Θανάσης Δήμου: Αν ήμουν Φελίνι, το δικό μου «Amarcord» θα ήταν… η Καβάλα!

Ο σπουδαίος Καβαλιώτης ηθοποιός ξετυλίγει στο KAVALA POST τις μνήμες μιας ολόκληρης εποχής, από τη «Ροδόπη» και τον «Απόλλωνα» μέχρι τους Φιλίππους, τον Κάρολο Κουν, τον Γιώργο Μοσχίδη και τον πατέρα του...

Για τον Θανάση Δήμου, η Καβάλα είναι η πόλη της παιδικής του ηλικίας, των πρώτων καλλιτεχνικών του αναζητήσεων, των ανθρώπων που καθόρισαν τη διαδρομή του. Μια πόλη από την οποία απομακρύνθηκε οικογενειακά πριν από τρεις δεκαετίες, αλλά στην οποία, όπως εξομολογείται, εξακολουθεί να επιστρέφει κάθε βράδυ, στα όνειρά του…

Η αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί είναι η επιστροφή του Καβαλιώτη ηθοποιού στη σκηνή της γενέτειράς του, με την παράσταση Το θαύμα [Miracolo] του Τζουζέπε Μάσα, σε σκηνοθεσία Νικολέτας Φιλοσόγλου [διαβάστε περισσότερα πατώντας εδώ].

Το έργο θα παρουσιαστεί στο θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου, την Παρασκευή 13 και το Σάββατο 14 Νοεμβρίου, στις 21:00, και την Κυριακή 15 Νοεμβρίου, στις 19:00. Μια θεατρική επιστροφή που για τον ίδιο συνοδεύεται από ιδιαίτερη συγκίνηση, αγωνία και το πρόσθετο βάρος της συνάντησης με το κοινό της πόλης όπου γεννήθηκε.

Η συζήτησή μας, ωστόσο, πήρε πολύ γρήγορα τον δρόμο της μνήμης. Ο Θανάσης Δήμου μάς οδήγησε στην Καβάλα των δεκαετιών του ’70 και του ’80, σε μια πόλη που επιβιώνει στις προσωπικές του εικόνες με εντυπωσιακή καθαρότητα. Στον θερινό κινηματογράφο «Ροδόπη», στον «Απόλλωνα», στα παλιά ψαράδικα του λιμανιού, στο Πρακτορείο Τύπου του Κομποχόλη, στις βιτρίνες των παιχνιδάδικων, στα ζαχαροπλαστεία και στις ταβέρνες. Θυμάται ακόμη τον ήχο των πανηγυρισμών τη νύχτα της εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ το 1981, τις παρελάσεις που περνούσαν κάτω από το πατρικό του σπίτι, τις διαδρομές μιας πόλης που, όπως λέει, όλες οδηγούσαν στη θάλασσα…

Μέσα από τις αναμνήσεις του αναδύεται και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πλευρά της πολιτιστικής ιστορίας της Καβάλας. Ο Κάρολος Κουν, ο Γιώργος Μοσχίδης, ο Νίκος Σταυρίδης, οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Φιλίππων, η Στέγη Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών, η Μεγάλη Λέσχη, οι άνθρωποι που δίδασκαν θέατρο και εικαστικά στα παιδιά της πόλης. Πρόσωπα και χώροι που συνθέτουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ένας νεαρός Καβαλιώτης ανακάλυπτε σταδιακά τον κόσμο της τέχνης. Καθοριστική θέση σε αυτή την ιστορία έχει ο πατέρας του, ένας άνθρωπος με βαθιά αγάπη για το θέατρο, τη μουσική και τον κινηματογράφο, που του άνοιξε από πολύ νωρίς τις πόρτες αυτού του κόσμου.

