Μνημόνιο Κατανόησης υπεγράφη μεταξύ της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη και του υπουργού Πολιτισμού της Βουλγαρίας, Evtim Miloshev και προβλέπει την αμοιβαία «ανταλλαγή» κειμηλίων ιστορικής αξίας, μέρος των οποίων προέρχεται και από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας [διαβάστε εδώ].
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη με ανακοίνωσή της σχολιάζει ότι «νομιμοποιείται η κλοπή, όταν ανταλλάσσονται κλεμμένοι με νομίμως αποκτηθέντες πολιτιστικοί θησαυροί», προσθέτοντας ότι «η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι προϊόν που μπορεί να ανταλλάσσεται στα πολιτικά και οικονομικά χρηματιστήρια σε βάρος της ελληνικής κοινωνίας», ενώ διερωτάται αν δημιουργείται αρνητικό δεδικασμένο για μελλοντικές διεκδικήσεις πολιτιστικών θησαυρών από άλλες χώρες, επικαλούμενη τα γλυπτά του Παρθενώνα.
Η ανακοίνωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης
Από δελτίο τύπου του ΥΠΠΟ πληροφορηθήκαμε ότι τα Υπουργεία Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης για την αμοιβαία «κατάθεση» κειμηλίων ιδιαίτερης ιστορικής αξίας για τις δύο χώρες με το ελληνικό ΥΠ.ΠΟ να υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια «ιστορικής σημασίας συμφωνία».
Σύμφωνα με την «ιστορική συμφωνία» η Ελλάδα παραδίδει αρχαιολογικά ευρήματα από ανασκαφική έρευνα σε ελληνικό έδαφος (τα λείψανα που ανευρέθηκαν στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου ταυτίζονται με βεβαιότητα από το ΥΠ.ΠΟ. «ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας, (997-1014)» και παραλαμβάνει 48 κειμήλια προερχόμενα από την Ι. Μ. Εικοσιφοινίσσης Δράμας, την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Ι. Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Η ανακοίνωση του ΥΠ.ΠΟ μιλά για κειμήλια που «είχαν μεταφερθεί στη Σόφια, το 1917, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τα οποία εκτίθεντο ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας».
Αποσιωπά όμως το ΥΠ.ΠΟ το γεγονός ότι αυτά τα αντικείμενα, μαζί με χιλιάδες άλλα, είχαν αφαιρεθεί βίαια, δηλαδή είχαν κλαπεί από τις προαναφερθείσες λεηλατημένες Μονές κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής το 1917, λίγο πριν το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Και ενώ η συνθήκη του Νειγύ (1919) υποχρέωνε τη Βουλγαρία να επιστρέψει τα κειμήλια που είχε αφαιρέσει από τις λεηλατημένες μονές, αυτή για 100 και πλέον χρόνια δεν συμμορφώθηκε και τα κλεμμένα αντικείμενα δεν επιστράφηκαν ποτέ.
Έρχεται τώρα το ΥΠ.ΠΟ και πανηγυρίζει για την, μέσω μυστικής διπλωματίας, συμφωνία που πέτυχε και μπόρεσε να ανταλλάξει τα αρχαιολογικά ανασκαφικά ευρήματα με αυτά που θα έπρεπε αυτοδικαίως και σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες να απαιτεί.
Προφανώς και το ΥΠ.ΠΟ και η Κυβέρνηση απεμπολούν τα δικαιώματα του ελληνικού κράτους. Προφανώς και εργαλειοποιούν πολιτικά και οι δύο εμπλεκόμενες κυβερνήσεις τα αρχαιολογικά ευρήματα. Προφανώς και νομιμοποιείται η κλοπή, όταν ανταλλάσσονται κλεμμένοι με νομίμως αποκτηθέντες πολιτιστικοί θησαυροί.
Ερωτήματα που προκύπτουν από την «ιστορικής σημασίας συμφωνία»
- Ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο του Μνημονίου; Γιατί δεν έχει γνωστοποιηθεί στη Βουλή και στην Αρχαιολογική Υπηρεσία;
- Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα 48 κειμήλια κι όχι κάποια άλλα και γιατί θεωρούνται «ίσης σημασίας» με τα λείψανα του Σαμουήλ;
- Με ποιο νομικό καθεστώς παραδίδονται τα οστά; Πρόκειται για οριστική παραχώρηση, δανεισμό ή διακυβερνητική συμφωνία ανταλλαγής;
- Μήπως δημιουργείται αρνητικό δεδικασμένο για μελλοντικές διεκδικήσεις πολιτιστικών θησαυρών από άλλες χώρες (π.χ. τα Γλυπτά του Παρθενώνα), εάν αποδεχόμαστε την ανταλλαγή ως μέσο επιστροφής κειμηλίων;
Συμπεράσματα
Το Υπουργείο Πολιτισμού απεμπολεί το δικαίωμα που του δίνουν οι διεθνείς συνθήκες οι οποίες αναφέρουν πως η Βουλγαρία «είναι υποχρεωμένη» να επιστρέψει τα κειμήλια, προκρίνοντας αντί της λέξης «κλοπή» των κειμηλίων τη φράση «μεταφορά στη Σόφια».
Όταν όμως ένα κράτος αποδέχεται να δώσει αντάλλαγμα για να πάρει πίσω δικά του κλεμμένα αγαθά, δυσκολεύεται στη συνέχεια να επιχειρηματολογήσει διεθνώς ότι η επιστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί αποκλειστικά ηθική και νομική υποχρέωση του κατόχου.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι προϊόν που μπορεί να ανταλλάσσεται στα πολιτικά και οικονομικά χρηματιστήρια σε βάρος της ελληνικής κοινωνίας. Αν αντιμετωπίζεται ως προϊόν, σίγουρα η χώρα είναι η μεγάλη χαμένη.