Εντομολόγος για έξαρση ακρίδων σε Καβάλα και γύρω περιοχές: Οφείλεται κυρίως στην κλιματική αλλαγή και στους ήπιους χειμώνες

Ο ερευνητής του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και πρόεδρος της Εντομολογικής Εταιρείας Ελλάδος Στέφανος Ανδρεάδης εξηγεί γιατί οι πληθυσμοί των ακρίδων αυξάνονται τα τελευταία χρόνια και γιατί η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στους ψεκασμούς

Ηέντονη παρουσία ακρίδων που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες σε περιοχές της Καβάλας, του Παγγαίου, της Ξάνθης και της Δράμας έχει προκαλέσει προβληματισμό τόσο στους κατοίκους όσο και στον αγροτικό κόσμο.

Οι εικόνες με μεγάλους πληθυσμούς εντόμων σε αυλές, δρόμους, χωράφια και καλλιέργειες έχουν γίνει πλέον καθημερινές, με πολλούς να αναρωτιούνται αν πρόκειται για ένα πρωτοφανές φαινόμενο.

Σύμφωνα, όμως, με τον ερευνητή του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και πρόεδρο της Εντομολογικής Εταιρείας Ελλάδος Στέφανο Ανδρεάδη, η εξήγηση βρίσκεται κυρίως στις μεταβολές του κλίματος και ιδιαίτερα στους ολοένα και πιο ήπιους χειμώνες.

«Οι ήπιοι χειμώνες επιτρέπουν στις ακρίδες να επιβιώνουν»

Όπως εξηγεί ο κ. Ανδρεάδης, το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, ωστόσο τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα και σε μεγαλύτερη έκταση.

«Δεν έχουμε πλέον τους πολύ ψυχρούς χειμώνες που γνωρίζαμε παλαιότερα. Οι χαμηλές θερμοκρασίες λειτουργούσαν ως ένας φυσικός μηχανισμός περιορισμού των πληθυσμών, καθώς κατέστρεφαν μεγάλο μέρος των αυγών που βρίσκονται στο έδαφος. Σήμερα, τα αυγά επιβιώνουν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό και έτσι κάθε άνοιξη ξεκινούν περισσότεροι πληθυσμοί», σημειώνει.

Την ίδια στιγμή, η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και η αύξηση ακαλλιέργητων περιοχών δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την αναπαραγωγή των ακρίδων, καθώς τα έντομα αυτά εναποθέτουν τα αυγά τους κυρίως στο έδαφος.

Η κλιματική αλλαγή ενισχύει το πρόβλημα

Ο εντομολόγος επισημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο τις θερμοκρασίες, αλλά συνολικά τις ισορροπίες των οικοσυστημάτων.

Η μεγαλύτερη επιβίωση των αυγών, σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες της άνοιξης και του καλοκαιριού, οδηγεί σε ταχύτερη ανάπτυξη των πληθυσμών, γεγονός που εξηγεί γιατί τα τελευταία χρόνια οι εξάρσεις εμφανίζονται συχνότερα σε διάφορες περιοχές της χώρας.

«Δεν αρκούν οι ψεκασμοί»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστημονική προσέγγιση του κ. Ανδρεάδη ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος. Όπως τονίζει, οι ψεκασμοί από μόνοι τους δεν αποτελούν λύση και δεν μπορούν να εξαλείψουν το φαινόμενο.

Αντίθετα, απαιτείται ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρακολούθησης, με συστηματική καταγραφή των περιοχών όπου εμφανίζονται μεγάλες συγκεντρώσεις ακρίδων, ώστε οι παρεμβάσεις να γίνονται έγκαιρα και στο σωστό στάδιο του βιολογικού τους κύκλου.

«Δεν αρκεί να ψεκάζουμε όταν βλέπουμε τις ενήλικες ακρίδες να πετούν. Τότε είναι ήδη πολύ αργά», επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Η κρίσιμη περίοδος είναι πριν αποκτήσουν φτερά

Ο ερευνητής εξηγεί ότι οι ακρίδες περνούν διαδοχικά στάδια ανάπτυξης. Αρχικά εκκολάπτονται από τα αυγά που βρίσκονται στο έδαφος και εμφανίζονται ως μικρές νύμφες, χωρίς ανεπτυγμένα φτερά. Σε αυτό το στάδιο συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές και μπορούν να αντιμετωπιστούν πολύ αποτελεσματικότερα.

Όταν, όμως, ενηλικιωθούν και αποκτήσουν πλήρως ανεπτυγμένα φτερά, διασπείρονται σε μεγάλες αποστάσεις, καθιστώντας οποιαδήποτε επέμβαση ιδιαίτερα δύσκολη και σαφώς λιγότερο αποτελεσματική.

Δεν αποτελούν κίνδυνο για τον άνθρωπο

Παρά την ενόχληση που προκαλούν, ο κ. Ανδρεάδης διευκρινίζει ότι οι ακρίδες δεν είναι επικίνδυνες για τον άνθρωπο. Ωστόσο, σε πολύ μεγάλους πληθυσμούς μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε καλλιέργειες, σπαρτά και φυσική βλάστηση, γι’ αυτό και απαιτείται συνεχής επιστημονική παρακολούθηση.

Το συμπέρασμα των ειδικών είναι σαφές: όσο οι χειμώνες γίνονται θερμότεροι και οι κλιματικές συνθήκες μεταβάλλονται, τόσο πιθανότερο είναι να εμφανίζονται συχνότερα αντίστοιχες εξάρσεις πληθυσμών ακρίδων.

Η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Χρειάζεται διαρκής καταγραφή, παρακολούθηση των πληθυσμών και έγκαιρες παρεμβάσεις, ώστε το φαινόμενο να περιορίζεται πριν εξελιχθεί σε σοβαρό πρόβλημα για τη γεωργία και το φυσικό περιβάλλον.