Πώς η καλλιέργεια του καπνού άφησε το στίγμα της στο Παλαιοχώρι και στην περιοχή του Παγγαίου [αφιέρωμα-ντοκουμέντα]

Ο Στέργιος Κεχαγιάς ξεφυλλίζει την ιστορία του καπνού στο Παγγαίο, ανατρέχοντας σε αρχεία και προσωπικές μνήμες γεμάτες από τη χαρακτηριστική μυρωδιά του προϊόντος που έφτανε στα πέρατα του κόσμου

Το Παγγαίο και δη το Παλαιοχώρι, εκτός από τη μακραίωνη ιστορία και το φυσικό τους κάλος, είναι ποτισμένα από τη χαρακτηριστική μυρωδιά του μπασμά. Ο δάσκαλος και ειδικός σύμβουλος του δημάρχου Παγγαίου, αρμόδιος για θέματα Πολιτικής Προστασίας, Στέργιος Κεχαγιάς ξεφυλλίζει την ιστορία του καπνού στο Παγγαίο, ανατρέχοντας σε αρχεία και προσωπικές μνήμες γεμάτες από τη χαρακτηριστική μυρωδιά του προϊόντος που έφτανε στα πέρατα του κόσμου.

Αναλυτικά το αφιέρωμα που φιλοξενήθηκε στο voria.gr

Ο καπνός αποτελούσε βασικό γεωργικό προϊόν µε κοινωνική και οικονομική σημασία. Καλλιεργούνταν σε έκταση περίπου 750.000 στρεμμάτων και εξασφάλιζε το εισόδημα σε περισσότερες από 75.000 οικογένειες καπνοπαραγωγών, ενώ δεκάδες χιλιάδες είναι και τα άτομα που ασχολούνταν με το εμπόριο, τη μεταποίηση και την εμπορία των προϊόντων του καπνού.

Η συνολική παραγωγή ήταν περίπου 120.000-160.000 τόνοι και οι εξαγωγές αφορούσαν το 80%-90% της συνολικής παραγωγής. Η αξία του προϊόντος ανερχόταν σε 120-150 δισ. δραχμές, ενώ των εξαγωγών σε 80-100 δισ. δραχμές. Τη δεκαετία του 1950 ο καπνός αντιστοιχούσε στο 5% της καλλιεργούμενης έκτασης της χώρας, απασχολούσε 200.000 οικογένειες καπνοπαραγωγών και δημιουργούσε πρόσθετη απασχόληση σε 40.000 καπνεργάτες, πέρα από τους εμπλεκόμενους άμεσα ή έµµεσα στις καπνοβιομηχανίες και στο καπνεμπόριο. Ήταν το πρώτο εξαγώγιμο προϊόν της ελληνικής οικονομίας και καταλάβανε το 50% των εισροών στο σύνολο των γεωργικών εξαγωγών, ενώ το ποσοστό αυτό έπεσε στο 13,7% το 1991.

Η καλλιεργούμενη έκταση σήμερα ήταν 2,2% της συνολικής καλλιεργούμενης έκτασης και η αξία των εξαγωγών του καπνού, σε σχέση με τις συνολικές εξαγωγές της χώρας, φθάνει το 4,5%.

Στην Ελλάδα πολλοί υποστηρίζουν ότι ο καπνός ήρθε από τον Εύξεινο Πόντο (Σαµψούντα) στην Κεντρική Μακεδονία και από τα παράλια της Μικράς Ασίας στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η καλλιέργεια του καπνού στο Παλαιοχώρι και στα άλλα χωριά στους πρόποδες του Παγγαίου όρους υπήρξε η βάση της ζωής και της τοπικής οικονομίας για πολλές δεκαετίες, ειδικά μετά την άφιξη των προσφύγων του 1922.

Στις πλαγιές και τα γύρω χωράφια του Παγγαίου ευδοκίμησε ο εκλεκτός ανατολικός καπνός, κυρίως η ποικιλία «Μπασμάς», η οποία ξεχώριζε παγκοσμίως για το άρωμά της, με φύλλα κοντά με λεπτές νευρώσεις και αρκετά ελαστικά.

Στη δεκαετία 1951-61 παρατηρείται μείωση του πληθυσμού των κατοίκων καθώς είναι η εποχή που εκδηλώνεται μαζικά το κύμα εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης.

