κίνδυνο. Δεν είναι η ηρωίδα που θα πάρει τα όπλα και θα πάει να πολεμήσει. Ο πόλεμος είναι ένα φρικτό ανδρικό παιχνίδι. Η γυναίκα δεν έχει ούτε θέση ούτε φωνή ούτε διάθεση για πόλεμο. Ο πόλεμος δεν είναι κάτι που την ορίζει, δεν πάει να πολεμήσει για να αποκτήσει αυτό που θέλει. Μια γυναίκα λοιπόν σε μια πατριαρχική κοινωνία όπως εκείνη της εποχής της, όπως είναι και η σημερινή βέβαια, δεν έχει μεγάλη διαφορά: ο ρόλος της είναι να φροντίζει τον άντρα, να τον περιποιείται, να τον εμψυχώνει, να τον υπακούει, να μεγαλώνει τα παιδιά της, όλα αυτά που κάνουν οι γυναίκες σαν την Ανδρομάχη. Αυτό το παιχνίδι τη φέρνει στην τέλεια ανέχεια, δεν υπάρχει πια πουθενά τόπος να κάνει ένα βήμα, υπάρχει μόνο η προσφυγιά. Εκεί, έρχεται η συνειδητοποίηση του «τι κάνω εγώ, τι έκανα όλο αυτό το διάστημα;». Αυτό είναι πολύ έντονο στην Εκάβη, γι’ αυτό και στην παράστασή μας προσπαθούμε να δούμε ποια θα ήταν η πορεία της μέχρι το τέλος. Πώς θα μπορέσει να γίνει ένας βράχος που θα στέκεται εκεί για πάντα να μας θυμίζει αυτό που δεν λέει ο άνθρωπος να καταλάβει, ότι ο πόλεμος είναι η μεγαλύτερη φρίκη και το μεγαλύτερο παράλογο που υπάρχει στη σύγχρονη κοινωνία.
«Πόλεμος-προσφυγιά-απώλεια»: εδώ έχουμε πολύ έντονα αυτό το τρίπτυχο, τους κρίκους της ίδιας αλυσίδας, λέξεις που προφέρει μια γυναίκα επώνυμη.
Έχει σημασία ότι τα λέει η Εκάβη, μια γυναίκα που έχει όνομα. Για εμάς οι νεκροί είναι αριθμοί, 6.000, 30.000 παιδιά που σκοτώθηκαν. Εδώ, στην παράσταση, έχουμε τον Αστυάνακτα, τον γιο της Ανδρομάχης, το τραγικότερο θύμα του πολέμου, και είναι αυτός που δίνει όνομα στα χιλιάδες παιδιά που εξοντώνονται. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που ήθελα να παίξω αυτό τον ρόλο, και θέλω πολύ να τα καταφέρω: θέλω να το φωνάξω, να ακουστεί με τη φωνή μου, γιατί έχω φτάσει σε μια ηλικία που δεν μπορώ να βγω να φωνάξω για την Παλαιστίνη ή για όποιο άλλο μέρος του κόσμου. Το θέατρο είναι ο μόνος δρόμος που έχω για να βγω και να πω αυτό που αισθάνομαι γι’ αυτό που συμβαίνει στον κόσμο μας σήμερα, όχι τότε.
Και με αυτά τα λόγια, ενός συγκλονιστικού συγγραφέα…
Τι να λέμε! Και μόνο που λέει η Εκάβη εκείνα τα χρόνια «ω Δία, που σε θυμήθηκα και εσένα, τι να σε κάνω», καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό που συμβαίνει δεν αφορά μια ανώτερη δύναμη αλλά εμάς, τους ανθρώπους, που γεννηθήκαμε για το καλύτερο που μπορούμε να προσφέρουμε στην ανθρωπότητα και το χειρότερο. Ο θίασος είναι συμπεριληπτικός –έχουμε ένα ανάπηρο άτομο, την Ειρήνη, η οποία είναι χορεύτρια και η χαρά της ζωής, δίνει κουράγιο σε όλους μας, τρία παιδιά με νοητική αδυναμία και τη Λωξάνδρα, που έχει σύνδρομο Ντάουν– κι εγώ για πρώτη φορά έχω την ευκαιρία να συνδιαλεχθώ με αυτά τα άτομα, που όλοι μας συνήθως κάνουμε ένα βήμα πίσω όταν τα συναντάμε, δεν ξέρουμε πώς να φερθούμε· δεν τον ξέρουμε αυτό τον κόσμο και τον αποφεύγουμε. Τώρα, ζώντας με αυτούς τους ανθρώπους, που είναι μέρος της παράστασης, καταλαβαίνεις ότι δεν έχουμε καμία διαφορά, ίσα ίσα υπάρχει αυτή η ελευθερία τού να πω «φοβάμαι», «έχω τρακ», που εμείς την έχουμε ξεχάσει. Μαθαίνεις από αυτούς ένα είδος ειλικρίνειας που οι τρόποι σου σού είχαν μάθει να κρύβεις. Δηλαδή το να σου πω εγώ ότι έχω πολύ μεγάλη αγωνία που θα βγω στην Επίδαυρο, ότι δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θα είμαι στη στιγμή μου, αν και δουλεύω τρεις μήνες, είναι κάτι που το κρύβουμε, ενώ το νιώθουμε.

