Μετά από 41 ολόκληρα χρόνια από τον Δεκαπενταύγουστο του 1985, τη μέρα που η πύρινη λαίλαπα κατέκαψε το μοναδικής αισθητικής δάσος της Καβάλας, οι μνήμες, για όσους έζησαν αυτόν τον εφιάλτη, είναι ακόμη «ζωντανές». Μια «μαύρη» σελίδα στην ιστορία της πόλης την οποία η Καβάλα θυμάται με θλίψη, αλλά και ως μια διδαχή για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη και η ίδια τραγωδία.
Κοιτάζοντας πίσω σε εκείνη τη «μαύρη» Τετάρτη
Η φωτιά ξεκίνησε το απόγευμα της Τετάρτης 14 Αυγούστου 1985 στην περιοχή του Χαλκερού, πήρε διαστάσεις λόγω των πολύ ισχυρών ανεμών και απείλησε να κάψει το χωριό, πράγμα που αποτράπηκε την τελευταία στιγμή, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες του Στρατού και των άλλων ανδρών που έπαιρναν μέρος στην κατάσβεση. Ένα μέτωπο της φωτιάς πήρε κατεύθυνση προς το ανατολικό μέρος του Χαλκερού και τύλιξε στης φλόγες την Άνω Λεύκη όπου αποτέφρωσε 7 σπίτια χωρικών, μαντριά, γεννήματα, καλλιέργειες και δασική έκταση. Το χωριό εκκενώθηκε από της 22 οικογένειές του. Ένα άλλο μέτωπο της φωτιάς προχώρησε προς την Καβάλα και στις 15:30 την Πέμπτη 15 Αυγούστου 1985. Οι πρώτες μικρές φλόγες έκαναν την εμφάνισή τους πάνω από τα υψώματα που βρίσκονται στα βόρεια του νεκροταφείου.
Ο κακός συντονισμός, η ολιγωρία και ενδεχομένως η υποτίμηση του κινδύνου είχε σαν αποτέλεσμα να μην αναχαιτισθεί η φωτιά στο σημείο εκείνο πράγμα που ήταν εφικτό. Η αδράνεια επέτρεπε στην φωτιά να προχωρήσει προς τον Άγιο Τρυφώνα και από ‘κει στον Άγιο Αθανάσιο οι κάτοικοι του οποίου γύρω στις 7 το απόγευμα άρχισαν πανικόβλητοι να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Η επέμβαση των ενεργειών καθυστέρησε και δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς, στα πάνω από το Σανατόριο υψώματα, οπότε και πήρε φοβερές διαστάσεις.
Παράλληλα, ένα άλλο μέτωπο φωτιάς εκδηλώθηκε από αναζωπύρωση στον δρόμο που ακολουθούσε προς την Καβάλα, στο πάνω μέρος από το νεκροταφείο όπου το δάσος αποτεφρώθηκε πλήρως. Η φωτιά στην περιοχή αυτή απείλησε την παρακείμενη αποθήκη πυρομαχικών, που εκκενώθηκε εσπευσμένα.
Μετά η φωτιά προχώρησε γρήγορα προς τον Σταυρό παρά της μάταιες προσπάθειες των πυροσβεστών. Στις 9 το βράδι ολόκληρο το πευκόδασος μέχρι σχεδόν τον Άγιο Σίλα είχε παραδοθεί στις φλόγες δημιουργώντας εφιαλτική εικόνα πάνω από την πόλη. Λίγο αργότερα στις 10:25 ο τρόμος και ο πανικός επιδεινωθήκαν από τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος σε όλη την πόλη η οποία βυθίστηκε στο σκοτάδι. Η εφιαλτική ατμόσφαιρα υποχρέωσε πολλούς πολίτες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να κατεβούν στους παραλιακούς χώρους όπου και ξημερωθήκαν. Γύρω στις 12 το βράδυ της 15 Αυγούστου 1985 κηρύχθηκε η πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Ξενοκράτης».
Παρόλα αυτά η πυρκαγιά εκτεινόταν σε μήκος ενός και πλέον χιλιομέτρου, παρά τις προσπάθειες των συνεργείων και εκατοντάδων πολιτών που αυθόρμητα έτρεξαν να προσφέρουν τη βοήθεια τους. Στη 01:25 τα ξημερώματα άναψαν πάλι τα φώτα της Καβάλας, αλλά αυτό δε μετρίασε τον πανικό και καθώς οι φλόγες άρχισαν να κατηφορίζουν προς την πόλη, εκατοντάδες καβαλιώτες άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη κατευθυνόμενοι στο Παληό, ενώ αστυνομικά, πυροσβεστικά και δασοπυροσβεστικά αυτοκίνητα διέσχιζαν την πόλη.
Στις 3 τα ξημερώματα η αλλοφροσύνη έφτασε στο αποκορύφωμα, καθώς η φωτιά πέρασε προς την πλευρά της Αγίας Παρασκευής-Βύρωνας, ενώ απειλητικά πλησίασε στην οδό Σηλυβρίας και στα σπίτια του Προφήτη Ηλία. Φήμες ότι κάηκαν το Σανατόριο (νοσοκομείο), το Γηροκομείο (Πουλίδειο) και το ξενοδοχείο Εγνατία κυκλοφορούσαν συνέχεια και οι σειρήνες ηχούσαν γενικό συναγερμό.
Η φωτιά από τις 6 τα ξημερώματα της 16ης Αυγούστου 1985 μαίνονταν και ήρθαν 4 πυροσβεστικά αεροπλάνα που μέχρι το βράδι έριχναν τόνους νερού στις εστίες που είχαν απομείνει. Στις 9 το πρωί έφθασε στην Καβάλα ο πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου συνοδευόμενος από τον αναπληρωτή υπουργό Γεωργίας.
Το βράδυ της 16ης Αυγούστου 1985 η φωτιά αναζωπυρώθηκε σε 7 σημεία απειλώντας να καταστρέψει και τα υπόλοιπα μικρά κομμάτια πρασίνου που διασωθήκαν, ενώ ένα από τα νέα «μέτωπα» της φωτιάς κατηφόρισε προς τη διασταύρωση του Αμυγδαλεώνα. Στις 11 το βράδυ οι εστίες φωτιάς είχαν τεθεί σχετικά υπό έλεγχο και οι Καβαλιώτες έδωσαν τη δική τους προσπάθεια να κατασβηστούν οι εστίες. Τα συνεργεία παρέμειναν σε επιφυλακή μέχρι τα ξημερώματα.
*Πηγή: Εφημερίδα Ταχυδρόμος, 17 Αυγούστου 1985