Η αφήγησή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος όταν φτάνει στα χρόνια της απομάκρυνσης. Ο θάνατος του πατέρα του, η μετακίνηση της οικογένειας στην Αθήνα, το πατρικό σπίτι που νοικιάστηκε, η δυσκολία να επιστρέψει στην Καβάλα ως επισκέπτης. Ο Δήμου μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη σχέση του με τη σημερινή πόλη, για όσα άλλαξαν, για τις απώλειες που σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής. Ακόμη και το πρόσφατο κλείσιμο του κουρείου του Μπάμπη γίνεται αφορμή για μια μικρή, συγκινητική παρατήρηση σχετικά με τους ανθρώπους που λειτουργούν ως άτυποι θεματοφύλακες της μνήμης μιας πόλης.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο KAVALA POST, ο Θανάσης Δήμου μιλά επίσης για τη δύσκολη πραγματικότητα του επαγγέλματος του ηθοποιού, για όσα θα συμβούλευε ένα νέο παιδί της Καβάλας που ονειρεύεται να ασχοληθεί με την τέχνη και για τη δύναμη της κωμωδίας να αγγίζει τα πιο σύνθετα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Και κάπως έτσι, η επιστροφή του με Το θαύμα γίνεται η αφετηρία μιας αφήγησης που αξίζει να διαβαστεί και ως μια μικρή προφορική ιστορία της Καβάλας. Μιας πόλης πραγματικής και ταυτόχρονα φαντασιακής, που ο ίδιος συνοψίζει με μια φράση:

Αν ήμουν Φελίνι, το δικό μου Amarcord θα ήταν η Καβάλα…

Κύριε Δήμου, επιστρέφετε στην Καβάλα με το Θαύμα, αυτή τη φορά ως πρωταγωνιστής μιας παράστασης που έχει ήδη διαγράψει τη δική της πορεία. Τι σημαίνει για εσάς να ανεβαίνετε στη σκηνή μπροστά στους ανθρώπους της πόλης όπου μεγαλώσατε; Είναι διαφορετικό αυτό το κοινό;
Πολλές φορές οι άνθρωποι της σκηνής, σε διαφορετικές φάσεις της επαγγελματικής τους ζωής, και με άλλη ένταση, αντιμετωπίζουν αυτό που λέμε «άγχος της έκθεσης» απέναντι στο κοινό. Κάποιες φορές κάτι τέτοιο μπορεί να είναι εφιάλτης σωστός γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, η καθημερινότητά τους. Φανταστείτε έναν χειρουργό που φοβάται το αίμα! Ψάχνοντας κανείς αυτό το «άγχος» (αλλά και όλα τα αντίστοιχα που αντιμετωπίζουν όλοι οι άνθρωποι), στην προσπάθειά του να απαλλαγεί, καταλαβαίνει με τα χρόνια ότι πίσω από αυτό κρύβονται άλλοι φόβοι απώτατης παιδικής ηλικίας που δεν έχουν σχέση με το τώρα, με το κοινό, με το θέατρο κ.λπ. Ο Άντονι Χόπκινς, o οποίος σε κάποια στιγμή της καριέρας του εγκατέλειψε τη σκηνή για παρόμοιους λόγους, καταθέτει ότι ο Ολιβιέ του είπε: «παράκαμψέ τα όλα αυτά και βγες να κάνεις τη δουλειά σου»! Ετσι λοιπόν, δεν μπορώ να κρύψω ότι πέραν της αγωνίας, της ευθύνης αν θέλετε, που νιώθω απέναντι στο κοινό ετσι κι αλλιώς, έρχεται να προστεθεί απέναντι στο κοινό της πόλης που γεννήθηκα και αυτό το «βάρος» που περιέγραψα πριν. Ελπίζω πάντως –για να θυμηθούμε τον Ολιβιέ– να κάνω καλά τη δουλειά μου.

