Ιωάννης Τριανταφυλλίδης: Είναι θετικό ότι ο Ιατρικός Σύλλογος Καβάλας ανακάλυψε τόσο έντονο ενδιαφέρον για το Νοσοκομείο…

Με σκωπτική διάθεση απέναντι στον οικείο Ιατρικό Σύλλογο ο διευθυντής του Χειρουργικού Τμήματος του Νοσοκομείου Καβάλας θέτει ερωτήματα για την υποστελέχωση, τη ΜΕΘ και τις αναφορές για «εργασιακό εκφοβισμό»

Ο διευθυντής του Χειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου της Καβάλας, Ιωάννης Τριανταφυλλίδης παίρνει θέση για τα σοβαρά θέματα που άπτονται του νοσηλευτικού Ιδρύματος της πόλης, όπως το ζήτημα της υποστελέχωσης, τη λειτουργία της ΜΕΘ και του Αναισθησιολογικού Τμήματος, αλλά και για τις αναφορές/καταγγελίες για εγκατάλειψη του Νοσοκομείου από γιατρούς λόγω «εργασιακού εκφοβισμού», θέτοντας, παράλληλα και τον Ιατρικό Σύλλογο Καβάλας προ των ευθυνών του, σημειώνοντας ότι «πριν μιλήσουν ξανά εξ ονόματος της “συντριπτικής πλειονότητάς” μας, ας κάνουν κάτι πολύ απλούστερο: Ας μας ρωτήσουν».

Γράφει ο Ιωάννης Τριανταφυλλίδης

Τις τελευταίες ημέρες διαβάζω ένα εντυπωσιακό μπαράζ ανακοινώσεων και δημοσιευμάτων για τα «αμέτρητα και σοβαρότατα προβλήματα» του Νοσοκομείου Καβάλας.

Κατ’ αρχάς, είναι θετικό ότι ο τοπικός Ιατρικός Σύλλογος ανακάλυψε τόσο έντονο ενδιαφέρον για το Νοσοκομείο. Δεν θυμάμαι, ωστόσο, αντίστοιχη δημόσια κινητοποίηση σε άλλες, αντικειμενικά δύσκολες περιόδους: Ούτε στην πανδημία ούτε, για παράδειγμα, όταν το Χειρουργικό Τμήμα βρέθηκε σε εξαιρετικά δυσχερή στελέχωση μετά και τον αδόκητο χαμό του Θόδωρου Ταβλαρίδη.

Μαθαίνω επίσης ότι πραγματοποιήθηκε τηλεδιάσκεψη με τοπικούς βουλευτές. Καλώς έγινε. Οι εθιμοτυπικές επισκέψεις, όμως, καθώς και οι τηλεδιασκέψεις με θεσμικούς εκπροσώπους δεν υποκαθιστούν την απευθείας επικοινωνία με τους ανθρώπους που εργάζονται καθημερινά στο Νοσοκομείο.
Εδώ προκύπτει ένα απλό ερώτημα: Από πού ακριβώς αντλεί ο Ιατρικός Σύλλογος την εικόνα που παρουσιάζει δημοσίως για το Νοσοκομείο Καβάλας; Από πόσους νοσοκομειακούς γιατρούς ζητήθηκε άποψη; Από πόσα τμήματα; Με ποια διαδικασία; Υπήρξε κάποια καταγραφή ή αποτύπωση δεδομένων ή η συνολική εικόνα σχηματίστηκε από τις απόψεις συγκεκριμένων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του; Και, κυρίως, με ποια τεκμηρίωση θεωρείται ότι οι απόψεις αυτές εκφράζουν τη συντριπτική πλειονότητα των γιατρών του νοσοκομείου;

Υποθέτω ότι ο οικείος Ιατρικός Σύλλογος αντιλαμβάνεται τον θεσμικό του ρόλο ως εκπροσώπηση ολόκληρου του ιατρικού σώματος και όχι ως επιλεκτική ακρόαση εκείνων των οποίων οι απόψεις είναι περισσότερο οικείες ή βολικές. Άλλωστε δεν πρόκειται για ιδιωτική λέσχη. Είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σωματειακού χαρακτήρα, στο οποίο οι γιατροί εγγράφονται υποχρεωτικά και του οποίου θεσμική αποστολή είναι, μεταξύ άλλων, η περιφρούρηση της αξιοπρέπειας όλων των μελών του και η καλλιέργεια ομαλών συναδελφικών σχέσεων. Θα ήταν συνεπώς αυτονόητο να ακούγονται με την ίδια προσοχή οι απόψεις και οι ανησυχίες όλων των μελών του.

