Η τραγική συνείδηση του Γιώργου Χειμωνά στον «Βασιληά της Ασίας» του Διαμαντή Αξιώτη

Η συνάντηση δύο σημαντικών Καβαλιωτών συγγραφέων μέσα από ένα βιβλίο που ισορροπεί ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τη μυθοπλασία


 

Του Στρατή Ρήγα

 


Για το βιβλίο του Διαμαντή Αξιώτη έχουν ήδη γραφεί αρκετές βιβλιοκριτικές. Η παρούσα προσέγγιση επιχειρεί να το αναγνώσει υπό ένα κυρίως ψυχολογικό και φιλοσοφικό πρίσμα, γνωρίζοντας εξαρχής ότι η πολυπλοκότητα της σύνθεσης αντιστέκεται σε εύκολες ερμηνείες.

Η ανάγνωση θα κινηθεί γύρω από δύο διακριτούς αλλά αλληλένδετους άξονες, μέσα από τους οποίους αναδύεται η πρώτη ερμηνευτική εμπειρία του αναγνώστη.

Σύνοψη

Στο μυθοπλαστικό ντοκουμέντο Γιώργος Χειμωνάς: Βασιληάς της Ασίας, ο Διαμαντής Αξιώτης αφηγείται την επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά στην Καβάλα, λίγο πριν από τον θάνατό του, μέσα από μια σύνθετη αφήγηση που συνδυάζει τεκμηριωμένο βιογραφικό υλικό και μυθοπλασία. Κεντρικός άξονας είναι η φανταστική αφηγήτρια Θαυμασία, ερωτευμένη παράφορα με τον Χειμωνά, η οποία λειτουργεί ως συναισθηματικός και ερμηνευτικός φακός, ενώ γύρω της συγκροτείται ένας «θίασος» υπαρκτών προσώπων από τον λογοτεχνικό κύκλο της Καβάλας και της Αθήνας, που αγκυρώνουν το κείμενο στην ιστορική πραγματικότητα.

Η πλοκή εξελίσσεται σπειροειδώς: η άφιξη του Χειμωνά στην πατρίδα του συμπίπτει χρονικά με την επιθανάτια φάση της μητέρας του, ενώ η αφήγηση αναδιπλώνεται συνεχώς μέσω αναμνήσεων, κειμενικών αναφορών και εσωτερικών μονολόγων, οδηγώντας τον αναγνώστη από το πορτρέτο του σαγηνευτικού, ναρκισσευόμενου ποιητή στην προοδευτική προοικονομία του θανάτου του.

Η σχέση της Θαυμασίας με τον Χειμωνά, βασανιστική και μονόπλευρη, αποτελεί τον κύριο μυθοπλαστικό πυρήνα, μέσα στον οποίο εντάσσονται η καλλιτεχνική αυτοαμφισβήτηση του ήρωα, η διασταύρωση ψυχιατρικής και λογοτεχνίας και η σταδιακή μεταμόρφωσή του από υπαρκτό πρόσωπο σε μυθικό, στον «Βασιληά της Ασίας».

Η υπαρξιακή ψυχογραφία του Γιώργου Χειμωνά

Τι αποκαλύπτει η γραφή του Διαμαντή Αξιώτη για τον Γιώργο Χειμωνά; Τι αποκομίζει ο αναγνώστης για τον άνθρωπο, την περσόνα, το ιδανικό του Χειμωνά μέσα από το βιβλίο;