Ποια είναι η Καβάλα που κουβαλάτε μέσα σας; Υπάρχουν συγκεκριμένες εικόνες, διαδρομές, μυρωδιές ή στιγμές της παιδικής και εφηβικής σας ηλικίας που επιστρέφουν συχνά στη μνήμη;
Αν ήμουν Φελίνι, το δικό μου Αmarcord θα ήταν η Καβάλα. Αν ήμουν Γούντι Άλλεν, οι δικές μου Μέρες ραδιοφώνου θα ήταν «Μέρες τηλεόρασης» με φόντο πάντα την Καβάλα του ’80. Ίσως η πρώτη εικόνα που φέρνω στη μνήμη μου είναι μέσα από το παράθυρο της κουζίνας του πρώτου σπιτιού μας, Ερυθρού Σταυρού και Μητροπόλεως στον δεύτερο όροφο, ο έρημος χώρος απέναντι, χειμώνα, εκεί που ήταν ο θερινός κινηματογράφος «Ροδόπη» και σήμερα το πάρκινγκ και στο βάθος το Δημαρχείο. Η αγάπη που έχω για το κεντρο της Αθήνας, της πόλης που με υιοθέτησε και την υιοθέτησα, όπως θα έλεγε κι ο Γιάννης Ξανθούλης, αλλά και γενικά για τα κέντρα των πόλεων νομίζω προέρχεται από εκεί. Ο ήχος των αυτοκινήτων και τα βραδινά φώτα με νανούριζαν· το κέντρο που ποτέ δεν κοιμάται. Και η μπάντα των παρελάσεων να περνάει μπροστά από το μπαλκόνι μας, ιδιαίτερα τα πένθιμα εμβατήρια της Μεγάλης Παρασκευής, ο Επιτάφιος του Αϊ-Γιάννη και τα κινούμενα, αναμμένα κεριά. Όλα στην Καβάλα τείνουν προς τη θάλασσα, όλες οι βόλτες, όλοι οι άξονες. Την έλλειψή της στην Αθήνα έκανα χρόνια να τη συνηθίσω.
Ανασύρω ετσι ανάκατα από τη μνήμη μου κάποιες εικόνες: την οικογενειακή ταβέρνα του Απόστολου στο Παληό και το γκαρσόνι που λεγόταν Ζάμπας, ψηλός φαλακρός με φλέγμα μπάτλερ, που μόλις μπαίναμε μας έφερνε μια πιατέλα τηγανητά κολοκυθάκια.Τα παλιά ψαράδικα πάνω στο λιμάνι. Τον Γεράσιμο τον ψαρά. Τη μυρωδιά από τα έντυπα στο Πρακτορείο Τύπου του Κομποχόλη στην Ομόνοια, το καινούριο τεύχος των Κλασικών Μίκυ Μαούς στη φωτισμένη βιτρίνα του κλειστού μαγαζιού τη νύχτα και τη σκόνη που χρύσιζε τριγύρω. Την άλλη βιτρίνα, του μαγαζιού των παιχνιδιών με το πειρατικό καράβι των Playmobil, λίγο πιο πάνω και απέναντι, πριν το ζαχαροπλαστείο του Φέσσα και τις πάστες του. Τον ήχο των πανηγυρισμών από το λιμάνι τη βραδιά που βγήκε το ΠΑΣΟΚ το 1981. Την Εύη Σαουλιδου, ένα κορίτσι με κοτσιδάκια στην πρώτη της μαθητική θεατρική εμφάνιση. Τη Βενιζέλου. Την Κολοκοτρώνη φθινόπωρο, πλημμύρισμενη και τον μεγάλο πλάτανο δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας όπου κατέληξε η καρδερίνα μας, αφού της είχα ανοίξει κρυφά το κλουβί. Τη Χρυσοστόμου Σμύρνης 10β. Ξέρετε, η ζωή τα έφερε ετσι ώστε να αποκοπούμε οικογενειακά από την Καβάλα από τις αρχές του ’90. Έτσι, δεν υπάρχουν πολλές αφορμές που να με συνδέουν στο τώρα με την πόλη. Όμως στον ύπνο μου κάθε βράδυ εκεί τριγυρνάω…

Τα καλοκαίρια ερχόταν στο σπίτι μας ο Καβαλιώτης ηθοποιός Γιώργος Μοσχίδης, φέρνοντας μαζί του έναν αέρα θεατρικού μποεμισμού αλλά και μιας ειδικής αφοσίωσης στη δουλειά του, η οποία με κέντριζε…

