Μια σιωπηλή πίστη στην καλοσύνη που εφορμά από το Θέατρο και ένα βίωμα γεμάτο σπασμένα κομμάτια που κολλάνε με πόνο, μνήμες, άδολη αγάπη και εν τέλει μια κάθαρση γεμάτη οδύνη συναντιούνται κάτω από την πένα της Νατάσας Θεοδοσίου. Η παράσταση «Tο Αλάθητο μιας (1) Μαργαρίτα(ς)» που προέκυψε μετά από ανάθεση του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας στην ομάδα RODEZ στο Κτίριο πρώην Lord στο πλαίσιο του 68ου Φεστιβάλ Φιλίππων άφησε σιωπή γεμάτη φωνές λύτρωσης, τρωτές φωνές, αλλά αλάθητες, όπως η άδολη αγάπη…
Γράφει η Νατάσα Θεοδοσίου
Υπάρχουν παραστάσεις που δε φωνάζουν. Δεν σε ταρακουνούν με θεατρικά τεχνάσματα, αλλά σε αγγίζουν βαθιά, αθόρυβα, σαν κάτι παλιό που είχες ξεχάσει και τώρα επιστρέφει. Η παράσταση «Το αλάθητο μιας (1) Μαργαρίτα(ς)» της ομάδας RODEZ, που προέκυψε μετά από ανάθεση του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, όπως παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 68ου Φεστιβάλ Φιλίππων, είναι ένα τέτοιο θέαμα. Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Ίσως γιατί, περισσότερο από θεατρικό έργο, λειτουργεί σαν μια υπόγεια διαδρομή μέσα σε βιώματα, μνήμες και ιδέες που έχουν σημαδευτεί από τον χρόνο.
Το υλικό της παράστασης αντλείται από τη ζωή και τα γραπτά του Χρόνη Μίσσιου, αλλά το αποτέλεσμα ξεφεύγει από τη βιογραφία. Οι τέσσερις αφηγητές και ο μουσικός που βρίσκεται συνεχώς «παρών» στη σκηνή δεν ενσαρκώνουν έναν ήρωα. Ενώνουν τις φωνές τους για να μεταφέρουν την πτώση μιας εποχής και την εσωτερική μετάλλαξη ενός ανθρώπου που πίστεψε, αμφισβήτησε, πόνεσε και ξαναέμαθε να αγαπά.
Η παράσταση δεν έχει στόχο να αφηγηθεί μια πολιτική ή ιστορική διαδρομή. Αντίθετα, επιλέγει να σταθεί στις ρωγμές. Εκεί που τα μεγάλα συνθήματα ξεφτίζουν, εκεί που το σώμα και η ψυχή κουβαλούν φθορά, απογοήτευση, μα και μια επιμονή για κάτι πιο αληθινό. Η Μαργαρίτα του τίτλου δεν εμφανίζεται ποτέ ως φυσικό πρόσωπο είναι σύμβολο, ιδέα, ανάγκη. Ένας υπαινιγμός για την τρυφερότητα που μπορεί να διασωθεί ακόμα κι όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν γκρεμιστεί.
Κάπου ανάμεσα σε φράσεις, βλέμματα και σιωπές, άρχισε να μου έρχεται στο μυαλό η Φοίβη. Το σκυλάκι που υιοθετήσαμε πριν 11,5 χρόνια. Εντεκάμιση χρόνια μαζί, μια ήρεμη, διακριτική παρουσία, σαν εκείνα τα πρόσωπα στη ζωή μας που ποτέ δεν χρειάζονται λέξεις για να τα καταλάβεις. Τη χάσαμε πρόσφατα -μόλις την περασμένη Παρασκευή- και η θλίψη είναι ακόμα νωπή (και δεν θα σταματήσει). Δεν μπορώ να πω ότι η παράσταση «μίλησε» για εκείνη. Αλλά, όπως και η Μαργαρίτα, έτσι και εκείνη αντιπροσώπευε κάτι που δεν έχει ανάγκη από λογική: Μια αθώα, σχεδόν άρρητη πίστη στο ότι η αγάπη και η παρουσία αρκούν.
Η σκηνοθεσία της Σόνιας Καλαϊτζίδου και του Μάριου Κρητικόπουλου αφήνει χώρο στις λέξεις και στο σώμα. Δεν πιέζει τα συναισθήματα, αλλά τα αφήνει να αναδυθούν με τον δικό τους ρυθμό. Η μουσική, υπογεγραμμένη και ζωντανά εκτελεσμένη από τον Νικήτα Κίσσονα, δε συνοδεύει, αλλά συνομιλεί με το δράμα, ενώ η σκηνική αισθητική διατηρεί μια ισορροπία ανάμεσα στο υπαινικτικό και το ωμό, το δυστοπικό.
Δεν πρόκειται για μια «εύκολη» παράσταση. Δεν υπόσχεται κάθαρση ούτε λυτρωτικό φινάλε. Αλλά σου θυμίζει πως ακόμα και μέσα στη διάψευση, μπορεί να φυτρώσει κάτι νέο. Ίσως όχι ελπίδα -μια λέξη που έχει «κουραστεί» πια από την πολλάκις άστοχη αναφορά της από τον καθένα- αλλά εκείνη η μικρή, πεισματική δύναμη που λέει: «Θα προσπαθήσω ξανά».
Όπως ακριβώς έκανε η Φοίβη, κάθε φορά που με έβλεπε να καταρρέω και απλώς πλησίαζε αθόρυβα, χωρίς να ζητήσει τίποτα. Ίσως τελικά, η Μαργαρίτα να είναι αυτή η σιωπηλή πίστη στην καλοσύνη. Και ίσως αυτό να είναι το πιο αλάθητο πράγμα από όλα.
*Φωτογραφία: Λάσκαρης Τσούτσας