Αφετηρία της ανάγνωσης αποτελεί το δεδομένο της προσωπικής φιλίας. Ο Χειμωνάς δεν υπήρξε απλώς μέντορας ή λογοτεχνικό ίνδαλμα για τους λογοτέχνες της Καβάλας· υπήρξε, για ορισμένους εξ αυτών, στενότατος φίλος. Ο Αξιώτης συγκαταλέγεται σε αυτόν τον περιορισμένο κύκλο. Τον έζησε από μια απόσταση σπάνια και προνομιακή: την απόσταση του εγκαρδίου φίλου, εκείνου ενώπιον του οποίου αίρονται οι άμυνες, καταλύεται η ανάγκη της προσποίησης και αναδύεται ο αληθινός εαυτός. Υπό αυτή την έννοια, η μαρτυρία του Αξιώτη φέρει ιδιαίτερο ειδικό βάρος και αυξημένη ερμηνευτική σημασία. Εκκινώντας από αυτή τη συνθήκη και προχωρώντας στην ανάγνωση του βιβλίου, διακρίνει κανείς μια έντονα μπαρόκ χροιά στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η προσωπικότητα του Χειμωνά. Η μορφή του μεγάλου λογοτέχνη εγγράφεται σε μια σχεδόν εμμονική κυκλικότητα· ένα πάθος που δεν εξαντλείται, αλλά επιστρέφει αενάως στον εαυτό του. Οι κινήσεις, στάσεις, αποκρίσεις, αντιδράσεις και ενέργειες που μας εξιστορεί ο Αξιώτης αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που ταλαντεύεται σαν εκκρεμές ανάμεσα στην ουσία της προσωπικότητάς του και σε μια φαινομενική προβολή του χαρακτήρα που η δημόσια περσόνα υποχρεούται να υποδυθεί. Όμως (αν και παρούσα) η ναρκισσιστική ενέργεια -αναπόφευκτη σε δημιουργούς παρόμοιου διαμετρήματος- δεν αντικειμενοποιείται ώστε να καταστεί εύχρηστο εργαλείο ερμηνευτικής χειραγώγησης. Αντιθέτως, εντός του Μυθοπλαστικού Ντοκουμέντου, (όπως προσδιορίζει το βιβλίο ο συγγραφέας), εντοπίζουμε να υφίσταται φθορά και μεταπίπτει σε μια μορφή παθητικότητας. Δεν λειτουργεί δηλαδή ως επιθετική αυτοεπιβεβαίωση, αλλά ως βάρος, ως ένα φορτίο συνείδησης, ως μια εσωτερική ένταση που δεν βρίσκει πάντοτε διέξοδο. Ο ίδιος αποκαλύπτει:

«Αυτό που ανήκει στον άνθρωπο είναι η πρώην ομορφιά (…) η ομορφιά παρέρχεται και η ήττα είναι εδώ. Η αποτυχία είναι εδώ· το ίδιο και ο θάνατος.»

Έτσι τον απεικονίζει ο Αξιώτης: όχι ως αυτάρεσκο είδωλο, αλλά ως υποκείμενο που φέρει το τραύμα της ίδιας του της αυτογνωσίας. Σε αυτή τη δυναμική φαίνεται να συντελεί καθοριστικά και το περιβάλλον της Καβάλας, εντός του οποίου -κατά τις επιστροφές του Χειμωνά- η συνήθως καταπιεσμένη αυτή ορμή πολλαπλασιάζεται και θεριεύει. Ο τόπος, η ομήγυρη και οι εικόνες που τον συνοδεύουν, λειτουργεί ως καταλύτης που ενεργοποιεί μνήμες, αναμοχλεύει σχέσεις, εντείνει την ψυχική σύγκρουση και επανενεργοποιεί το πάθος και την εσωτερική αστάθεια:

«Ο Γιώργος Χειμωνάς ήταν δικός μας. Ο δικός μας μοναδικός Ποιητής, και τον διεκδικήσαμε. Γαντζωθήκαμε επάνω του να τον καταβροχθίσουμε, σε μια μυστική ιεροτελεστία ωμοφαγίας».

Αυτή η παράδοξη ισχύς του πάθους του, προβάλλεται ως μια καταιγιστική, αφιλτράριστη ορμή, που παραπέμπει στη φροϋδική δυναμική του ασυνειδήτου: το πάθος που παίζει με τον θάνατο του φορέα του, του κατεξοχήν υποκειμένου του πάθους. Άχρονο -ή έστω ασύμβατο με τη χρονική αλληλουχία της καθημερινότητας- το πάθος του Χειμωνά δεν εκδηλώνει επίδειξη σοφίας εξαιτίας του εγκλωβισμού του ιδίου ανάμεσα στους αντίρροπους καθρέπτες της ουσίας και της φαινομενικότητας.