Και κάτι ακόμη περισσότερο αυτονόητο: Προφανώς, σε έναν θεσμικό φορέα δεν μπορεί να υπάρχουν γιατροί των οποίων η αξιοπιστία, η ηθική και η ειλικρίνεια θεωρούνται a priori δεδομένες και άλλοι που καλούνται κάθε φορά να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες. Οι ισχυρισμοί κρίνονται από τα στοιχεία που τους συνοδεύουν και όχι από το ποιος τους διατυπώνει.

Τα ίδια ερωτήματα αφορούν και στους πολιτικούς εκπροσώπους. Όποιος επιθυμεί να έχει πραγματική εικόνα για ένα νοσοκομείο μπορεί να μιλήσει απευθείας με τους γιατρούς του, με τους διευθυντές των τμημάτων, με τους ειδικευόμενους, με τους ανθρώπους που κάνουν τις εφημερίες και κρατούν τμήματα και μονάδες σε λειτουργία. Η θεσμική εκπροσώπηση ναι μεν είναι χρήσιμη, πλην όμως δεν αποτελεί πιστοποιητικό αποκλειστικής κατοχής της αλήθειας.

Πάμε τώρα στην περίφημη «δραματική υποστελέχωση».

Εργάζομαι στο Νοσοκομείο Καβάλας περισσότερο από πέντε χρόνια. Τα προβλήματα στελέχωσης υπήρχαν, εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα και πιθανότατα θα συνεχίσουν αν δεν υπάρξει ριζική αναμόρφωση του ΕΣΥ και αλλαγή κεντρικής πολιτικής της υγείας. Ουδείς σοβαρός άνθρωπος τα αρνείται. Μόνο που δεν πρόκειται για ιδιαιτερότητα ή αποκλειστικότητα της Καβάλας.

Η δυσκολία προσέλκυσης και παραμονής γιατρών στα περιφερειακά νοσοκομεία αποτελεί διαχρονικό και ευρύτερο πρόβλημα του ΕΣΥ. Η συζήτηση επομένως έχει νόημα όταν αφορά τις πραγματικές αιτίες: Τις αποδοχές των γιατρών, τις συνθήκες εργασίας, τον αριθμό των εφημεριών που καλούνται να εκτελέσουν, την επαγγελματική προοπτική και τη συνολική ελκυστικότητα των θέσεων του δημόσιου συστήματος. Η απόδοση ενός σύνθετου, πανελλαδικού προβλήματος στο υποτιθέμενο «τοξικό κλίμα» ενός συγκεκριμένου νοσοκομείου είναι εύκολη ως αφήγημα, αλλά ως ανάλυση χρειάζεται αποδείξεις. Διαφορετικά μπορούμε εξίσου εύκολα να συζητήσουμε για τον ανάδρομο Ερμή ή για το κακό μας ριζικό.

Ακούω, επίσης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την αγωνία για το Αναισθησιολογικό Τμήμα. Μα, ο ίδιος ο Ιατρικός Σύλλογος δεν είχε προσφάτως υποστηρίξει τη μετακίνηση αναισθησιολόγου του νοσοκομείου προς το τοπικό ΕΚΑΒ; Εάν το στοιχείο αυτό αμφισβητείται, μπορεί πολύ εύκολα να διαψευστεί επισήμως. Εάν δεν αμφισβητείται, τότε είναι εύλογο να εξηγηθεί πώς συμβιβάζεται εκείνη η θέση με τη σημερινή δραματική περιγραφή της υποστελέχωσης.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δημόσια συζήτηση για τη ΜΕΘ. Η ΜΕΘ Καβάλας διαθέτει σήμερα έξι γιατρούς. Μία συνάδελφος καταλαμβάνει θέση στο Νοσοκομείο Δράμας και αποχωρεί από την Καβάλα. Αυτό είναι γεγονός. Τα αίτια της αποχώρησής της τα γνωρίζουν οι παροικούντες το νοσοκομείο μας, αν και τεχνιέντως αποσιωπώνται. Από εκεί και πέρα, όμως, τα αριθμητικά δεδομένα είναι αμείλικτα. Για περισσότερο από τρία χρόνια γιατροί της ΜΕΘ Καβάλας κάλυπταν παράλληλα εφημερίες της ΜΕΘ Δράμας. Με τη μετάβαση της συναδέλφου στη Δράμα, το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι απλώς ότι η Καβάλα χάνει έναν γιατρό. Είναι πόσες εφημερίες εκτός Καβάλας παύει πλέον να υποχρεούται να καλύπτει. Αυτό λέγεται καθαρό ισοζύγιο εφημεριών.

