Ανάμεσα σε δυο πατρίδες: Κώστας Ευκαρπίδης, ο ποιητής του «μεταξύ»

Μια δοκιμή ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής του Κώστα Ευκαρπίδη «Ανάμεσα σε δυο σταθμούς»


Γράφει ο Δημήτρης Βλάχος*

Παρουσιάσαμε στην Καβάλα (1 Οκτωβρίου) και στην Ξάνθη (5 Οκτωβρίου) το δημοσιευμένο από την Κάπα Εκδοτική έργο του Κώστα Ευκαρπίδη η Δίκη και το Ανάμεσα σε δυο σταθμούς. Το έργο του αυτό, όπως και εκείνο που δημοσιεύτηκε πριν, αλλά και αυτό που θα δημοσιευτεί και θα γραφτεί στο μέλλον, θα ανήκει στα Άπαντά του. Αυτά δηλαδή τα έργα που έγραψε και αυτά που θα γράψει, και που θα μπορούσαν στο σύνολό τους να έχουν τον τίτλο «Ανάμεσα σε δυο πατρίδες». Προφανώς γεωγραφικά οι δύο πατρίδες του είναι η Ελλάδα (συγκεκριμένα η γενέτειρα του Φίλιπποι και η Καβάλα) και η Αμερική (ιδιαίτερα η Νέα Υόρκη). Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι πατρίδες του. Αν ήθελα να είμαι ακριβής, θα έλεγα ότι η πραγματική πατρίδα του Κώστα Ευκαρπίδη είναι αυτό τούτο το «ανάμεσα», αυτό το ίδιο το «μεταξύ» και όχι συγκεκριμένοι τόποι. Ο Κώστας Ευκαρπίδης ως ποιητής του «μεταξύ» γεφυρώνει διαφορετικές πατρίδες, τόπους, αντιθέσεις και αντιφάσεις. Δεν τις συγκαλύπτει ούτε τις εξαφανίζει.

Ο Κώστας Ευκαρπίδης είναι ο ποιητής του «μεταξύ», του «ανάμεσα». Αιωρείται σαν εκκρεμές, και χωρίς να ακινητοποιείται ποτέ, κινείται χωρίς σταματημό και σαρώνει όλο το εύρος ανάμεσα στα δύο άκρα, και σε κάθε σημείο αυτής της τροχιάς που διαγράφει αφήνει και ένα σημάδι. Κάθε ποίημα αυτής της ποιητικής συλλογής Ανάμεσα σε δυο Σταθμούς, και το θεατρικό Η Δίκη ως ενιαίο έργο, αλλά και στις επιμέρους ενότητές του, δίνουν το στίγμα της συγκίνησης και της σκέψης του δημιουργού τους.

Ο Κώστας Ευκαρπίδης δημιουργεί ανάμεσα στις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις που βιώνει στην καθημερινή του ζωή, αλλά και στη συνείδησή του. Το έργο του μοιάζει με τη σπίθα που βγαίνει όταν χτυπάς δυο τσακμακόπετρες. Είναι σαν τα κυκλάμινα που φυτρώνουν στη σχισμή ενός βράχου. Η πίεση, η ένταση και η τριβή ανάμεσα στις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις που βιώνει στη ζωή του είναι βασανιστικές για τον ίδιο, αλλά η εκτόνωσή τους με τη μορφή του θεατρικού και του ποιητικού λόγου είναι λυτρωτική γι’ αυτόν και διδαχτική για εμάς. Πίστη και απιστία, ζωή και θάνατος, Ποίηση και επαγγελματική πίεση, αρχαία δόξα και θλιβερή επικαιρότητα («Τέμπη»), ελευθερία και φόβος, ουσιαστική συνομιλία και φλυαρία («Ευγενική ανάκριση»), αυθεντική/αληθινή ζωή από το ένα μέρος και ψεύτικη, βαρετή και ανούσια χαμοζωή από το άλλο, είναι κάποια από τα άκρα του ποιητικού εκκρεμούς στα οποία ταλαντώνεται η συγκίνηση του Κώστα Ευκαρπίδη.