Και πράγματι αυτή η υποδόρια χειμωνική μελαγχολία, που διακρίνει κανείς στη σύνθεση του Αξιώτη, δεν αφορά μια παράλογη επίπλαστη πραγματικότητα. Προσομοιάζει σε αυτό που η ψυχαναλυτική ορολογία περιγράφει ως «λευκή νεύρωση», μια διαταραχή που εκδηλώνεται ως εμπειρία του ανείκαστου της ουτοπίας, ως βίωμα εσωτερικού κενού, ως ψυχρή καταγραφή του παραλόγου και καταστάσεων οδύνης χωρίς άμεσο βίωμα οδύνης, αλλά και ως επίμονη αναζήτηση ενός νοήματος που παραμένει διαρκώς άπιαστο.

Εκείνος αποζητά διέξοδο, αποσυμπίεση, διασκέδαση, εκτόνωση, ώστε, αν και δεν μπορεί να κυριαρχήσει στον χρόνο, έστω να τον μετασχηματίσει σε στιγμές -«σπινθηρισμούς»- οι οποίες θα επιβιώσουν (έστω αυτές) ως μνήμες· όχι δικές του, μα των γύρω:

«Ο Γ. Χειμωνάς χορεύει το σκληρό ροκ που εκτοξεύουν τα ηχεία. Χορεύει μοναδικά. Κοιταζόμαστε με έκπληξη, σχολιάζοντας το εξαίσιο θέαμα. / Τσουγκρίζει με μανία το ποτήρι του με τα ποτήρια μας… να τα σπάσει. Αδύνατον να μεθύσει».

Όμως είναι αληθινά στιγμές για εκείνον ή ψευδαισθήσεις; Σίγουρα ένας εξωτερικός αποδέκτης θα πει ψευδαισθήσεις. Ωστόσο ο συγγραφέας το αισθάνεται και το αποτυπώνει με σαφήνεια (με τη σειρά των διακειμενικών παραθέσεων του Χειμωνά) -το ότι οι στιγμές και οι ψευδαισθήσεις αντιμάχονται, οι μεν τις δε, και παραδόξως αλληλοσυμπληρώνουν η μία την άλλη. Εν προκειμένω, καθίσταται σαφές πως πρόκειται για ένα δίπολο ηδονισμού και ναρκισσιστικού πάθους, ένα δίπολο αλληλοσυμπληρούμενο, που έρχεται σε απόλυτη αντιστοιχία με το δίπολο/φυλακή των καθρεπτών ουσίας και φαινομενικότητας της προσωπικότητας του Χειμωνά, μέσα στο οποίο είναι εγκλωβισμένος ο ήρωας. Και εδώ ακριβώς αναδύεται (σε δεύτερο επίπεδο), από την ταύτισή τους, μια αλήθεια κρυμμένη πίσω από την ψευδαίσθηση που ζει ο Χειμωνάς· μια αλήθεια που, ωστόσο, πηγάζει από την ψευδαίσθηση του ανθρώπου/αποδέκτη/αυτόπτη μάρτυρα (ή και αναγνώστη) ότι μπορεί να (επι)κρίνει ολικά τη φαινομενικότητα των πράξεων της χειμωνικής περσόνας, βασιζόμενος στη δική του θεώρηση του κόσμου. Η θεώρηση αυτή, όμως, δεν είναι κι αυτή παρά μια φαινομενική αλήθεια -άρα επίσης ψευδαίσθηση- που τον μετατρέπει (τον αναγνώστη) σε δεσμώτη και δέσμιο της προσωπικής του υποκειμενικότητας:

«Βλέπω στον ύπνο μου τον Γιώργο Χειμωνά, άγγελο ξιφήρη· ολόσωμο αρχάγγελο Ουριήλ./ Ισχνό κοσμοκαλόγερο, ντυμένο στα μακριά μαύρα»

