Αντιδράσεις και από την τοπική Εκκλησία της Θάσου προκαλεί η υποβάθμιση του Δημοτικού Σχολείου της Παναγίας, με τον ιερατικό προϊστάμενο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου της Παναγίας Θάσου και Αρχιερατικό Επίτροπο Θάσου, αρχιμανδρίτη π. Παντελεήμονα Σάββα να θέτει πέντε ερωτήματα υπόψιν των αρμοδίων, προσθέτοντας παράλληλα ότι «δεν μπορεί να παραβλέπεται η ιστορική σχέση της Εκκλησίας με την παιδεία και την εκπαίδευση στην Παναγία».
Η ανακοίνωση του αρχιμανδρίτου π. Παντελεήμονος Σάββα
Με αισθήματα έντονης ανησυχίας πληροφορήθηκα την απόφαση της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Καβάλας για την προσωρινή ή οριστική υποβάθμιση του Δημοτικού Σχολείου Παναγίας Θάσου από τριθέσιο σε διθέσιο.
Πρόκειται για ένα σχολείο με ιστορία πλέον των εκατό ετών, ένα σχολείο που επί γενεές υπηρέτησε την τοπική κοινωνία και από τα θρανία του οποίου πέρασαν και αναδείχθηκαν πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και της κοινωνικής ζωής.
Η απόφαση αυτή αποτελεί σοβαρό πλήγμα για την εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή της Παναγίας και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τα κριτήρια και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι, πριν από τη λήψη της απόφασης, είχαν εγκαίρως αποσταλεί δύο έγγραφες επιστολές από μέρους του εκκλησιαστικού συμβουλίου του ιερού Ναού και με την συναίνεση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ.Στεφανου, στις οποίες είχαν επισημανθεί αναλυτικά τα προβλήματα, οι ιδιαιτερότητες και οι πραγματικές ανάγκες του Δημοτικού Σχολείου Παναγίας.
Με τις παρεμβάσεις αυτές τέθηκαν υπόψη των αρμοδίων όλα τα δεδομένα που συνηγορούσαν υπέρ της διατήρησης του Σχολείου ως τριθέσιου και επισημάνθηκαν οι συνέπειες που θα έχει η υποβάθμισή του για τους μαθητές, τις οικογένειες και την τοπική κοινωνία.
Αναγνωρίζω, βεβαίως, ότι από την πλευρά της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης υπάρχει ένα αντικειμενικό επιχείρημα. Ο αριθμός των μαθητών κατά την παρούσα σχολική χρονιά είναι μικρός. Είναι ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί και είναι εύλογο να λαμβάνεται υπόψη στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
Όμως εδώ ακριβώς βρίσκονται κάποια ουσιαστικά ερωτήματα:
- Γιατί να υποβαθμιστεί το Δημοτικό Σχολείο Παναγίας από τριθέσιο σε διθέσιο για μία μόνο σχολική χρονιά, όταν είναι ήδη γνωστό ότι κατά το επόμενο σχολικό έτος ο αριθμός των μαθητών θα αυξηθεί και ποιο είναι το πραγματικό εκπαιδευτικό όφελος από μια προσωρινή υποβάθμιση;
- Δεν θα ήταν λογικό, για μία μόλις σχολική χρονιά, να αναζητηθεί μια λύση που να προστατεύει την εκπαιδευτική λειτουργία του Σχολείου και να αποφευχθεί μια διοικητική υποβάθμιση που ενδέχεται να χρειαστεί να ανατραπεί σύντομα;
- Έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη η ιδιαιτερότητα της Παναγίας, ενός ιστορικού χωριού με μόνιμο πληθυσμό, οικογένειες και παιδιά που δικαιούνται να έχουν ένα σχολείο αντάξιο των εκπαιδευτικών τους αναγκών;
- Έχει ληφθεί υπόψη η προοπτική αύξησης του μαθητικού δυναμικού και οι επόμενες εγγραφές, ή η απόφαση βασίστηκε αποκλειστικά στα σημερινά αριθμητικά δεδομένα;
Και υπάρχει ένα ακόμη, κατά τη γνώμη μου το πιο ουσιαστικό ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν ένα διθέσιο Δημοτικό Σχολείο, όπου δύο εκπαιδευτικοί καλούνται να καλύψουν περισσότερες τάξεις και διαφορετικά μαθησιακά επίπεδα, να εξασφαλίσει σε όλα τα παιδιά την απαιτούμενη ποιότητα διδασκαλίας και την κατάλληλη προετοιμασία, ώστε να ολοκληρώσουν το Δημοτικό με γερές βάσεις και να μεταβούν στο Γυμνάσιο πραγματικά έτοιμα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του;
Ο ιστορικός οικισμός της Παναγίας είναι μια ζωντανή κοινωνία με οικογένειες, παιδιά, ιστορία και μέλλον. Επίσης ειδικότερα επισημαίνω την ιστορική παρακαταθήκη που παρέλαβαν οι νέοι του οικισμού από τους προγόνους τους και την σχέση σχολείου-Εκκλησίας.
Δεν μπορεί να παραβλέπεται η ιστορική σχέση της Εκκλησίας με την παιδεία και την εκπαίδευση στην Παναγία.
Πριν από περίπου 150 χρόνια, επί τουρκοαιγυπτιακης κυβέρνησης και σε εποχές κατά τις οποίες η Πολιτεία δεν διέθετε τα σημερινά οργανωμένα εκπαιδευτικά μέσα, η Εκκλησία πρωτοστάτησε στην ίδρυση και λειτουργία του συγκεκριμένου σχολείου.
Ειδικότερα στήριξε έμπρακτα την παιδεία των παιδιών του ιστορικού οικισμού της Παναγίας, αναλαμβάνοντας ακόμη και τη μισθοδοσία εκπαιδευτικών που έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να προσφέρουν στα παιδιά μόρφωση και παιδεία.
Η ιστορική αυτή προσφορά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Παναγίας.
Στην ανακύψουσα περίπτωση η Εκκλησία δε ζητά προνόμια, αλλά τον αυτονόητο σεβασμό στην ιστορία, στην προσφορά της και στον θεσμικό της ρόλο, ιδιαίτερα όταν παρεμβαίνει με υπευθυνότητα για ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τα παιδιά και το μέλλον της τοπικής κοινωνίας.