Η ίδια η ποιητική του συλλογή Ανάμεσα σε δυο σταθμούς οριοθετείται με το πρώτο («Υποκλίνομαι») και το τελευταίο ποίημά της («Λογιστές») από τις δύο ακραίες πατρίδες του Κώστα Ευκαρπίδη, την ποιητική έκφραση από τη μια και το επάγγελμα του λογιστή και του οικονομικού διευθυντή από την άλλη. Οι πρώτες σπουδές του, άλλωστε, στη Μέκκα του καπιταλισμού, τη Νέα Υόρκη, ήταν θεατρικές. Οι σπουδές της λογιστικής ακολούθησαν. Τέχνη και λογιστική: αυτή είναι μία από αντιθέσεις της ζωής του Κώστα Ευκαρπίδη που τελικά με την ποίηση και τη δραματουργία τις γεφυρώνει και δεν διαμελίζεται από αυτές (σαν τον Πενθέα στις Βάκχες του Ευριπίδη). Δεν είναι και ο μόνος, άλλωστε, που δημιουργεί με αυτές τις συνθήκες, καθώς έχουμε επιφανείς ποιητές που ήταν και λογιστές όπως ο Καβάφης, ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα, ο Τ.Σ. Έλιοτ, αλλά και ο σπουδαίος Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Ο συγγραφέας του Δον Κιχότη και ποιητής, εκτός από στρατιώτης ήταν για κάποια περίοδο της ζωής του εισπράκτορας φόρων και λογιστής, αν και όχι ιδιαίτερα τυχερός στη δουλειά του.

Η πρώτη πατρίδα, λοιπόν, του Κώστα Ευκαρπίδη είναι η Τέχνη σε όλες της τις μορφές, ιδιαίτερα όμως η ποίηση, το θέατρο, ο κινηματογράφος και η μουσική. Στην πραγματικότητα η πρώτη του πατρίδα είναι τα παιδικά του χρόνια και η δημιουργική του φαντασία, γιατί αυτά τα δύο τον οδηγούν στην ποίηση και τη δραματουργία. Από τα παιδικά του χρόνια, με επίκεντρο το χωριό και το εμβληματικό αρχαίο θέατρο των Φιλίππων αλλά και το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία ψηλότερα στο βουνό, μένουν χαραγμένες στο ασυνείδητό του οι ποιητικές εικόνες. Ο ίδιος άλλωστε ομολογεί για τα παιδικά του χρόνια στο ποίημά του «Ο χρόνος», (σελ. 50):

«Ο χρόνος μού γνέφει από μακριά/ να ανέβω στο άρμα του. διστάζω, βαδίζω αργά, αναπολώ, σκοντάφτω, / πέφτω και σηκώνομαι, καθώς τα παιδικά μου χρόνια/ μού στέκονται κατάφατσα και μού βγάζουν τη γλώσσα.»

Από τα παιδικά του χρόνια σε αυτόν τον τόπο, τους Φιλίππους Καβάλας, με σημείο αναφοράς το αρχαίο θέατρο αλλά και το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, αναβλύζουν όνειρα, φόβοι, επιθυμίες και εικόνες, αλλά και η δίψα του για την ομορφιά και την ποιητική δημιουργία. Με αυτά τα βιώματα και τις παραστάσεις μπορεί να πατήσει σταθερά στο σκαλοπάτι της ποίησης, και από εκεί να παρατηρήσει την πραγματικότητα για να καταλήξει στη διαπίστωση στο ποίημά του «Maui II», (σελ. 92): «Η πραγματικότητα συμπεριφέρεται σαν μεθυσμένο όνειρο.» Έτσι φαίνεται, αλήθεια, η πραγματικότητα αν την κοιτάξεις από έξω, από τη μεριά της ποίησης, «σαν μεθυσμένο όνειρο».

Η ποιητική ματιά στην καθημερινότητα ζωντανεύει μέσα του τη σβησμένη μνήμη των παιδικών του χρόνων και της ιστορίας του τόπου του. Να μια ποιητική εικόνα που ξυπνάει τη νυχτωμένη αρχέγονη μνήμη με ένα ερώτημα που μένει και θα μένει πάντοτε ανοιχτό. Διαβάζω από το ποίημά του «Θυμωμένη άνοιξη», σελ. 91:

«Δύο αηδόνια χορεύουν συρτάκι/ και οι τουρίστες προσκυνούν στην Ακρόπολη/ κάτι σημαντικό έγινε εδώ/ πριν χιλιάδες χρόνια, αλλά τι;»

Ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής («Υποκλίνομαι») εμφανίζεται θριαμβευτικά με τη μορφή ερωτικού λόγου η χαρά της ποιητικής δημιουργίας την οποία προκαλεί στον ποιητή η συνάντηση με την ωραία μορφή.

Αντιγράφω την πρώτη στροφή:

«Υποκλίνομαι

στον ρυθμό σου, / στα χρώματα του δωματίου,/ στο νεανικό σου ύφος, στις φανταστικές απεικονίσεις σου, στη γεύση των φιλιών σου, στις επάλξεις των ιδεών σου, στη μαγευτική ματιά σου, στις ακρογιαλιές του ωκεανού σου, στις θεατρικές φιγούρες σου. Υποκλίνομαι…», σελ. 7.