Πότε αρχίσατε να αισθάνεστε ότι θέλετε να ασχοληθείτε με την τέχνη; Υπήρξαν στην Καβάλα άνθρωποι, πχ δάσκαλοι, φίλοι, συγγενείς ή άλλοι, που αναγνώρισαν κάτι σε εσάς, σας ενθάρρυναν ή επηρέασαν καθοριστικά τη μετέπειτα διαδρομή σας;
Σκιτσάρω από τότε που γεννήθηκα. Ο πατέρας μου, που η ύπαρξή του ήταν καθοριστική, καθοριστική γενικά, αντιλήφθηκε από νωρίς ότι η εμμονή μου να ζωγραφίζω δεν είχε να κάνει με αυτή τη φάση που όλα τα παιδιά περνούν με το σχέδιο. Σε κάποια κούτα ακόμη θα υπάρχουν σκίτσα μου από το ’77, ’78… τα είχε κρατήσει με ημερομηνία και καμιά φορά με το θέμα που με ρωτούσε φαίνεται ττ ήταν και το σημείωνε. Μετά επακολούθησαν τα Μίκυ Μαούς, τα σκίτσα του Κώστα Μητρόπουλου στον Ταχυδρόμο (έχοντας ξεπεράσει τον αιώνα συνεχίζει να δίνει σκίτσα κάθε πρωί στα Νέα), τα οποία και αντέγραφα. Όταν πέθανε ο Μπρέζνιεφ ξεσήκωσα τη φάτσα του από τα σκίτσα του Μητρόπουλου, τον έβαλα ξαπλωτό σε ένα φέρετρο και η οικογένειά μου με ανακήρυξε «σκιτσογραφική ιδιοφυΐα»! Ύστερα ήρθαν τα Αστερίξ, ο Μικρός Νικόλας που μου έφερε κάποτε η δασκάλα των Γαλλικών, η Τίνα Καλαμπούκα, η γυναίκα του Κωστή Σημιτσή, του πρώην Δημάρχου Καβάλας, στου οποίου την οικογενειακή πολυκατοικία μέναμε, η Βαβέλ κ.ά. Παράλληλα, πήγαινα και σε ένα εργαστήρι εικαστικών που οργάνωνε για τα παιδιά ο Δημοσθένης Σωτηρούδης με την Έφη Χαλυβοπούλου. Μάλιστα έτσι, πάντα με τη συμβολή του πατέρα μου, γλίτωνα και το Κατηχητικό! Το θέατρο, πάλι, ήρθε νομίζω κυρίως από τον πατέρα μου. Ήταν και ο ίδιος ένας ματαιωμένος καλλιτέχνης. Όταν ήταν νέος στην Πόλη ήθελε να έρθει στην Ελλάδα να γίνει ηθοποιός και οι συνθήκες ζωής δεν τον άφησαν. Αλλά ήταν ερασιτέχνης ηθοποιός και εμψυχωτής συλλόγου, σχεδίαζε καλά, ήταν ψάλτης, συνεχιστής της μεγάλης παράδοσης των δασκάλων Πρίγγου και Στανίτσα, πρωτοψάλτης για χρόνια στον δικό μας Αϊ-Γιάννη. Πηγαίναμε μαζί στον κινηματογράφο «Απόλλωνα» δίπλα από το μαγαζί μας και μετά κουβεντιαζαμε για την ταινία, μου επεσήμανε το παίξιμο του τάδε ηθοποιού που έπαιζε έναν δεύτερο ρόλο και όλο αυτό γινόταν κάτι σημαντικό μέσα μου. Μια ταινία που είδαμε θυμάμαι μαζί ήταν το Πέρασμα στην Ινδία του Ντέιβιντ Λην. Και φυσικά, εντελώς καθοριστική ήταν η θητεία μου δίπλα του, πάντα με την αδερφή και τη μητέρα μου, κάθε καλοκαίρι στους Φιλίππους, όπου και βλέπαμε τα πάντα! Θέατρο Τέχνης επί Κουν, ΚΘΒΕ τότε σε ακμή κ.λπ. κ.λπ. Θυμάμαι τη ζήλια που με έπιανε όταν κάποιες φορές δεν είχα πάει στην παράσταση και την επόμενη μέρα κουβέντιαζαν για αυτό με τον Αντώνη Κούφαλη, νεαρό δικηγόρο τότε, στο μαγαζί μας. Ένα απόγευμα έκλεισε το μαγαζί και με πήρε μαζί του απέναντι, στον Γαλαξία, σε ομιλία του Καρόλου Κουν. Χάζευα τους ηθοποιούς που έμεναν εκεί με τους περαστικούς θιάσους. Θυμάμαι τον Νίκο Σταυρίδη με ένα γκρίζο παλιό παλτό και ρεπούμπλικα να βγαίνει από την πόρτα του ξενοδοχείου καπνίζοντας. Οι επισκέψεις στη Στέγη Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών, στη Μεγάλη Λέσχη, με διαφορες αφορμές ήταν συνηθισμένες. Επίσης τα καλοκαίρια ερχόταν στο σπίτι μας και ο Καβαλιώτης ηθοποιός Γιώργος Μοσχίδης φέρνοντας μαζί του έναν αέρα θεατρικού μποεμισμού αλλά και μιας ειδικής αφοσίωσης στη δουλειά του, η οποία με κέντριζε. Οι επισκέψεις αυτές ήταν για μένα πολύ σημαντικά γεγονότα. Για ένα διάστημα είχε αναλάβει το παιδικό τμήμα του Δημοτικού Θεάτρου η Σοφία Καρακάντζα –μετά γίναμε φίλοι οικογενειακοί και με τον Γιώργο, τον αδερφό της, που σήμερα έχει δικό του θέατρο με κούκλες στη Μασσαλία– και πηγαίναμε με την αδερφή μου…