Ο Αξιώτης παρουσιάζει τον φίλο του μέσα από μια ενορατική -ποιητικά αποκαλυπτική- ματιά, δεν εστιάζει στο μεγαλείο του ανθρώπου αλλά στην ορμή, στην ενέργεια, στις προδιαθέσεις και την προσωπικότητα. Η ορμή του εκδηλώνεται με πρόσημο θετικό αλλά και αρνητικό, καθιστώντας οποιαδήποτε ηθική αναγνωστική ιδεολογία θα μπορούσε να τον επικρίνει παρωχημένη. Ο Χειμωνάς βρίσκεται απέναντι στον ζηλόφθονο, βασανιστικό και απαιτητικό έρωτα της Θαυμασίας -έναν έρωτα εγωιστικό και αδηφάγο, που, όταν δεν συναντά ανταπόκριση, γεννά αμφιλεγόμενα, αντιμεταθετά αισθήματα, ταλαντευόμενα μεταξύ μιας τυφλής αγάπης και ενός εσώτερου μίσους. Ο έρωτας που δεν βρίσκει αντίκρισμα αναπόφευκτα μετουσιώνεται και γεννά μια πανίσχυρη δύναμη αυτοκαταστροφής. Η παράλληλη τραγωδία, όμως, δεν πηγάζει από τη σύγκρουση του πάθους με την απόρριψη· είναι εγκατεστημένη ήδη στον ίδιο τον πυρήνα του χειμωνικού πάθους. Απλώς μεταγγίζεται σαν δωρεά μολυσμένου αίματος σε ασθενή: «Να ονειρεύεσαι με πάταγο αυτό που ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ», δηλώνει ο ίδιος με απόλυτη φυσικότητα, διαύγεια και επίγνωση της ματαιότητας, αλλά και του νοήματος. Ο Αξιώτης εδώ δεξιοτεχνικά μας παρουσιάζει ένα πνεύμα της εκζήτησης και του επιδεικτικού ιδανισμού, το οποίο όμως εμφωλεύεται εντός μιας συνείδησης προσανατολισμένης στην αγωνία αναζήτησης νοήματος. Ενός νοήματος όμως που κάτι στο πίσω μέρος της ύπαρξής του τού μαρτυρά πως είναι κίβδηλο. Όταν η Θαυμασία του εξομολογείται τον πόθο της να μαθητεύσει κοντά του, να του μοιάσει, εκείνος δηλώνει:

«Μην αναζητάς τις ρίζες μου. Περισσότερο με αγωνία παρά με έπαρση, σου εμπιστεύομαι πως δεν έχω».

Αυτή η ηλεκτροφόρος σχέση, του Χειμωνά με τους ανθρώπους του, θυμίζει εκ πρώτης όψεως μια ιδιότυπη σχέση αφέντη και υπηρετών όπου ο αφέντης είναι ένας Θεός για τον υπηρέτη και απαιτεί από τον υπηρέτη να αισθάνεται τιμή και υπερηφάνεια που έχει την ευκαιρία να τον υπηρετήσει. Όπως λέει ο Μολιέρος στον Αμφιτρύωνα: «Οι ραβδισμοί από έναν θεό είναι τιμή για όποιον τους δέχεται». Έτσι και ο Χειμωνάς, χωρίς ίχνος αλαζονείας, σε φιλοσοφικούς αφορισμούς που θα ζήλευε και ο Νίτσε, απαιτεί:

«Προσέξτε τις χειρονομίες μου, το πρόσωπό μου. Μη χάνετε από τα μάτια σας το ολόρθο κεφάλι μου».

Η επίγνωσή του δεν είναι πάντοτε αποδεκτή από την ομήγυρη, μιας και εμπλέκονται συναισθήματα εγωισμού και ζήλιας που θολώνουν την αλήθεια:

«Αυτός το κέντρο του κόσμου! Αυτός ο κρόκος του αυγού! Τι ξιπασιά, Θεέ μου!»

Όμως ο Χειμωνάς δεν αναζητεί την αναγνώριση αυτή καθαυτή· την έχει ήδη. Εκείνο που αναζητεί διακαώς είναι την απάντηση στο ερώτημα της αυτοπραγμάτωσής του. Της πραγμάτωσης που επιτάσσει να είναι πάντα και παντού ο εαυτός του, όπως του το όρισε η διάνοιά του και όπως την εξέφρασε μέσα από τη γραφή και τον λόγο του. Ο ίδιος αποκαλύπτει: «Γράφω γιατί φοβάμαι ότι θα πεθάνω. Όχι για να διαιωνίσω το όνομά μου, για υστεροφημία. Απλά προσπαθώ να επαληθεύσω τη ζωή μου μόνο με τη γραφή. Κι αυτή εξαντλείται εκεί». Παράλληλα, αναζητά μάρτυρες της αναζήτησης, αυτόπτες μάρτυρες της πράξης του, για να μπορέσει και ο ίδιος να την πιστέψει:

«Ο συγγραφέας δεν μπορεί να αντέξει την μοναξιά. Αμείβει πλουσιοπάροχα εκείνους που τυχαίνει να τον πλησιάσουν, μόνο για να τους βλέπει, να σταθούν λίγο για να τους δει. Όταν του κάνουν αυτήν την χάρη, τους την ανταποδίδει ηγεμονικά – τους χαρίζει όλους τους πύργους του».

