Του Σταύρου Σαραντίδη
Ηεπιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα είναι αναμφίβολα ένα γεγονός που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Έπειτα από περισσότερο από έναν αιώνα, αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιστρέφουν στον τόπο προέλευσής τους. Η συμφωνία των υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας, Λίνας Μενδώνη και Εφτίμ Μιλόσεφ, παρουσιάστηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως ιστορικής σημασίας. Την κυβερνητική επιτυχία έσπευσε να χαιρετίσει και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφευχθεί:
48 κειμήλια από έναν πολύ μεγαλύτερο πολιτιστικό και εκκλησιαστικό πλούτο που αφαιρέθηκε το 1917 συνιστούν πράγματι την τελική δικαίωση μιας ιστορικής εκκρεμότητας ή απλώς το πρώτο βήμα μιας διαδικασίας που άργησε περισσότερο από έναν αιώνα;
Τα πατριαρχικά Σταυροπήγια Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου και Τιμίου Προδρόμου Σερρών
Στις 27 Μαρτίου 1917, μέσα στις συνθήκες της βουλγαρικής κατοχής, η Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας λεηλατήθηκε. Οι διαθέσιμες ιστορικές καταγραφές αναφέρουν την αφαίρεση περίπου 430 χειρογράφων και 470 κειμηλίων. Ακόμη σαφέστερη εικόνα προκύπτει από την περίπτωση της Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών, από την οποία καταγράφονται απώλειες περίπου 1.500 έντυπων βιβλίων και 318 χειρογράφων, μαζί με άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Και δεν πρόκειται μόνο για αριθμούς. Πρόκειται για λειψανοθήκες, εικόνες, σταυρούς, χειρόγραφα και αντικείμενα που αποτελούσαν μέρος της ζωντανής ιστορίας των μονών.
Επομένως, όποιος θέλει να αποτιμήσει τη σημερινή συμφωνία οφείλει πρώτα να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: Πού βρίσκονται σήμερα όλα τα υπόλοιπα; Ποια έχουν εντοπιστεί; Ποια βρίσκονται σε βουλγαρικά μουσεία και συλλογές; Ποια έχουν καταγραφεί και ποια όχι; Χωρίς έναν πλήρη, κοινά αποδεκτό κατάλογο, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν αριθμό, ενώ η πραγματική ιστορία είναι πολύ μεγαλύτερη.
Η άλλη πλευρά της συμφωνίας αφορά τα λείψανα που αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ. Τα ευρήματα ανακαλύφθηκαν το 1965 στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες από τον αρχαιολόγο Νικόλαο Μουτσόπουλο και έκτοτε αποτέλεσαν αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος στη Βουλγαρία. Η συμφωνία προβλέπει την παράδοση στη Βουλγαρία των λειψάνων που έχουν ταυτοποιηθεί ως του Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τις σαρκοφάγους.
Εδώ όμως υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά που αξίζει να συζητηθεί δημόσια.
Τα ελληνικά εκκλησιαστικά κειμήλια που μας επιστρέφονται συνδέονται με συγκεκριμένα περιστατικά αφαίρεσης κατά τη διάρκεια πολεμικής κατοχής. Αντιθέτως, τα λείψανα του Σαμουήλ αποτελούν προϊόν αρχαιολογικής ανασκαφής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η βουλγαρική πλευρά δεν έχει ιστορικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον για τα λείψανα. Σημαίνει όμως ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές ιστορικές κατηγορίες αντικειμένων, και αυτή η διαφορά θα έπρεπε να βρίσκεται στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης.
Τον Νοέμβριο του 2015, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος βρέθηκε στη Σόφια και, παρουσία του τότε προέδρου της Βουλγαρίας Ρόσεν Πλεβνελίεφ, έθεσε δημόσια το ζήτημα της επιστροφής των βυζαντινών και εκκλησιαστικών κειμηλίων που είχαν αφαιρεθεί από μονές και ναούς της Βόρειας Ελλάδας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησε η ματαίωση της προγραμματισμένης συνάντησης του Πατριάρχη με τον πρωθυπουργό Μπόικο Μπορίσοφ, καθώς και η ακύρωση συνέντευξης Τύπου. Τα δημοσιεύματα της εποχής συνέδεσαν την ένταση με τις απαιτήσεις για την επιστροφή των κειμηλίων, αν και αναφέρθηκαν παράλληλα και σε εκκλησιαστικές διαφωνίες μεταξύ των δύο Πατριαρχείων.