Ποια σχέση διατηρείτε σήμερα με την πόλη και τους ανθρώπους της; Τι σας συγκινεί όταν επιστρέφετε και τι βλέπετε να έχει αλλάξει περισσότερο;
Όπως είπαμε, η σχέση μου με την πόλη διακόπηκε κάπου στα μέσα του ’90. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει ήδη, το σπίτι μας νοικιάστηκε, οι συγγενείς μας ήταν όλοι στην Αθήνα και όταν ήρθε και η αδερφή μου για τις σπουδές της, ακολούθησε και η μητέρα μου. Για ένα διάστημα δεν είχα έρθει καθόλου γιατί κάθε φορά που βρισκόμουν στην πόλη ως φιλοξενούμενος, στεναχωριόμουν πολύ. Ο φίλος μιας ζωής Θανάσης Τσίκληρας ήταν ο σύνδεσμος με την πόλη. Σιγά σιγά με την επιμονή του και με το πέρασμα του χρόνου, συμφιλιώθηκα με τα αντιφατικά συναισθήματά μου. Τώρα πια μπορώ να έρχομαι σαν επισκέπτης λίγες μέρες κάθε καλοκαίρι. Στην Καβάλα του σήμερα, που διαχωρίζω από τη φαντασιακή της μνήμης μου, και ετσι μπορώ να απολαμβάνω την ξεχωριστή ομορφιά της. Μιας πόλης που παρόλη την καταστροφή που έχει υποστεί –όπως και όλη η Ελλάδα άλλωστε– από την ασυνάρτητη ανοικοδόμηση, παραμένει όμορφη. Πίσω απο την ωραία εικόνα, βέβαια, χωρίς να το παίζω και ειδήμων, τα προβλήματα νομίζω είναι πολλά, εδώ και χρόνια. Κάποια έχουν να κάνουν με τα της Ανατολικής Μακεδονίας, άλλα με τους κινδύνους που διατρέχουν πλέον όλοι οι τουριστικοί προορισμοί της Ελλάδας. Να προσθέσω μόνο κάτι τελευταίο γιατί ανήκει στην μυθολογία της πόλης: Πρόσφατα έκλεισε το κουρείο του Μπάμπη, του οποίου η παρουσία εκεί στη γωνιά του ήταν σαν δίνεις  κάθε φορά τα διαπιστευτήριά σου σε έναν κλειδοκράτορα της πόλης.