Η Ποίηση είναι η πρώτη του πατρίδα και μιλήσαμε γι’ αυτήν. Τώρα περνάμε στην άλλη του πατρίδα, το επάγγελμα του λογιστή. Το εκκρεμές βρίσκεται εδώ στους αντίποδες, στην άλλη άκρη της ελλειπτικής τροχιάς του. Έτσι, το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Λογιστές» είναι ένας ύμνος στην άλλη του ζωή, την επαγγελματική, στην τέχνη του λογιστή. Διαβάζω τις τελευταίες στροφές:

«Λογιστές

[…]

Οι Λογιστές κυριαρχούν στον χώρο/ οργανώνουν το μέλλον / από την Αίγυπτο και την Κρήτη, / από τη Βαβυλώνα και τις Μυκήνες, //

Μετράμε, στοιχειοθετούμε, / δίνουμε έμπνευση στον Αριστοτέλη / για τους καταλόγους του, //

Ακόμη και ο Δημιουργός, / χωρίς Λογιστές, μόνο Χάος δημιουργεί.», σελ. 106.

Μα είναι τόσο αξιοζήλευτοι οι λογιστές για την αντοχή τους, όπως παραδέχεται στο ποίημά του «Ανάταση», σελ. 75:

«Ένας λογιστής ανηφόρισε τον Γολγοθά των αριθμών, /δωσ’ μου τη δύναμή σου να τη χαρίσω στον Σίσυφο.»

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Κώστας Ευκαρπίδης δεν γκρινιάζει για τη δουλειά του. Αντίθετα, την ευλογεί, την υμνεί, την εξυψώνει σε επίπεδο μυθικό. Αυτό είναι παράξενο γιατί συνήθως οι ποιητές παραπονιούνται που είναι αναγκασμένοι να υπηρετούν δύο αφεντάδες, την Ποίηση και το επάγγελμα που τους δίνει τα προς το ζην.

Αν το υλικό του λογιστή είναι οι αριθμοί, το υλικό του ποιητή είναι οι λέξεις. Πραγματικά, στο ένα άκρο του εκκρεμούς της ζωής του Κώστα Ευκαρπίδη βρίσκονται οι λέξεις και η Ποίηση, ενώ στο άλλο οι αριθμοί και η Λογιστική. Το πιο σκληρό και δύσκολο υλικό για να το δουλέψεις δεν είναι η πέτρα και το μάρμαρο αλλά οι λέξεις.

Σαν σε όνειρο ο Κώστας Ευκαρπίδης εξομολογείται τον αγώνα να φτιάξεις με λέξεις ένα ποίημα:

Οι λέξεις  [σελ. 25]

Κάπου στη διαδρομή / οι λέξεις πέταξαν / πάνω από το σώμα μου/ και όρμηξα με την απόχη να τις πιάσω //

μα μου ξέφευγαν/ και κορόιδευαν/ και επανέρχονταν //

 μικροί άγγελοι/  που αναστέναζαν ευλογίες, / αναπροσάρμοζαν τις διαστάσεις/ και να που ξανατόνωνα το ανάστημά μου/ και τέντωνα τα χέρια σαν τόξο, μα η απόχη γινόταν θάλασσα//

                        μακριά/ και οι λέξεις/ καραβόπανα στο πέλαγος/ να σηκώνονται, να κατεβαίνουν,/ να αλλάζουν σχήμα, χρώμα/ και να ξελογιάζονται.//

Και μετά / έφυγα / και τις άφησα μόνες τους.

Αναφέρθηκα ήδη στην πρώτη θεμελιώδη αντίθεση στο έργο του Κώστα Ευκαρπίδη «Ποίηση/Τέχνη» από το ένα μέρος και «Λογιστική» από το άλλο. Αντίθεση που τη συναντάμε στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα αντίστοιχα της συλλογής του, το «Υποκλίνομαι» και τους «Λογιστές». Ο Κώστας Ευκαρπίδης, είναι αλήθεια, πετυχαίνει τη δύσκολη εκείνη ισορροπία που επιτρέπει στο επάγγελμα του λογιστή να καλλιεργεί το δέντρο της ποίησης για να έχει πλούσια καρποφορία. Αγροτική, άλλωστε η οικογένειά του, όπως ομολογεί σε ποίημά του («Η εξαίρεση», σελ 10), και όπως ξέρω ο πατέρας του ήταν μοναδικός δεξιοτέχνης στον εμβολιασμό των καρποφόρων δέντρων. Ένα δέντρο που εμβολίαζε μπορούσε να βγάλει έως και τρεις διαφορετικούς καρπούς. Και ο γιος Κώστας Ευκαρπίδης συνεχίζει την παράδοση του πατέρα του Παναή με τον δικό του τρόπο χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Δεν μπολιάζει δέντρα αλλά τη γλώσσα που του δίνει τους καρπούς της, την ποίηση και το θέατρο. Είναι βλέπεις και το επίθετο του «Ευκαρπίδης» που εγγυάται αειφόρο και καλής ποιότητας καρποφορία.