Παρ’ όλα αυτά η παραδοσιακή καλλιέργεια του καπνού δίνει πνοή τόσο σ’ αυτήν όσο και τις επόμενες δεκαετίες σε όσους παρέμειναν στην ύπαιθρο. Άλλωστε το 1954 οι εξαγωγές του ελληνικού κράτους ανέρχονται σε 151 εκατ. δολάρια εκ των οποίων το 50% προέρχεται από τις εξαγωγές καπνού.

Ενίοτε χρησιμοποιείται και για προσωπική χρήση με την κοπή των καπνόφυλλων με το περίφημο Χαβάνι και τη χρήση του τσιγαρόχαρτου που ήταν απαγορευμένα από το 1926. Μάλιστα σύμφωνα με το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη καλλιεργούνται στο Παλαιοχώρι πειραματικοί αγροί.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι πρόσφυγες έφεραν στην περιοχή την τεχνογνωσία και την εμπειρία της εντατικής καπνοκαλλιέργειας, ενώ η καλλιέργεια του καπνού λειτουργούσε ως «χρυσός» του κάμπου και των λόφων, προσφέροντας εισόδημα σε κάθε οικογένεια, παρόλο που η δουλειά στα χωράφια ήταν επίπονη και απαιτούσε διαρκή προσωπική φροντίδα. Η παραγωγή διοχετευόταν στα μεγάλα καπνεμπορικά κέντρα «καπναποθήκες της Ελευθερούπολης» και το λιμάνι της Καβάλας, απ΄ όπου γινόταν η τροφοδοσία των διεθνών αγορών.

Η καθημερινή ζωή στο Παλαιοχώρι Παγγαίου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κύκλο του καπνού. Ήταν μια σκληρή, χειρωνακτική εργασία που απαιτούσε τη συμμετοχή ολόκληρης της οικογένειας, από τα μικρά παιδιά μέχρι τους ηλικιωμένους.

Η αρχή γινόταν στα τέλη του χειμώνα. Οι παραγωγοί ετοίμαζαν τα σπορεία, «τα Φυτώρια ή Ουτζάκια», τα σκέπαζαν με νάιλον ή υφάσματα για την παγωνιά και περίμεναν να βγει το «φυτάριο». Την άνοιξη, τα μικρά φυτά μεταφέρονταν ένα-ένα στα χωράφια.

Η δουλειά «το Φύτεμα ή μεταφύτευση» γινόταν με το χέρι, σκυφτά, μέσα στη λάσπη. Ακολουθούσε το Σκάλισμα και το γέμισμα το οποίο γινόταν δύο με τρεις φορές για να καθαριστεί το έδαφος από τα αγριόχορτα και να αεριστούν οι ρίζες.

Το Μάζεμα (Σπάσιμο ή τσάκισμα) ξεκινούσε μέσα στο καλοκαίρι, πριν την ανατολή του ήλιου (3-4 τα ξημερώματα), για να είναι τα φύλλα δροσερά και να μη σπάνε. Το μάζεμα γινόταν σταδιακά από κάτω προς τα πάνω «χέρια».

Μετά το σπάσιμο, ακολουθούσε το μπούρλιασμα κατά το οποίο η οικογένεια συγκεντρωνόταν στη σκιά της αυλής. Μεγάλες βελόνες «σακοράφες» και σπάγκος χρησιμοποιούνταν για να περαστούν τα φύλλα ένα-ένα σε αρμαθιές «βέργες».

Οι «βέργες» (από την ξύλινη βέργα ή καλάμι που χρησιμοποιούσαν) κρέμονταν σε ξύλινες κατασκευές «σιρένια και αϊνάδες» στον ήλιο για να ξεραθούν και να πάρουν το χρυσό τους χρώμα.

Στην αρχή του φθινοπώρου καθάριζαν το «κουγιού» το οποίο αν δεν ήταν υγρό έριχναν μέσα λίγο νερό. Εδώ μέσα κατέβαζαν και κρεμούσαν για μερικές ημέρες τους ξερούς κιοντέδες για να αποκτήσουν την κατάλληλη υγρασία τα ξερά φύλλα καπνού πριν αρχίσουν να τα πασταλιάζουν.

Τακτοποιούσαν τα «τσιούλια» και τα σχοινιά για το δέσιμο των δεμάτων, την σακοράφα, τις σιδερένιες πήχες για να πατούν τα «παστάλια», «οι γύροι και τα δέματα». Το «σεντούκι» ήταν και αυτό έτοιμο για να κάνουν τα δέματα.