Η συγκίνηση που μας δημιουργεί το θέατρο, το σινεμά κ.λπ. δεν είναι μόνο συναισθηματική, μπορεί να είναι και μια λύτρωση σωματική όπως αυτή που μας προκαλεί ή μουσική κι ο χορός. Η καλή κωμωδία νομίζω βρίσκεται εκεί…

Αν μπορούσατε να συναντήσετε σήμερα τον νεαρό Θανάση που έφευγε από την Καβάλα για να σπουδάσει και να ακολουθήσει τον δρόμο του, τι θα θέλατε να του πείτε; Και τι θα θέλατε να πείτε σε ένα νέο παιδί της Καβάλας που ονειρεύεται να ασχοληθεί με την τέχνη, αλλά αισθάνεται ότι βρίσκεται μακριά από εκεί όπου συμβαίνουν τα πράγματα;
Ομολογώ ότι δεν θα είχα και πολύ όρεξη να συναντήσω τον παλιό μου εαυτό! Αν τύχαινε όμως και γινόταν, θα του έλεγα να μη φοβάται, αλλά δεν θα με άκουγε, τον ξέρω καλά. Τώρα, σε ένα νέο παιδί που θα ξεκινούσε για να βγει στο θέατρο ή σε αυτό που λέμε σκίτσο (γι’ αυτά θα μπορούσα να του μιλήσω λόγω εμπειρίας) θα του έλεγα να διαβάζει πολύ λογοτεχνία και φυσικά να ζει τη ζωή του. Ύστερα θα προσπαθούσα να του περιγράψω όσο πιο καθαρά μπορούσα το επαγγελματικό τοπίο. Φυσικά, η κάθοδος στην Αθήνα είναι αυτονόητη. Θα πρέπει να ξέρει ότι υπό τις παρούσες συνθήκες –«συνθήκες εκφραστικής δημοκρατίας» που έλεγε κι ο Βασίλης Παπαβασιλείου– έχουμε στο ελληνικό (αθηναϊκό για να είμαστε πιο ακριβείς) θεατρικό τοπίο ένα παραδοξο: τεράστια εισροή νέων ανθρώπων που θέλουν να βγουν στη σκηνή υπό συνθήκες, θα έλεγα «άγριες». Και όσο οι συνθήκες χειροτερεύουν στο επάγγελμα τόσο περισσότεροι νέοι έρχονται προς το θέατρο. Το σκίτσο πάλι συνδέεται με τον Τύπο. Με το έντυπο. Για τις τύχες του Τύπου σήμερα με όλο αυτό το διαδικτυακό τοπίο απέναντί του (τα ξέρετε καλύτερα) θα μπορούσαμε να πούμε πολλά. Από εκεί και πέρα οι άνθρωποι κάνουν τις επιλογές παρά τις συνθήκες. Και πληρώνουν το τίμημα. Αυτή είναι και η ομορφιά της ζωής.