Ας δημοσιοποιηθούν λοιπόν οι αριθμοί: Πόσες εφημερίες κάλυπτε έως τώρα η Καβάλα στη Δράμα, πόσες θα καλύπτει μετά τη μετακίνηση της συναδέλφου -προφανώς καμία- και ποια ακριβώς θα είναι η πραγματική πρόσθετη επιβάρυνση των πέντε γιατρών που παραμένουν, καθώς επίσης τι εφημερίες και πού καλύπτει ο καθένας εξ αυτών. Εφόσον υπάρχει τεκμηριωμένος κίνδυνος «κατάρρευσης» της ΜΕΘ με τους πέντε γιατρούς που παραμένουν -τόσοι έχουν οργανική θέση στη ΜΕΘ- θα ήταν χρήσιμο να παρουσιαστούν τα σχετικά αριθμητικά δεδομένα.

Το σοβαρότερο, όμως, είναι άλλο. Έχει διατυπωθεί δημοσίως η θέση ότι γιατροί εγκαταλείπουν το Νοσοκομείο Καβάλας εξαιτίας εργασιακού εκφοβισμού. Ο εργασιακός εκφοβισμός δεν είναι σχήμα λόγου και ασφαλώς δεν είναι επικοινωνιακό αξεσουάρ. Είναι εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο χρειάζεται συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Πόσοι γιατροί έφυγαν γι’ αυτόν τον λόγο; Ποιοι; Πότε; Ποια περιστατικά επικαλέστηκαν; Σε ποια όργανα τα κατήγγειλαν; Σε ποιον αποδίδουν τις συγκεκριμένες συμπεριφορές; Εάν υπάρχουν τέτοιες καταγγελίες, οφείλουν να διερευνηθούν πλήρως και χωρίς καμία έκπτωση. Εάν όμως δεν υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά και συγκεκριμένα στοιχεία, τότε ο όρος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως γενική εξήγηση κάθε παραίτησης, μετακίνησης ή αλλαγής νοσοκομείου. Ιδίως όταν πρόκειται για συναδέλφους που καταλαμβάνουν, με δική τους επιλογή, οργανική θέση σε άλλο νοσοκομείο. Η δημόσια συζήτηση για ένα νοσοκομείο χρειάζεται στοιχεία και αποδείξεις. Οι αριθμοί έχουν το ενοχλητικό ελάττωμα να μη συμμετέχουν σε παρατάξεις, παρέες και προσωπικές αντιπαραθέσεις. Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις δημόσιες καταγγελίες.

Όταν αποδίδονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, εκείνος που τα διατυπώνει οφείλει να μπορεί και να τα τεκμηριώσει. Και όταν πρόκειται για ισχυρισμούς ικανούς να θίξουν την τιμή ή την υπόληψη ανθρώπων, η εν γνώσει διάδοση ψευδών γεγονότων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα κακής δημόσιας πρακτικής. Υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος μπορεί να γεννήσει τόσο ποινικές όσο και αστικές συνέπειες.
Ο Ιατρικός Σύλλογος έχει κάθε δικαίωμα -και θεσμική υποχρέωση- να παρεμβαίνει για τα προβλήματα της υγείας. Ακριβώς για αυτό οι δημόσιες παρεμβάσεις του έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και φυσικά απαιτούν αντίστοιχη ακρίβεια και τεκμηρίωση.

Δικαιούμαστε, όμως, και εμείς να ζητούμε τις πηγές της ενημέρωσής του, τους υπολογισμούς του και τη βάση της εκπροσώπησης που επικαλείται. Ας δοθούν, λοιπόν, συγκεκριμένες απαντήσεις με αντικειμενικά δεδομένα. Και πριν μιλήσουν ξανά εξ ονόματος της «συντριπτικής πλειονότητάς» μας, ας κάνουν κάτι πολύ απλούστερο: Ας μας ρωτήσουν.