Της Αλεξίας Καλαϊτζή
HΜαριάννα Μπορίκοβα δεν φανταζόταν ποτέ όταν το 2001 ερχόταν 20χρονη τότε από το Σαντάνσκι στο Οφρύνιο Καβάλας για να εργαστεί στην εστίαση, πως σήμερα θα διοικούσε μαζί με μία συμπατριώτισσά της ένα από τα πιο γνωστά μεσιτικά γραφεία στην περιοχή.
Στιλάτη και χαμογελαστή, μας υποδέχεται φορώντας ένα μακρύ γαλάζιο φόρεμα στον μοντέρνα διακοσμημένο χώρο εργασίας της που βρίσκεται στην παραλιακή οδό. Σε άπταιστα ελληνικά διηγείται πως όταν είχε πρωτοέρθει στο Οφρύνιο –στην Τούζλα, όπως αποκαλούν τον παραθαλάσσιο οικισμό της Καβάλας οι ντόπιοι– της είχε φανεί ένα όμορφο και ήσυχο μέρος, ιδανικό για οικογενειακές διακοπές.
Το ενδιαφέρον ήταν τόσο μεγάλο, που σήμερα δεν βρίσκεις πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο πουθενά στην παραλία Οφρυνίου!
Αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με την εγγύτητα της περιοχής με πολλές βουλγαρικές πόλεις –βρισκόμαστε μόλις 3,5 ώρες από τη Σόφια– προσέλκυσαν πολλούς Βούλγαρους πολίτες ώστε πρώτα να έρθουν για διακοπές και έπειτα να (ξανα)έρθουν να αγοράσουν σπίτια. Η γυναίκα εντόπισε το κενό που υπήρχε στη συνεννόηση μεταξύ πωλητών και αγοραστών και χάρη στη γνώση της βουλγαρικής γλώσσας ενεργοποιήθηκε επαγγελματικά στην αγοραπωλησία ακινήτων.

Από τουρίστες, αγοραστές
Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό και με μια βόλτα στην πλαζ. Στα παραθαλάσσια οικόπεδα, είτε εκτελούνται οικοδομικές εργασίες με τεράστιους εκσκαφείς που σκάβουν για να μεταφέρουν χώμα θολώνοντας την ατμόσφαιρα είτε στέκουν ήδη παρατεταγμένα μικρά, νεόδμητα σπιτάκια. Μια νέα πόλη, πάνω από την πόλη. Στα οικόπεδα όπου δεν συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω, πωλούνται όνειρα προσεχώς. Μεγάλες αφίσες με μακέτες «εξοχικών διαμερισμάτων» υπόσχονται την καλοκαιρινή φαντασίωσης, στα αγγλικά και με την εικόνα ενός χαρούμενου ζευγαριού: «Πρώτα ερωτεύεστε. Μετά επενδύετε. Εδώ είναι η παραλία του Οφρυνίου».
Το σύνθημα έχει βρει τον στόχο του. Οι Βούλγαροι είναι η εθνικότητα με το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκτητών δεύτερης κατοικίας. Σύμφωνα με βουλγαρική ενημερωτική ιστοσελίδα, η Ελλάδα παραμένει πρώτη στην επιλογή τους και μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους 3.228 πολίτες είχαν δηλώσει ακίνητη περιουσία στη χώρα μας. Μεσίτες και εργολάβοι που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της Καβάλας αναφέρουν πως το 50% των πελατών τους είναι Βούλγαροι, οι οποίοι αγοράζουν σπίτια και οικόπεδα σε όλη την παραλιακή γραμμή από τη Νέα Πέραμο και τη Νέα Ηρακλείτσα μέχρι το Οφρύνιο, έχοντας φτάσει πλέον και σε ορεινά χωριά που μπορεί να απέχουν 20 χιλιόμετρα από τη θάλασσα.

Σε οικισμούς όπως η Τούζλα, η αύξηση μέσα σε μία δεκαετία ξεπέρασε κάθε προσδοκία καθώς από τα 900 ευρώ/τ.μ., η μέση τιμή πώλησης ακινήτων εκτινάχτηκε στα 2.500 ευρώ/τ.μ.!