Γυρίζει ξανά και ξανά στον τόπο που γεννήθηκε, που του όρισε την ευτυχία μέσα από τα παιδικά του μάτια και καθόρισε τα ιδανικά του· όμως, όπως εξηγεί (απαντώντας στην χειμωνική αναζήτηση) η Θαυμασία στον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη:

«Ακριβέ μου Κρίτωνα, είναι η χρόνια απουσία σου που στένεψε τη φαντασία σου σχετικά με την πόλη που γεννήθηκες και εγκατέλειψες. Ο νόστος και οι συνθήκες που θα σε αναγκάσουν κάποτε να επιστρέψεις. Να αντικρίσεις με θλίψη την πόλη που… έγινε αβάσταχτα μικρή».

Τα ρήματα του Αξιώτη λένε συνήθως όσα οι υπόλοιπες λέξεις αδυνατούν: «εγκατέλειψες», «θα σε αναγκάσουν». Εν προκειμένω, το αποτύπωμα της προσωπικότητας του Χειμωνά στο βιβλίο του Διαμαντή Αξιώτη τοποθετείται χρονικά στο σημείο όπου έχει συνειδητοποιήσει ότι η εν λόγω αυτοπραγμάτωση υπήρξε κι αυτή μια τραγική πλάνη, μια πλήρης απομάκρυνση από τον πραγματικό εαυτό του, και τούτη η συνειδητοποίηση είναι από μόνη της μια τραγωδία. Μια τραγωδία που ο Διαμαντής Αξιώτης ένιωσε την ανάγκη να την αποτυπώσει στο χαρτί.

Ούτε λέγει, ούτε κρύπτει – Η χρησμική γραφή και η διπλή ψυχογραφία του Διαμαντή Αξιώτη

Ξεφυλλίζοντας τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, αναπόφευκτα διαισθάνεται κανείς την πρωτοτυπία. Και είναι αληθές, πως η αναγνωστική εμπειρία του έργου του Διαμαντή Αξιώτη ενεργοποιεί έναν πρωτογενή μηχανισμό θαυμασμού που προηγείται της ερμηνείας· έναν θαυμασμό συγγενή με το βλέμμα του παιδιού απέναντι στο πρώτο μαγικό κόλπο που αντικρύζει. Ο Αξιώτης χειρίζεται τη γραφή ακριβώς όπως ο μάγος το τέχνασμα -η αποκάλυψη δεν συνίσταται σε φανέρωση, αλλά σε σημασιοδότηση. Δεν λέγει· δεν κρύπτει· σημαίνει. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, συμπεραίνει κανείς πως πράγματι το ηρακλείτειο μότο -«Ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς…» αποδεικνύεται εν τέλει ερμηνευτικό κλειδί αλλά και οργανική αρχή της αφήγησης, σε πλήρη συνάφεια με την απολλώνια λογική του χρησμού.

Αυτό που φαινομενικά συγκροτεί το έργο είναι μια μη γραμμική, θραυσματική ανασύσταση εκφάνσεων της προσωπικότητας του Γιώργου Χειμωνά. Σύντομα, όμως, και καθώς ο αναγνώστης ταυτίζεται με την ηρωίδα, η εστίαση μετατοπίζεται. Το βιβλίο παύει να λειτουργεί ως μονοσήμαντη βιογραφική ή μεταβιογραφική άσκηση και μοιάζει να αναδεικνύεται ως διπλό ψυχογράφημα: του Χειμωνά ως αρχετυπικού δημιουργού και του ίδιου του Αξιώτη ως συγγραφικού υποκειμένου που άκμασε μέσα από τον συγχρωτισμό με τον Χειμωνά. Η γραφή του Αξιώτη ξεκινά με μια φαινομενική αφηγηματική ευθύτητα, με ρυθμό αναγνωρίσιμο και απολαυστικό, για να μεταστραφεί αιφνιδίως -χωρίς τριγμούς, χωρίς ρωγμές- σε ένα υψηλής ακρίβειας μεταμοντέρνο εργαστήριο λόγου και τέχνης.