Τα πρώτα κρύα έπιαναν και ο Χειμώνας ήταν παρών. Τα τζάκια και οι σόμπες μπουμπούνιζαν. Η κατάλληλη εποχή και περιβάλλον για το παστάλιασμα. Από πολύ πρωί ξυπνούσαν και πάλι, έβγαζαν ένα ένα τους «κιοντέδες» από το «κουγιού» κι άρχιζαν το παστάλιασμα.

Αυτή η δουλειά ήταν η πιο ξεκούραστη. «Δλιά κάτ΄ απ΄ τ΄ κυραμίδα μη τ΄ φουβάση» έλεγαν.

Μαζεμένος όλος ο ταϊφάς στον ζεστό «οντά» παστάλιαζαν όλη την ημέρα και διηγούνταν οι παππούδες ατέλειωτες ιστορίες και παραμύθια από τα περασμένα. Εικόνες και θύμισες αξέχαστες. Πασταλιάζοντας φύλλο-φύλλο τον καπνό ξεχώριζαν τα καλά φύλλα από τα χαλασμένα και τα τελείως άχρηστα τα έκαιγαν βγάζοντας «ντουμάνι» μεγάλο.

Η καλή ποιότητα ήταν το «μαξούλι» και τα άλλα τα «ρουφούζια» και τα «σκάρτα».

Συγχρόνως ο πιο έμπειρος καθόταν στο σεντούκι και τοποθετούσε ένα – ένα τα παστάλια μέσα, κάνοντάς τα δέμα. Έπρεπε τα παστάλια που δεν ήταν καλά να τα μοιράσει μέσα στο δέμα με μαεστρία, ώστε όταν περνούσαν και τα έβλεπαν για να τα εκτιμήσουν οι έμποροι, να μην τα ανακαλύπτουν και να τα βαθμολογούν καλύτερα. Μόλις έφταναν στο επιθυμητό ύψος τα πατούσε πιέζοντάς τα με την μακριά πήχη, έβγαζε το ορθογώνιο δέμα και αφού το έδενε γερά με την σακοράφα και το σχοινί γύρω από το τυλιγμένο «τσιούλ» το μετέφερε στην αποθήκη, έτοιμα προς εκτίμηση από τον πραγματογνώμονα «εκτιμητή ή εξπέρ» και για πώληση στους καπνεμπόρους.

Ο καπνός επηρέαζε τη ζωή στο χωριό καθώς ένωνε την κοινότητα. Όταν μια οικογένεια έμενε πίσω, οι συγχωριανοί βοηθούσαν με το σύστημα της αλληλοβοήθειας. Τα παιδιά δεν είχαν ανέμελα καλοκαίρια. Μετά το σχολείο βοηθούσαν στο μπούρλιασμα και στο κουβάλημα των καπνών. Οι ηλικιωμένοι είχαν σημαντικό ρόλο καθώς συμμετείχαν σε πλήθος εργασιών σε σημείο που να υπάρχει σχετικό γνωμικό που έλεγε το εξής «αν δεν έχεις γέρο στο σπίτι αγόρασε» . Τα σπίτια στο Παλαιοχώρι ήταν προσαρμοσμένα στις ανάγκες της παραγωγής καθώς διέθεταν μεγάλους ημιυπαίθριους χώρους (χαγιάτια) για το μπούρλιασμα και υπόγεια ή αποθήκες με κατάλληλη υγρασία για τη φύλαξη των δεμάτων. Η ζωή του χωριού επίσης ρυθμιζόταν από την «πληρωμή του καπνού» ή το πριμ-είδος προκαταβολής. Τότε ξεχρεώνονταν τα τεφτέρια στα μπακάλικα, γίνονταν οι γάμοι, οι βαφτίσεις και οι μεγάλες αγορές για το σπίτι.

Η σταδιακή αποσύνδεση των ενισχύσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι αλλαγές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) μετά το 2006 έδωσαν καίριο πλήγμα στην καπνοπαραγωγή.

Έτσι η άλλοτε κυρίαρχη καλλιέργεια του καπνού στο Παλαιοχώρι έχει σχεδόν εκλείψει, αφήνοντας πίσω της όμως βαθιές μνήμες, αγροτική παράδοση και αρχιτεκτονικά στοιχεία συνδεδεμένα με την εποχή της ακμής της.