Ανάμεσα στις περιπτώσεις των Καβαλιωτών που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή [διαβάστε περισσότερα σχετικά εδώ], ξεχωρίζει αυτή του πολύ δραστήριου κομμουνιστή συνδικαλιστή με πλούσια δράση τόσο στο εργατικό κίνημα όσο και στην τοπική αυτοδιοίκηση Δημοσθένη Μακέδου.
Είναι τιμή για την πόλη μία πλατεία της να φέρει το όνομά του, υπενθυμίζοντας τους αγώνες των καπνεργατών και τη συμβολή τους στο εργατικό κίνημα και υποχρέωση των Αρχών να την αναδείξουν ως έναν χώρο μνήμης.

Η ιστορία του Δημοσθένη Μακέδου καταγράφεται με λεπτομέρειες στο βιβλίο του προέδρου του Ινστιτούτου Κοινωνικών Κινημάτων & Ιστορίας Καπνού (ΙΚΚΙΚ) Ιωάννη Βύζικα Καβάλα, η Μέκκα του Καπνού [Β΄ Τόμος) σσ. 268-70.
Δημοσθένης Μακέδος [Καβάλα 1891-Αθήνα 1944]
Ήταν καπνεργάτης, στέλεχος της Ομοσπονδίας Καπνεργατών. Είχε πλούσια συνδικαλιστική δράση και μαζί με τον Δημητράτο (που διετέλεσε αργότερα, επί Μεταξά, υπουργός Εργασίας) και τον Γενικό Γραμματέα της Καπνεργατικής Ένωσης Καβάλας Γεώργιο Λαδόπουλο καταδικάστηκαν από το Στρατοδικείο Καβάλας για τα αιματηρά επεισόδια της 11ης Νοεμβρίου 1924, κατά την προσπάθεια των καπνεργατών να παρεμποδίσουν την εξαγωγή ανεπεξέργαστων καπνών από το λιμάνι της Καβάλας.
Διετέλεσε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Καβάλας με τον «Κόκκινο Δήμαρχο», τον Δημήτρη Παρτσαλίδη, στις εκλογές του 1934. Συνελήφθη από την Επιτροπή Ασφαλείας και δικάστηκε μαζί με την αριστερή πλειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου με βάση το «Ιδιώνυμο» του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Τον Απρίλιο του 1934 καταδικάστηκε σε 4,5 χρόνια φυλακή και εξορία στο μεσαιωνικό κάτεργο Ιτσεδίν. Μόλις τελείωσε την ποινή του, του ζητήθηκε από τον Μανιαδάκη δια του Κομποχόλη να αποκηρύξει τις ιδέες του με τη γνωστή δήλωση μετανοίας. Η απάντηση του Δημοσθένη ήταν πως «δήλωση κάνουν μόνον οι προδότες και οι δειλοί και προσκυνούν».
Στις αρχές του 1937 τον μεταφέρουν από τον Άη Στράτη, στο κάστρο της Ακροναυπλίας, και τον φυλακίζουν. Το Νοέμβριο του 1938 μαζί με 200 κρατούμενους τον μεταφέρουν στο κάτεργο της Πύλου. Ο Δημοσθένης αντέχει, παρά την κλονισμένη υγεία του, μέσα στα υγρά μπουντρούμια.
Με την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου, οι κρατούμενοι παραδίνονται στις 20/4/1941 από τον Μανιαδάκη στον κατακτητή και μεταφέρονται στην Ακροναυπλία. Η Κατοχή τον βρίσκει μαζί με άλλους 650 στο κάστρο της Ακροναυπλίας. Η κλονισμένη υγεία του τον ρίχνει κάτω, αλλά η πίστη του για τον αγώνα της εργατικής τάξης τον κρατά αλύγιστο.
Τον Ιανουάριο του 1943, μαζί με άλλους 200 κρατουμένους παραδίνονται από την Ελληνική Χωροφυλακή στους Ιταλούς φασίστες και μεταφέρονται στο στρατόπεδο της Λάρισας. Τον Σεπτέμβριο, με την ανακωχή των Ιταλών, παραδίνονται στους Γερμανούς και μεταφέρονται στο Χαϊδάρι.

Την 1η Μαΐου 1944 εκτελείται μαζί με τους άλλους 200 Ακροναυπλιώτες από τους Γερμανούς.
Πηγαίνοντας στο εκτελεστικό απόσπασμα τούς χαιρέτησε όλους και είπε: «όποιος ζήσει ας χαιρετήσει τους καπνεργάτες. Πεθαίνω γιατί δεν προσκύνησα προδότες»!
Παρ’ όλο που είχε κανονιστεί να δραπετεύσει τρεις φορές, αυτός δεν δέχτηκε και υπέδειξε εικοσάχρονα παιδιά να πάρουν τη θέση του στην απόδραση…