Σύλλογος Λουόμενων Παναγίας «Το Μονόπετρο»: Ώρα να αλλάξουμε οπτική ξεκινώντας από τις παραλίες

Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι οι παραλίες μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο αειφόρου ανάπτυξης, αρκεί να τις ξανασκεφτούμε ως έναν ελεύθερο χώρο ζωής για όλους

Την άποψή του για τη χρήση των παραλιών εκφράζει ο Σύλλογος Λουόμενων Παναγίας «Το Μονόπετρο», τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι οι παραλίες μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο αειφόρου ανάπτυξης, αρκεί να τις ξανασκεφτούμε ως έναν ελεύθερο χώρο ζωής για όλους.

Αναλυτικά το άρθρο του Συλλόγου Λουόμενων Παναγίας «Το Μονόπετρο»

Αειφόρος ανάπτυξη: Ώρα να αλλάξουμε οπτική ξεκινώντας από τις παραλίες

Τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά στον δημόσιο λόγο ο όρος «αειφόρος ανάπτυξη», δηλαδή η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να παραμείνει αυτός ο όρος ένα κενό σύνθημα, αν δεν προσδιορίσουμε το περιεχόμενό του με τρόπο που να αντιστοιχεί στις ανάγκες της τοπικής μας κοινωνίας. Είναι ίσως καιρός να σκεφτούμε την αειφορία διαφορετικά: όχι ως ένα εργαλείο «αξιοποίησης» μέσω ιδιωτικοποιήσεων, αλλά ως ένα πλαίσιο προστασίας και ενίσχυσης του δημόσιου πλούτου, με ενεργή συμμετοχή των πολιτών.

Ισορροπία φύσης, οικονομίας, κοινωνίας και δημόσιου χώρου: Οι παραλίες ως κοινό αγαθό

Η αειφόρος ανάπτυξη προϋποθέτει ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της φύσης, την βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, την ποιότητα ζωής των πολιτών και τη διαχείριση του δημόσιου χώρου προς όφελος όλων. Πρέπει να εισέλθει στην καθημερινότητά μας, στον αστικό ιστό και στις κοινωνικές μας σχέσεις και δραστηριότητες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αναγκαίας αλλαγής αντίληψης είναι οι παραλίες που δεν αποτελούν απλώς έναν οικονομικό πόρο ή έναν «πυλώνα τουρισμού» αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και της ταυτότητάς μας.

Ωστόσο, στην Ελλάδα έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι η «ανάδειξη» των παραλιών μπορεί να επιτευχθεί κυρίως μέσω της ιδιωτικοποίησης και της εμπορευματοποίησης. Οι παραλίες μετατρέπονται έτσι σε κλειστούς εμπορικούς χώρους και πλέον δεν μιλάμε για αειφορία, αλλά για απώλεια ενός από τα πιο πολύτιμα κοινά αγαθά μας.

Έτσι άραγε πρέπει να συμβαίνει;

Γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τις παραλίες, με συστηματικό καθαρισμό, οργανωμένη διαχείριση και ενεργή συμμετοχή των δημοτών και εθελοντών; Γιατί θεωρούμε αυτονόητο ότι το «οργανωμένο» ταυτίζεται με το «ιδιωτικό»; Και γιατί υποτιμούμε τη δυνατότητα των δημόσιων φορέων να παρέχουν ποιοτικές υπηρεσίες;

Ακόμη, αξίζει να αναρωτηθούμε: είναι βέβαιο ότι οι τουρίστες προτιμούν αποκλειστικά τα «all inclusive» μοντέλα; Δεν θα μπορούσαν να εκτιμήσουν εξίσου -ή και περισσότερο- περιποιημένες, ελεύθερες δημοτικές και δημόσιες παραλίες με υποδομές, όπου συνυπάρχουν κάτοικοι και επισκέπτες, άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, σε ένα περιβάλλον αυθεντικό και ανοιχτό;

Η επικράτηση αυτής της αντίληψης δεν είναι ουδέτερη. Εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και αναπαράγει μια βαθιά ριζωμένη ηττοπαθή πεποίθηση: ότι «δεν μπορούμε μόνοι μας», ότι «το δημόσιο δεν τα καταφέρνει». Όμως αυτή η πεποίθηση δεν είναι πραγματικότητα, είναι επιλογή και οι χαμηλές προσδοκίες φέρνουν ανεπαρκή αποτελέσματα.