Αυτό είναι το σημείο που γεννά ένα δύσκολο ερώτημα προς την Εκκλησία της Ελλάδος. Όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης ύψωνε δημοσίως τη φωνή του στη Σόφια για τα κλεμμένα κειμήλια, διακινδυνεύοντας ακόμη και διπλωματικό επεισόδιο, ποια πρέπει να είναι σήμερα η φωνή της ίδιας της Εκκλησίας της Ελλάδος;
Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την ιστορία έχει ο μακαριστός Μητροπολίτης Δράμας Παύλος. Ο ίδιος επί χρόνια αγωνίστηκε για την επιστροφή των κειμηλίων της Εικοσιφοίνισσας. Το αρχείο της Μητρόπολης Δράμας περιλαμβάνει επιστολές και καταλόγους με συγκεκριμένα αντικείμενα που εντοπίζονταν σε βουλγαρικές συλλογές. Το 2015 είχε απευθυνθεί ακόμη και στον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα για το ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η σημερινή Ιερά Σύνοδος τον χαρακτήρισε «αρχιτέκτονα και πρωτεργάτη» του εγχειρήματος για την επιστροφή των κειμηλίων. Η μνήμη λοιπόν του Μητροπολίτη Παύλου θέτει ένα μέτρο σύγκρισης. Εκείνος δεν αντιμετώπισε το ζήτημα ως μια ακόμη πολιτιστική διευθέτηση. Το αντιμετώπισε ως ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης και εκκλησιαστικής μνήμης.
Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα που αναπόφευκτα θα τεθεί στη δημόσια συζήτηση. Από την 1η Ιουλίου 2026 τέθηκε σε ισχύ νέο μισθολογικό πλαίσιο για τον Αρχιεπίσκοπο και τους Μητροπολίτες. Οι μηνιαίες συνολικές αποδοχές τους διαμορφώθηκαν στα 4.671,90 ευρώ μικτά, ποσό που αντιστοιχεί στο 90% των αποδοχών Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν αποδεικνύει οποιαδήποτε συναλλαγή μεταξύ κυβέρνησης και Εκκλησίας. Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό θεσμικό και ηθικό ζήτημα. Όσο στενότερη γίνεται η οικονομική σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η ανεξαρτησία της πρώτης στη δημόσια διεκδίκηση των δικαίων της. Η Ιεραρχία δεν μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι είναι ικανοποιημένη επειδή η Πολιτεία έφερε πίσω 48 κειμήλια. Ούτε μπορεί να επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί η επιστροφή των 48 ως επικοινωνιακό άλλοθι για να ξεχαστούν τα υπόλοιπα.
Η ελληνοβουλγαρική συμφωνία, επομένως, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ούτε από τις πανηγυρικές δηλώσεις της κυβέρνησης ούτε από τους εθιμοτυπικούς χαιρετισμούς της Ιεραρχίας. Η αξία της θα κριθεί στην πράξη, από το αν θα αποτελέσει την αφετηρία μιας συνεπούς και συστηματικής διπλωματικής προσπάθειας για την αποκατάσταση των εκκρεμοτήτων που εξακολουθούν να βαραίνουν τη μνήμη και την πολιτιστική κληρονομιά της Ανατολικής Μακεδονίας. Αυτή θα είναι και η ουσιαστική τιμή στη μνήμη του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας Παύλου, να συνεχιστεί με επιμονή η προσπάθεια που ο ίδιος υπηρέτησε, με τη συνεργασία της Πολιτείας και της Εκκλησίας και με αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών και εκκλησιαστικών διαύλων, όπως είχε πράξει και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος με την παρέμβασή του το 2015.
