«Μια άλλη Θήβα»: Δύο άνθρωποι, ένας διάλογος και μια παράσταση που εμπιστεύεται τη δύναμη του θεάτρου

Ο Δημήτρης Καπουράνης και ο Θάνος Λέκκας συναντιούνται σε μια παράσταση που μετατρέπει τον διάλογο, τις παύσεις και τις αλληγορίες σε μια από τις πιο ουσιαστικές στιγμές του φετινού Φεστιβάλ Φιλίππων. Γράφει η Νατάσα Θεοδοσίου

Σε ένα κατάμεστο από κόσμο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, ανέβηκε το βράδυ της Τετάρτης 29 Ιουλίου 2026, κάτω από την πανσέληνο, η θεατρική παράσταση «Μια Άλλη Θήβα», ένα από τα μεγαλύτερα φαινόμενα των τελευταίων θεατρικών ετών, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Η παράσταση απέδειξε και πάλι ότι η απήχησή της μόνο συγκυριακή δεν είναι. Η ποιότητα του κειμένου, η ευφυΐα της σκηνοθεσίας και κυρίως η σπάνια ερμηνευτική συνάντηση των ηθοποιών, φέτος του Δημήτρη Καπουράνη και του Θάνου Λέκκα, ήταν τα βασικά, απλά και λιτά συστατικά που κάνουν το Θέατρο να αναπαριστά και κυρίως, να ξεπερνά με διακριτική μαγεία την ίδια την πραγματικότητα.

Γράφει η Νατάσα Θεοδοσίου

Πολλές φορές «απαιτείται» μια ιδιαίτερη θεατρική «ενέργεια» για να κρατήσει καθηλωμένο ένα κατάμεστο αρχαίο θέατρο μόνο με δύο ηθοποιούς και έναν διάλογο που εξελίσσεται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Η παράσταση «Μια Άλλη Θήβα» το κατορθώνει χωρίς να αναζητήσει εύκολους εντυπωσιασμούς.

Εμπιστεύεται τη δύναμη του κειμένου του Σέρχιο Μπλάνκο, τη λιτή αλλά απόλυτα εστιασμένη σκηνοθεσία και δύο ερμηνείες που λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, οδηγώντας τον θεατή σε μια σταδιακή βύθιση στα πιο σύνθετα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η επιστροφή της στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων, χθες το βράδυ, δεν ήταν μια ακόμη στάση της καλοκαιρινής περιοδείας. Ήταν μια επιστροφή που περίμενε το κοινό. Η περσινή παρουσία της παράστασης είχε ήδη δημιουργήσει μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με τους θεατές και αυτό αποτυπώθηκε στην εικόνα του κατάμεστου αρχαίου θεάτρου, σε μια από τις μεγαλύτερες προσελεύσεις της φετινής διοργάνωσης.

Το έργο του Μπλάνκο ισορροπεί με αριστοτεχνικό τρόπο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, χωρίς να επιτρέπει στον θεατή να αισθανθεί ποτέ απολύτως βέβαιος για όσα παρακολουθεί. Οι συνεχείς ανατροπές δε λειτουργούν ως αφηγηματικά τεχνάσματα, αλλά ως αφορμές για να «φωτιστούν» διαφορετικές όψεις της ενοχής, της συγχώρεσης, της ταυτότητας και της ανθρώπινης ανάγκης για λύτρωση. Οι αλληγορίες είναι παρούσες σε κάθε σχεδόν σκηνή, αλλά ποτέ δεν γίνονται επιτηδευμένες. Αντιθέτως, ξεδιπλώνονται με φυσικότητα, αφήνοντας τον θεατή να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά.