Σε  πρόσφατη συνέντευξή σας στα ΝΕΑ είπατε ότι «το γέλιο είναι μια μεγάλη συγκίνηση που έχουμε ανάγκη να μοιραστούμε». Στο Θαύμα το γέλιο γεννιέται μέσα από μια σχεδόν απάνθρωπη κατάσταση. Τι μπορεί να μας αποκαλύψει το χιούμορ για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον ξένο, τον αδύναμο ή τον διαφορετικό;
Aυτό που είχα πει στον Δημήτρη Μανιάτη ξεκινούσε από τη δική μου εμπειρία ως θεατή. Όλα αυτά που λέγαμε πριν για το θέατρο και για το σινεμά που πηγαίναμε με την οικογένειά μου ήταν η ανακάλυψη ενός σύμπαντος όπου εγώ ρουφούσα τα πάντα. Έτσι κάποιες φορές εκεί ένιωσα και μια μεγάλη συγκίνηση διαφορετική και όχι μόνο με τους κωμικούς ή με την κωμωδία. Μια συγκίνηση τόσο έντονη που τη φέρω μέσα μου ακόμη, ενώ μπορεί να έχω ξεχάσει άλλα γεγονότα σημαντικά της ζωής μου εκείνης της εποχής. Θυμάμαι ότι όταν είδα τα Οικόπεδα με θέα έφυγα από την αίθουσα γιατί δεν άντεξα τη συντριβή του Τζακ Λέμον εκεί προς το τέλος. Ή ακόμη θυμάμαι το ρίγος της συγκίνησης της μεγάλης τέχνης του Τσαρλς Λώτον στο Τhis Land Is Mine του Ρενουάρ, την έξοδό του πριν τον εκτελέσουν οι Γερμανοί. Βέβαια, η συγκίνηση που μας δημιουργεί το θέατρο, το σινεμά κ.λπ. δεν είναι μόνο συναισθηματική, μπορεί να είναι και μια λύτρωση σωματική όπως αυτή που μας προκαλεί ή μουσική κι ο χορός. Η καλή κωμωδία νομίζω βρίσκεται εκεί. Ή μάλλον και εκεί. Είναι σαν τη ζωτική δύναμη της μουσικής του Μότσαρτ. Γενικά νομίζω το θέατρο στις καλές του ώρες τείνει προς τη μουσική. Κι αυτο είναι δύσκολο να πετύχει. Αλλα πρέπει να πηγαίνουμε οι άνθρωποι που κάνουμε αυτή τη δουλειά με αυτή τη προσδοκία. Αυτός είναι ο αγώνας μας. Γιατί το κοινό σίγουρα έρχεται με αυτή τη προσδοκία. Έστω και στιγμές να επιτευχθεί, δεν είναι λίγο. Μια τέτοια αίσθηση πληρότητας, σωματικής ευεξίας θα έλεγα, είχα όταν είχα δει τους Αχαρνείς του Θεάτρου Τέχνης στους Φιλίππους εκείνα τα χρόνια. Και με αυτή την προσμονή –ερωτικής τάξης σχεδόν– περίμενα τα αφόρητα απογεύματα της Κυριακής τον Λογοθετίδη, τον Παπαγιαννοπουλο, τον Αυλωνίτη (και τους αντίστοιχους ξένους) να με σώσουν μέσα από την ασπρόμαυρη τηλεόρασή μας. Τώρα σε σχέση με το Θαύμα: μέσα στα καθήκοντά της κωμωδίας είναι να καταπιάνεται με τα δύσκολα θέματα. Και εδώ ο Massa πιάνει ένα από τα πιο πολύπλοκα της εποχής μας. Μόνο που το ρίχνει μέσα σε μια συνθήκη λαϊκων κωμικών κωδίκων πολύ κοινών στην ιταλική παράδοση. Μοιάζουν λίγο με τους αντίστοιχους επιθεωρησιακους τους δικούς μας. Στο κέντρο δύο μεταμπεκετικοί κλόουν. Το μπουφονικό στοιχείο τραβιέται στα άκρα και αγγίζει το πολύ χαρακτηριστικό του ιταλικού Νότου, παράλογο στοιχείο. Η Νικολέτα Φιλόσογλου έχει και αυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το σύμπαν «κωμωδία», μια δική της αντίληψη και αυτή εντόπισε το κείμενο. Ελπίζω όλα αυτά να δημιουργούν κάτι ζωντανό στην παράστασή μας και ενδιαφέρον. Και να σταθούμε αντάξιοι των προσδοκιών των θεατών.

Σκίτσο του Θανάση Δήμου για το «Θαύμα» του Giuseppe Massa