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για τα ποιήματα του Κώστα Ευκαρπίδη αλλά ξεπερνούν τον χώρο αυτής της δημοσίευσης και τον χρόνο του αναγνώστη. Ωστόσο, θα ήθελα κλείνοντας να σταθώ λίγο περισσότερο σε έναν στίχο της ποιητικής του συλλογής που φύτρωσε ανάμεσα σε τόσους άλλους και με συγκίνησε ιδιαίτερα. Αυτός ο στίχος είναι και η απάντηση στο ερώτημα που μας αφορά όλους: «Πώς να αντέξω σ’ αυτόν τον κόσμο; Πώς να μη χάσω την ψυχή μου, Πώς να ζήσω μια αληθινή ζωή; Μια ζωή άξια να τη ζει κανείς.»

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρίσκεται σε δύο στίχους, σε μια ποιητική μεταφορά, όπου φιλοσοφία, θεολογία, μεταφυσική και ποίηση γίνονται ένα. Και οι δύο αυτοί στίχοι από το ποίημα «Ισορροπία» είναι (σελ. 72):

«Η παρουσία φίλησε την υπομονή

                                                            στο μάγουλο.»

Εύστοχος και άρτιος ποιητικός λόγος που συνδυάζει απλότητα, σαφήνεια, εικόνα, λόγο και σιωπή. Ο λόγος καλύπτει ολόκληρο τον πρώτο στίχο, ενώ το νόημά του ολοκληρώνεται μόνο στο τέλος του δεύτερου στίχου και αφού έχει προηγηθεί ένα κενό λόγω απουσίας λέξεων, κενό που δεν υποδηλώνει κάτι άδειο αλλά κάτι γεμάτο με σιωπή.

Η παρουσία φίλησε την υπομονή /                          στο μάγουλο.

Μας θυμίζουν, λοιπόν, αυτοί οι δύο στίχοι ότι η ποίηση είναι φτιαγμένη από λόγο και σιωπή. Και πρέπει και τα δύο να ακούγονται.

«Παρουσία» και «υπομονή». Μέσα σε έναν στίχο βρίσκονται τα δύο αυτά ουσιαστικά που αποτελούν θεμελιώδεις έννοιες στη φιλοσοφία, τη θεολογία και τη μεταφυσική.

Τι σημαίνει «παρουσία». «Παρουσία» δεν είναι αερολογία και φλυαρία. Δεν είναι περιέργεια και κουτσομπολιό. Έχει σχέση με την ουσία της ύπαρξής μας. Με το είναι μας, το οποίο στην αυθεντική του μορφή αποτελεί φιλοσοφικά τη φανέρωση μέσα στον χρόνο του υπερβατικού «ΕΙΝΑΙ», όπως διδάσκει η μεταφυσική.

Αλλά και στην Ορθόδοξη θεολογία αληθινή «παρουσία» σημαίνει σχέση κοινωνίας με τον Θεό. «Παρουσία» έχω την αίσθηση ότι σημαίνει αυτό που ακούμε στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 18, εδάφιο 20 (Ματθ. 18:20): «Γιατί όπου είναι δύο ή τρεις συγκεντρωμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους.» [«οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.»]. Αν ο Χριστός είναι και βιώνεται ως αγάπη (στα λατινικά η ελληνική λέξη «αγάπη» αποδίδεται ως «caritas» όχι «amor»), τότε όσοι συγκεντρώνονται στο όνομά του βιώνουν την αληθινή παρουσία στην επικοινωνία τους.

«Παρουσία» στην πράξη σημαίνει είμαι εδώ ολόκληρος για σένα και σε ακούω με αγάπη. Και τότε είναι που υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία και συνάντηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Τότε συνομιλούν σιωπηλά οι ψυχές.

«Η παρουσία φίλησε την υπομονή /                      στο μάγουλο.»

Προϋπόθεση όμως για να βιώσουμε την αληθινή παρουσία στη σχέση μας με τον άλλον είναι η υπομονή. Και η σχέση παρουσίας και υπομονής δεν είναι σχέση εξαναγκασμού, αλλά σχέση τρυφερότητας όπως δηλώνεται στη μεταφορά «Η παρουσία φίλησε την υπομονή /                       στο μάγουλο.»

«Η παρουσία φίλησε την υπομονή /                       στο μάγουλο». Γιατί άραγε να συμβαίνει αυτό που επισημαίνει ο Κώστας Ευκαρπίδης. Δεν ξέρω να σας πω. Ίσως γιατί για όλους, θρησκευόμενους ή μη, «η υπομονή είναι ο Θεός».


* Ο Δημήτρης Βλάχος είναι φιλόλογος-συγγραφέας, τ. Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Ροδόπης [www.dimitrisvlachos.gr]