Κάτι που με απασχολεί όταν έχω απέναντί μου ανθρώπους που καλούνται να ερμηνεύσουν μεγάλους ρόλους είναι αν ανακαλύπτουν μέσα σε αυτούς ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Δεν νομίζω ότι ανακάλυψα, μάλλον συναντήθηκα με ένα κομμάτι που φωτίστηκε, το οποίο είχα πάντα μια δυσκολία να το εκφράσω, και είναι ο θυμός. Δεν θύμωνα, το κατάπινα, και όλο αυτό προέρχεται από μια ανατροφή που σε μαθαίνει να είσαι ένα καλό, ευγενικό παιδί με τρόπους, που δεν δείχνει τι αισθάνεται. Εννοείται πως έχω θυμώσει πολύ, αλλά δεν το έχω βγάλει από μέσα μου και πιστεύω ότι το θέατρο με βοήθησε πάρα πολύ να εκφράσω τέτοιου είδους συναισθήματα. Η Εκάβη είναι ένα παράδειγμα, ο θυμός της καίει το σύμπαν. Η Εκάβη που συναντάμε στις «Τρωάδες» δεν θέλει να πάρει καμιά εκδίκηση. Το σκέφτομαι και για τον εαυτό μου αυτό: αν συναντηθώ με τον πόλεμο, επειδή είναι πολύ κοντά μας, στην ηλικία που είμαι, θα κλειστώ στο διαμέρισμά μου, θα βάλω μουσική και θα περιμένω τη βόμβα, θα καθίσω και θα πω «σκοτώστε με». Κι όλο αυτό με την έννοια της πλήρους απογοήτευσης, ότι δεν υπάρχει ελπίδα για το ανθρώπινο είδος. Δεν χρειάζεται να πέσει η βόμβα επάνω μας, το βλέπουμε σε αυτά που διαβάζουμε καθημερινά – πάρε παράδειγμα αυτούς που κυβερνούν, διότι, δυστυχώς, ζούμε και σε μια περίοδο που έχουν δύναμη στα χέρια τους κάποιοι άχρηστοι, άθλιοι άνθρωποι που θέλουν να κατακτήσουν ό,τι δεν τους ανήκει. Αυτό λέει η Εκάβη, αυτή είναι η μεγάλη αδικία στον κόσμο. Λέει στον Ταλθύβιο «σκότωσέ με, δεν έχω κάτι να χάσω». Γι’ αυτούς που έχουν εξουσία, οι άνθρωποι είναι αριθμοί, πιόνια, που θα τα χτυπήσουν οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς καμία τύψη. Ποτέ μέσα στην ιστορία ο άνθρωπος δεν έχει νιώσει πιο αναλώσιμος απ’ ό,τι μέσα στην απόλυτη νίκη του καπιταλισμού, που Πρόεδρος της Αμερικής γίνεται ένας οποιοσδήποτε πλούσιος και ισχυρός, και οποιαδήποτε ιδεολογία έχει πεθάνει. Μόνο σε κάτι διαφημίσεις κινητής τηλεφωνίας διαβάζεις ότι είσαι ελεύθερος, όταν π.χ. έχεις το τάδε κινητό, έτσι μιλάμε για την ελευθερία πια.