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκονται δύο ερμηνείες όχι «ανταγωνιστικές», αλλά «συνυπάρχοντας» η μία μαζί με την άλλη σε μια διαρκή σχέση ισορροπίας. Ο Δημήτρης Καπουράνης και ο Θάνος Λέκκας χτίζουν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια μια σκηνική συνθήκη εμπιστοσύνης, όπου κάθε λέξη, κάθε βλέμμα και κάθε παύση αποκτούν ξεχωριστή σημασία. Η χημεία τους είναι από εκείνες που «γεννιούνται» αβίαστα μέσα από τον ρυθμό του διαλόγου και τη βαθιά κατανόηση των χαρακτήρων.

Ο Δημήτρης Καπουράνης προσδίδει στον ρόλο του ένταση, αυθορμητισμό και μια διαρκή εσωτερική ανησυχία, αποφεύγοντας τις εύκολες κορυφώσεις. Ο Θάνος Λέκκας, από την άλλη, επιλέγει μια ερμηνεία χαμηλών τόνων, γεμάτη υπαινιγμούς και συναισθηματικές αποχρώσεις. Η χαμηλή, αισθαντική χροιά της φωνής του υπηρετούν εξαιρετικά τον ψυχισμό του ήρωα, αναδεικνύοντας την ευθραυστότητα και την εσωτερικότητά του. Σε ένα ανοιχτό θέατρο, ωστόσο, αυτή η συνειδητή υποκριτική επιλογή δεν έφτανε πάντοτε με την ίδια καθαρότητα σε όλους του θεατές. Εκεί, οι υπέρτιτλοι αποδείχθηκαν πολύτιμοι, γεφυρώνοντας διακριτικά το μικρό ηχητικό κενό και διατηρώντας αλώβητη τη ροή του έργου.

Η σκηνοθεσία αντιστέκεται στον πειρασμό της υπερβολής. Δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει επιδεικτικά. Αντίθετα, δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο, ώστε ο λόγος να κυριαρχήσει και οι ηθοποιοί να αναμετρηθούν ουσιαστικά με το κείμενο και ίσως αυτή η λιτότητα αποδεικνύεται τελικά το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της παράστασης.

Φεύγοντας από το θέατρο δύσκολα δε γεννιέται η σκέψη ότι ένα τόσο πυκνό, εσωτερικό και βαθιά ψυχολογικό έργο θα αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη μέσα στην ακουστική και τη συγκέντρωση ενός κλειστού θεατρικού χώρου. Όχι γιατί το αρχαίο θέατρο Φιλίππων δεν το «αγκαλιάζει», αλλά γιατί εκεί κάθε ψίθυρος, κάθε ανάσα και κάθε ανεπαίσθητη συναισθηματική μετατόπιση θα έφτανε ατόφια σε κάθε θέση του κοινού.

Ίσως μόνο μία ακόμη μικρή παρατήρηση να αξίζει να κατατεθεί. Παραστάσεις σαν τη χθεσινή απαιτούν από τον θεατή μια διαφορετική στάση (δε θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω για θεατρική παιδεία και να απαριθμήσω θεατρικούς κανόνες). Δεν είναι έργα που παρακολουθούνται αφηρημένα. Χρειάζονται προσήλωση, σιωπή και μια διάθεση να ακολουθήσεις τον ρυθμό τους. Όταν αυτή η άτυπη συμφωνία ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό διατηρείται, η εμπειρία γίνεται ουσιαστικά συλλογική, όταν διαταράσσεται, γίνεται ατομική.

Η παράσταση «Μια Άλλη Θήβα» απέδειξε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ότι η απήχησή της μόνο συγκυριακή δεν είναι. Είναι μια παράσταση που στηρίζεται στην ποιότητα του κειμένου, στην ευφυΐα της σκηνοθεσίας και κυρίως στη σπάνια ερμηνευτική συνάντηση των ηθοποιών (φέτος του Δημήτρη Καπουράνη και του Θάνου Λέκκα). Μια θεατρική συνάντηση που δεν υψώνει ποτέ τον τόνο της και, ακριβώς γι’ αυτό, καταφέρνει να διατηρήσει την εσωτερική ακουστική της.