Η αειφόρος ανάπτυξη οφείλει να συνδέεται με την προστασία του παράκτιου οικοσυστήματος που μας χαρίστηκε, χωρίς να το επιβαρύνουμε με αλόγιστες επεμβάσεις. Απαιτεί ήπιες παρεμβάσεις, σεβασμό στη φυσική μορφολογία της ακτής, περιορισμό των απορριμμάτων και υιοθέτηση πρακτικών όπως οι «zero waste» παραλίες και η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των λουόμενων. Μια πραγματικά βιώσιμη παραλία είναι αυτή που διατηρείται ζωντανή και ακέραιη για τις επόμενες γενιές.

Οι καλά οργανωμένες, δημόσιες και ελεύθερες παραλίες μπορούν να στηρίξουν ένα διαφορετικό μοντέλο τοπικής οικονομικής ανάπτυξης: ενίσχυση μικρών επιχειρήσεων, διάχυση του οφέλους στην τοπική κοινωνία, προσέλκυση επισκεπτών που αναζητούν αυθεντικότητα, ποιότητα, και οικοτουρισμό. Η αξία τους δεν περιορίζεται στα άμεσα έσοδα, αλλά επεκτείνεται στη συνολική εικόνα και στην αυθεντικότητα μιας περιοχής.

Η μετάβαση αυτή προϋποθέτει και την εξασφάλιση πόρων. Είναι αναγκαίο να κατευθυνθούν δημόσια κονδύλια -εθνικά αλλά και ευρωπαϊκά- προς βασικές υποδομές και δράσεις προστασίας. Τα διαθέσιμα εργαλεία υπάρχουν: ευρωπαϊκά προγράμματα όπως το LIFE, τα διαρθρωτικά ταμεία και πρωτοβουλίες βιώσιμου τουρισμού μπορούν να αξιοποιηθούν από δήμους και τοπικές κοινωνίες. Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν χρήματα, αλλά αν υπάρχει η βούληση να κατευθυνθούν προς το δημόσιο συμφέρον.

Δύο απτά παραδείγματα: Αρκεί να δούμε το παράδειγμα της πανέμορφης ακτής Καλαμίτσας όταν όλες οι υποδομές λειτουργούσαν, ή ακόμη και παραδείγματα από άλλες χώρες. Σε μια μικρή δημοτική παραλία στο Ποντέ της Ελβετίας, ένας χώρος περιορισμένων διαστάσεων προσφέρει καθαρές υποδομές, προσβασιμότητα, απλότητα και ποιότητα, χωρίς ιδιωτικοποίηση. Ένας δημόσιος χώρος που λειτουργεί και ανήκει σε όλους.

Η συζήτηση για την αειφόρο ανάπτυξη δεν μπορεί να αγνοεί την έννοια του δημόσιου χώρου ως κοινού αγαθού. Αν θέλουμε πόλεις βιώσιμες, ανθρώπινες και ανθεκτικές, πρέπει να επενδύσουμε στη συλλογικότητα, στη συμμετοχή και στην εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της κοινωνίας.

Η επιλογή είναι δική μας.

Θα συνεχίσουμε να εκχωρούμε τον φυσικό μας πλούτο ή θα τον προστατεύσουμε ως κοινή κληρονομιά;

Οι παραλίες μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο αειφόρου ανάπτυξης, αρκεί να τις ξανασκεφτούμε ως αυτό που πραγματικά είναι: Έναν ελεύθερο χώρο ζωής για όλους.