Το αφηγηματικό σώμα που ακολουθεί συγκροτείται ως περίτεχνο κολάζ διακειμενικότητας. Αποσπάσματα λογοτεχνικά και εξωλογοτεχνικά, συνεντεύξεις, προσωπικά σχόλια, φράσεις του Χειμωνά, του ίδιου του Αξιώτη και τρίτων, επανανοηματοδοτούνται μέσω μιας πράγματι αυστηρά ελεγχόμενης σύνθεσης. Δεν πρόκειται για παράθεση, αλλά για μια επίπονη και σίγουρα χρονοβόρα δραματουργική επεξεργασία. Το πρωτογενές πλούσιο υλικό υφίσταται μετάπλαση· αποκτά ενιαίο τόνο, εσωτερική συνοχή, ρυθμό, διασκελισμό και ψυχική θερμοκρασία. Τα όρια ανάμεσα στα στυλ διαλύονται ακριβώς επειδή έχουν προηγουμένως κατακτηθεί (εννοηθεί) με πειθαρχία.

Σε ψυχολογικό επίπεδο, το εγχείρημα -αν ισχύει- είναι μάλλον ριψοκίνδυνο. Ο Αξιώτης φαίνεται να επιχειρεί μια πλήρη, ενσυνείδητη και ανελέητη χαρτογράφηση (σε παραλληλία πάντα με εκείνη του Χειμωνά) του εαυτού του: των φάσεων, των μεταμορφώσεων, των φιλοδοξιών και της ανάγκης για εξέλιξη. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, κατά τη γνώμη μου, σκοπίμως λειτουργούν διπολικά ως σημεία προώθησης της αφήγησης και ως προβολικές επιφάνειες του ίδιου: ο αφελής ιδιοκτήτης του Τεμπελχανείου, ο πεισματικός Θρακιώτης σαρματοποιός Ιωακείμ, οι αλλόφωνοι ψαράδες στο Παλλάδιο. Καθένας τους θα μπορούσε να αναγνωσθεί ως ενσάρκωση μιας χρονικής ή ψυχικής εκδοχής του συγγραφέα, από τον φιλόδοξο νεαρό που επιθυμεί να εντυπωσιάσει, έως τον ώριμο δημιουργό που επιλέγει συνειδητά την παραμονή στα «πάτρια» (την Καβάλα), ως «άκριτης» του πνεύματος:

«Θα μείνω εδώ(…), Θα χτυπήσω τα τομάρια στην ξένη πέτρα, μ ‘όση δύναμη μ’ απόμεινε».

Εντός της σύνθεσης, κεντρική φαίνεται να είναι η σκηνοθεσία των κατόπτρων. Όπως προαναφέρθηκε, ο Χειμωνάς μοιάζει να τοποθετείται ανάμεσα στον καθρέφτη της ειλικρινούς ουσίας του και εκείνον της φαινομενικότητας· όμως πίσω από την αντανάκλαση ελλοχεύει, πιθανόν, και ο ίδιος ο Αξιώτης, ως συγγραφικός Ιανός, συγκολλημένος στο είδωλο του μέντορα. Τα άπειρα αντικατοπτρίσματα δεν πολλαπλασιάζουν μόνο τις όψεις· μάλλον αποτυπώνουν και τις φάσεις θαυμασμού, συγχρωτισμού, επηρεασμού και αυτονόμησης. Η σκηνή του «παλαιοπωλείου» του Σεραφείμ, όπου ο Χειμωνάς ανακαλύπτει και κρύβει ένα κόσμημα ώστε να το ανασύρει όταν ο χρόνος είναι ώριμος, θα μπορούσε να ιδωθεί και ως αλληγορία εσωτερικής ωρίμανσης. Είναι τελικά εδώ ο Χειμωνάς που διαβλέπει την προοπτική του Αξιώτη; Αποτελεί τελικά η εμπιστοσύνη ενός συγγραφέα σε έναν άλλο σημαντικό κίνητρο βελτίωσης και αναβάθμισης; Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε η συμβολική αυτή πράξη -το κόσμημα που καταλήγει στη Λούλα Αναγνωστάκη τελικά- έχει ήδη επιτελέσει τον προορισμό της: μια αναγνώριση που προηγείται της επιβεβαίωσης.