Το αρχαίο δράμα μάς παρηγορεί ή μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα δεν θέλουμε να δούμε;
Η τροφή για να επιβιώσει καθένας μας στον μικρόκοσμο που φτιάχνει είναι οι μεγάλες ιδέες, αυτά τα κείμενα. Αλλιώς ζεις μια ζωή πολύ φτωχή και χωρίς νόημα, αν δεν ξέρεις αυτά τα πρώτα και μεγάλα ζητήματα που έχουν τεθεί από τότε. Και είναι κάτι που δεν σταματά να σε εντυπωσιάζει, και ταυτόχρονα να σε στενοχωρεί, το ότι, αν και έχουν γραφτεί αιώνες πριν, όσο περνούν τα χρόνια συνεχίζουν να είναι επίκαιρα γιατί δεν έχει βρεθεί καμία λύση, δεν έχει κάνει ένα βήμα ο άνθρωπος να πάει παραπέρα. Η μικρή ζωή μας που προσπαθούμε να τη φτιάξουμε λίγο όμορφη, λίγο βιώσιμη, με μια χαρά, πρέπει πάντα να βασίζεται σε αυτές τις ιδέες, αλλιώς δεν την κατανοούμε.
Αν σου ζητούσα να διαλέξεις μια φράση από αυτά που λέει η Εκάβη, τι θα ξεχώριζες;
Μου αρέσει πολύ η φράση που λέει «είμαστε έρμαια στο χάος που ορίζει τον νου και τη σκέψη σας», γιατί αυτό είμαστε σήμερα, έρμαια στο χάος που ορίζει τη σκέψη τους. Οποιαδήποτε χώρα, αν έχει πετρέλαιο, όπως η Ουκρανία, οποιονδήποτε πλούτο, είναι λεία για όποιον θέλει να βγάλει χρήματα ή και να κυριαρχήσει.

Πάμε στην παράστασή σας όπου, όπως διαβάζω, η σκηνοθέτιδά σας, Ελένη Ευθυμίου, φωτίζει πολύ τον κόσμο των γυναικών.
Όντως, η παράσταση φωτίζει πολύ τον κόσμο των γυναικών κάτω από την πατριαρχία. Θέλει να ρίξει φως στο ότι πρόκειται για γυναίκες που έχουν μεγαλώσει κάτω από τέτοιες συνθήκες, όπως μεγαλώνουν οι περισσότερες γυναίκες ακόμα και σήμερα, και στο πώς μπορούν, μέσα σε αυτήν τη φρίκη, σε αυτή την τρύπα της κόλασης που βρέθηκαν –το σκηνικό μας είναι ένας κρατήρας, μια τρύπα που άνοιξε μια βόμβα–, να αποκτήσουν μια άλλου είδους συνείδηση. Δεν κλαίνε μόνο για την απώλεια και τον χαμό των προσφιλών τους προσώπων, είναι οι γυναίκες που σκέφτονται και αποφασίζουν τη μοίρα τους. Είναι τρομερό ότι 2.500 χρόνια αφότου γράφτηκε το έργο η πατριαρχία είναι εξίσου ισχυρή, κανένας άντρας δεν φταίει για αυτό τον πόλεμο, παρά μόνο η «καταραμένη Ελένη». Άκουσα σε μια εκπομπή να λένε ότι είναι περίπου 300 χρόνια που η γυναίκα προσπαθεί να ελευθερωθεί και δεν τα έχει καταφέρει. Ήταν μια εκπομπή για την γκέι κοινότητα και το ανέφεραν αυτό ως παράδειγμα. Φυσικά και έχουν γίνει βήματα, αλλά πόσα χρόνια θα χρειαστεί και αυτή η κοινότητα για να ελευθερωθεί; Είναι βαθιά ριζωμένες μέσα μας αυτές οι αντιλήψεις και είμαι πολύ χαρούμενη που η παράστασή μας είναι συμπεριληπτική, περιλαμβάνει και μια άλλη κοινότητα ανθρώπων που δυσκολεύονται πολύ να ζήσουν αξιοπρεπώς, περνάνε τα πάνδεινα, δεν έχουν όνομα, είναι μια ομάδα που συχνά την αγνοούμε. Η παράσταση στις 31 Ιουλίου θα είναι προσβάσιμη για τους ανθρώπους με αισθητηριακές αναπηρίες και αναρωτιέμαι αν θα υπάρχουν άνθρωποι που θα ενοχληθούν είτε βλέποντας κάποιους ανθρώπους που δεν είναι αρτιμελείς πάνω στη σκηνή είτε έχοντας κάποιους με αναπηρία δίπλα τους. Είμαι περίεργη να δω πώς θα αντιδράσει ο κόσμος, αλλά είμαι αισιόδοξη, πιστεύοντας πως όσοι έρθουν θα έχουν έναν πιο ευγενικό τρόπο. Άλλωστε αυτό δεν είναι το μήνυμα που στέλνει το θέατρο, η συνύπαρξη;
Πηγή: lifo.gr