Όσοι δραστηριοποιούνται στην εστίαση και στον τουρισμό βλέπουν κατά κύριο λόγο θετικά την εξέλιξη. Αρκετοί όμως ντόπιοι αισθάνονται το λιγότερο άβολα που επί πέντε μήνες τα χωριά τους κατακλύζονται από Βούλγαρους τουρίστες, οι οποίοι πλέον έχουν γίνει πελάτες, γείτονες και κάποιες φορές εργοδότες τους. Δεν ενοχλούνται μόνο από τα συνηθισμένα σε όλη την Ελλάδα προβλήματα που συνεπάγεται ο τουρισμός, όπως η κίνηση, η φασαρία και συνολικά η πίεση που υφίστανται οι ελλιπείς υποδομές. «Δεν βρίσκεις πια Έλληνα στην Τούζλα – Βούλγαροι και Τούρκοι κατέλαβαν την παραλία Οφρυνίου», ήταν ο τίτλος δημοσιεύματος που αναρτήθηκε πρόσφατα σε τοπική εφημερίδα. To ίδιο θα ακούσεις να συζητούν σε εστιατόρια και καφέ. Μεταφέρω τον προβληματισμό αυτόν μερίδας των κατοίκων στη μεσίτρια Μαριάννα Μπορίκοβα. «Σε ένα τουριστικό μέρος είναι λογικό να είναι περισσότεροι οι τουρίστες. Αν πάμε σε ένα νησί, το ίδιο δεν είναι;», διερωτήθηκε δείχνοντας τον ελέφαντα στο δωμάτιο. «Αν ήταν Γερμανοί, θα σας ενοχλούσε τόσο;», ρωτάω τους κατοίκους. «Όχι», απαντούν με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Εκτινάχθηκαν οι τιμές
Η Ρίτσα Καραγιαννίδου, έμπειρη αρχιτέκτων και μηχανικός, προσπαθεί να ζυγίσει τα θετικά με τα αρνητικά. Η αύξηση της ζήτησης από τη βουλγαρική αγορά ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που εκτόξευσαν τις τιμές πώλησης, κάνοντας δυσεύρετα τα διαθέσιμα οικόπεδα. Όπως αναφέρει, σε περιοχές ήδη τουριστικά ανεπτυγμένες, όπως η Νέα Πέραμος, οι τιμές έχουν διπλασιαστεί. Ακόμη περισσότερο σε οικισμούς όπως η Τούζλα, η αύξηση αυτή μέσα σε μία δεκαετία ξεπέρασε κάθε προσδοκία καθώς από τα 900 ευρώ/τ.μ., η μέση τιμή πώλησης ακινήτων εκτινάχτηκε στα 2.500 ευρώ/τ.μ. «Υπήρξε μια ασυδοσία», αναφέρει η κ. Καραγιαννίδου, προσθέτοντας πως ειδικά την πρώτη περίοδο οι Βούλγαροι αγόρασαν ακριβότερα από την πραγματική αξία των οικοπέδων, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν προς τα πάνω οι αξίες.
Ιστορικά αντανακλαστικά
Προσπαθώντας να εξηγήσει τη –μερικές φορές– αρνητική στάση των ντόπιων προς τους Βούλγαρους, η ίδια μας παραπέμπει στην πρόσφατη ιστορία του τόπου. «Εδώ δεν είχαμε Γερμανούς, είχαμε Βούλγαρους. Υπάρχουν μνήμες. Εγώ πρόλαβα ζωντανούς ανθρώπους που υπέφεραν από τους Βούλγαρους. Δεν θέλω να είμαι μισαλλόδοξη, αλλά θα έρθει τώρα ένας Βούλγαρος με ένα εντυπωσιακό ακριβό αυτοκίνητο και ύφος καρδιναλίων να μου το παίξει μάγκας; Από έναν Ιταλό, θα ήταν πιο αποδεκτό».
Κοινό μυστικό στην περιοχή είναι πως κάποια από τα ακίνητα αυτά διατίθενται μέσω άτυπων ιστοσελίδων, παράνομα, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για Έλληνες που δραστηριοποιούνται στη βραχυχρόνια μίσθωση και ξενοδόχους.
Οι μνήμες αυτές απασχολούν πολύ λιγότερο τη νεότερη γενιά, που βλέπει χάρη στους γείτονές της να επιμηκύνεται η τουριστική περίοδος. Τρίτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, μια καθημερινή μεσημέρι, και όλα τα τραπέζια στο εστιατόριο του Νίκου Κουρκούμπα στην Ηρακλείτσα είναι γεμάτα. Όλοι οι πελάτες μιλούν βουλγαρικά. Κάποια χρόνια πριν, αυτήν την εικόνα μπορούσες να τη δεις το αργότερο μέχρι τα τέλη Αυγούστου. «Ευτυχώς που είναι κι αυτοί», αναφέρει ο 24χρονος που συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, ένα ιχθυοπωλείο που ψήνει και σερβίρει ψάρι. «Έχω μάθει και βουλγαρικά. Από σεβασμό στον πελάτη».
Ο Νίκος Κουρκούμπας πιστεύει πως η άφιξη των Βούλγαρων επενδυτών και αγοραστών έγινε λίγο πρώιμα και απότομα, πριν ακόμα καταφέρει η περιοχή να επενδύσει για να προσφέρει ένα ποιοτικό τουριστικό προϊόν και ίσως να προσελκύσει άλλο προφίλ επισκεπτών. Ρωτώντας τον για τα αρνητικά, απαντάει διπλωματικά πως οι Βούλγαροι πελάτες απαιτούν λίγο περισσότερη ενέργεια σε σχέση με έναν Δυτικοευρωπαίο. «Δεν μπορούμε, όμως, να κάνουμε πολλά αυτή τη στιγμή. Είμαστε θεατές! Απλώς προσαρμοζόμαστε».
Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής, 21.09.2025