Ιδιαίτερης σημασίας στο έργο είναι και η οικονομία της σιωπής. Ο Αξιώτης γνωρίζει πότε να αποσύρει τη φωνή του. Η αποσιώπηση δεν είναι έλλειμμα, αλλά συνειδητή αξιολογική πράξη κατά την οποία ό,τι δεν υπηρετεί την πορεία, εκλείπει. Η αφήγηση βαραίνει εκεί όπου πρέπει να βαραίνει. Ως αναγνώστης νιώθει κανείς πως τίποτε δεν είναι περιττό, τίποτε χαρισμένο. Μέσα σε αυτό το πεδίο επιλεκτικής σιωπής και αποκάλυψης αναδύεται και η (διπολική) μορφή της Θαυμασίας. Η μορφή της, που θα μπορούσε επίσης να ιδωθεί ως ένα είδος alter ego του Αξιώτη, συμπυκνώνει τον άξονα θαυμασμού-πόθου-απόρριψης. Είναι ταυτόχρονα ο αναγνώστης, ο μαθητής και ίσως και ο ίδιος ο συγγραφέας που ομολογεί τη επίδραση, την αφομοίωση, την εξέλιξη, την τελική μεταμόρφωση. Ο αναγνώστης του βιβλίου καλείται επίσης να παρακολουθήσει μια καθηλωτική εμβάθυνση -μέσω διακειμενικών αφηγήσεων- στη σημασιοδότηση, ερμηνεία και αποδόμηση, του Αξιώτη, των τεσσάρων θεμελιωδών εμπειρικών και συμβολικών αξόνων που διαπέρασαν τη ζωή, την πνευματική διαδρομή και τη δημιουργία του Γιώργου Χειμωνά: της Φαντασμαγορίας, του Έρωτα, του Φόβου και του Κλέφτη. Το Μυθιστορηματικό Ντοκουμέντο κορυφώνεται και κλείνει συντριπτικά με μια πρόταση τεσσάρων λέξεων, η οποία, με αξιοθαύμαστη μαεστρία, συμπυκνώνει εικονοπλαστικά τον βαθύ αντίκτυπο που είχε στον ίδιο τον συγγραφέα, στον πνευματικό κύκλο της εποχής και στους οικείους του η «φυγή» του Γιώργου Χειμωνά.

Εν κατακλείδι, ο Βασιληάς της Ασίας είναι ένα βιβλίο πυκνό και συμπαγές, εμποτισμένο με τέχνη, ουσία και βαθιά νοήματα. Κυρίως όμως, αποτελεί εύγλωττη απόδειξη ότι ο Διαμαντής Αξιώτης, ως μεγάλος συγγραφέας, έχει αποδομήσει την ίδια την τέχνη της γραφής μέχρι το έσχατο της όριο: ως την κατεξοχήν απόδειξη ύπαρξης. Η αντίληψη αυτή συναντά τα σχεδόν προφητικά λόγια του ίδιου του Γιώργου Χειμωνά σε ένα από τα σωζόμενα χειρόγραφα του: «(…) δεν είχα, δεν έχω άλλη απόδειξη ότι υπήρξα -ότι υπάρχω- παρά, μονάχα, το ότι αυτοί, οι όποιοι, ο Ένας / είδαν, διάβασαν, κράτησαν ένα βιβλίο μου.»[1]

[1] Τα αρχειακά κατάλοιπα του «Gertrudenhof» (ή «Το σπίτι της Γερτρούδης») του Γιώργου Χειμωνά, Ευριπίδης Γαραντούδης, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 78, Ιούνιος 2025, φύλλο 3,δευτερη οψη,10, στο: https://www.hartismag.gr/hartis-78/diereynhseis/ta-arkheiaka-kataloipa-toi-gertrudenhof-i-to-spiti-tis-ghertroydis-toi-ghiwrghoi-kheimona προσπέλαση 13/2/2026.


Ο Στρατής Ρήγας, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευστράτιου Στρουμπούλη, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1982. Σπούδασε Ελληνικό Πολιτισμό και είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας και Τεχνών στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση.