Ηπαράσταση |(Όλα)ν, όσα αφήνουμε < για ένα αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ…| ήταν τρίτη παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας για φέτος, στο πλαίσιο του 68ου Φεστιβάλ Φιλίππων. Μια εν πλω θεατρική εμπειρία όπου η θάλασσα, η μουσική και η διαφορετικότητα γίνονται ο ίδιος ο προορισμός και το κατάστρωμα του πλοίου ένας ρευστός σκηνικός τόπος, όπου το φως της θάλασσας, ο αέρας και οι ήχοι του νερού έπαιζαν ισάξιο ρόλο με τους ηθοποιούς.
Γράφει για την παράσταση η Νατάσα Θεοδοσίου
Υπάρχουν θεατρικές εμπειρίες που απλώς παρακολουθείς, κι άλλες που σε παίρνουν μαζί τους, σε τραβούν έξω από την καθημερινότητα και σε βάζουν μέσα σε μια άλλη πραγματική διάσταση. Η τρίτη φετινή παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ανήκει χωρίς αμφιβολία στη δεύτερη κατηγορία. Σκηνοθετημένη από τον Μάριο Κακουλλή, με κείμενο της Έρι Κύργια και πρωτότυπη μουσική του Ανδρέα Βαλαχή, η παράσταση αυτή δεν περιορίστηκε στο να αφηγηθεί μια ιστορία… έγινε η ίδια ένα ταξίδι.
Η επιλογή να παρουσιαστεί εν πλω, στο πλαίσιο του 68ου Φεστιβάλ Φιλίππων, δεν ήταν ένα απλό σκηνοθετικό εύρημα. Το κατάστρωμα του πλοίου έγινε ένας ρευστός σκηνικός τόπος, όπου το φως της θάλασσας, ο αέρας και οι ήχοι του νερού έπαιζαν ισάξιο ρόλο με τους ηθοποιούς.
Ο Χάρης Κούσιος στην κινησιολογία έδωσε στα σώματα μια αίσθηση συνεχούς μετάβασης, σαν να κινούνται μαζί με το κύμα. Η συμβολή της Υρώς Ζερβούδη ως βοηθού σκηνοθέτη φάνηκε στην αρμονία και την ακρίβεια των ρυθμών της παράστασης, ενώ η Μάριον Αλαγιώτη στην οργάνωση παραγωγής φρόντισε να διασφαλίσει ότι το εγχείρημα αυτό θα κυλήσει χωρίς εμπόδια.
Οι ερμηνείες των Συμεών Κωστάκογλου, Αναστάση Γεωργούλα, Γιώργου Ζιάκα, Θοδωρή Βράχα, Σπύρου Μπόσγα και της Υρώς Ζερβούδη δεν είχαν τίποτα το τυπικό. Κάθε ηθοποιός έμοιαζε να κουβαλά το δικό του μικρό σύμπαν αναμνήσεων και συναισθημάτων. Άλλοτε μέσα από σιωπές και βλέμματα, άλλοτε μέσα από εκρήξεις λόγου και κίνησης, έδιναν φωνή σε όλα εκείνα που, όπως υπαινίσσεται ο τίτλος, συχνά αφήνουμε ανείπωτα.
Η ζωντανή μουσική από τα Καλογεράκια στο κατάστρωμα, κατά τη διάρκεια της επιστροφής, δεν λειτούργησε απλώς ως συνοδεία, έγινε χτύπος καρδιάς της παράστασης. Στιγμές και ήχοι συναισθηματικά φορτισμένοι και χαμηλόφωνοι, άλλες φορές εκρηκτικοί και πιο εύθυμοι αγκάλιαζαν το κοινό και το παρέσερναν πιο βαθιά στην ατμόσφαιρα του έργου.
Αν και το κείμενο αντλεί έμπνευση από τον κόσμο και τη γραφή του Χρόνη Μίσσιου, η παράσταση δεν εγκλωβίζεται σε βιογραφικές ή λογοτεχνικές αναφορές. Αντιθέτως, παίρνει το υλικό και το μετατρέπει σε μια βιωματική διαδρομή για τον θεατή. Μια διαδρομή όπου η έννοια του «προορισμού» χάνεται και μένει μόνο η εμπειρία της διαδρομής της αλλαγής, της ανακάλυψης, της απώλειας και της αποδοχής.
Η διαφορετικότητα των σωμάτων και των εκφράσεων πάνω στη σκηνή-κατάστρωμα έδινε μια σπάνια αίσθηση συλλογικότητας. Κανείς δεν ήταν ίδιος, κι όμως όλοι ανήκαν στον ίδιο κόσμο, συνθέτοντας ένα μωσαϊκό από ιστορίες και πρόσωπα. Αυτή η συλλογική ενέργεια έφτανε μέχρι τους θεατές, δημιουργώντας εκείνη τη μαγική αίσθηση ότι «είμαστε όλοι μαζί σε αυτό το ταξίδι».
Όταν το πλοίο «έδεσε» στο λιμάνι, κανείς δεν ήταν ακριβώς ο ίδιος. Η παράσταση είχε ήδη χαράξει το δικό της μικρό σημάδι στον καθένα, σαν μια αλμυρή (λόγω της θαλασσινής αύρας) ανάμνηση που μένει στα χείλη. Δεν ήταν μόνο θέατρο, ήταν μια εμπειρία ζωής, μια πρόσκληση να τολμήσουμε όσα αφήνουμε πίσω και να αγκαλιάσουμε τη διαδρομή, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Γιατί, καμιά φορά, το σημαντικό δεν είναι πού φτάνεις, αλλά τι αφήνεις πίσω και ποιον συναντάς μέσα σου στη διαδρομή.
*Φωτογραφίες: Λάσκαρης Τσούτσας




