Ο «Οιδίπους» φιλοξενείται στο Αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων, την Τρίτη 29 και την Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025, στο πλαίσιο του 68ου Φεστιβάλ Φιλίππων με την υπογραφή του Γιάννη Χουβαρδά και ένα καστ με τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς.
«Οιδίποδας Τύραννος» και «Οιδίποδας επί Κολωνώ» σε μια ενιαία παράσταση και μάλιστα ως ένα έργο: Η Νατάσα Θεοδοσίου γράφει για την παράσταση την οποία μεταφράζει και σκηνοθετεί ο Γιάννης Χουβαρδάς, μια παράσταση γεμάτη ιδιαιτερότητες, η οποία «δε συγκινεί με την πλοκή, αλλά με τη σιωπή».
Γράφει η Νατάσα Θεοδοσίου
Στο πλαίσιο του 68ου Φεστιβάλ Φιλίππων, οι θεατές που θα κατευθυνθούν το διήμερο 29 και 30 Ιουλίου 2025 προς το Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τον «Οιδίποδα» του Γιάννη Χουβαρδά, μια παράσταση που επιχειρεί όχι να αφηγηθεί, αλλά να αναστοχαστεί. Με βάση τα δύο σωζόμενα έργα του Σοφοκλή, Οιδίπους Τύραννος και Οιδίπους επί Κολωνώ, ο σκηνοθέτης προτείνει μια σύνθεση-παλίμψηστο, περισσότερο υπαρξιακή παρά αφηγηματική, περισσότερο σκοτεινή παρά αποκαλυπτική.
Αν το τοπίο των Φιλίππων έχει μέσα του κάτι από την τραγικότητα του τόπου (παρελθόν, φως που πέφτει πλαγίως) η σκηνοθεσία μοιάζει να αποτελεί συνέχεια αυτού. Επιλέγει να τοποθετήσει την αφήγηση σ’ έναν χώρο που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε μεσαιωνικό κοιμητήριο και μνημονοτελετουργικό – μακάβριο σαλόνι παλιάς ευρωπαϊκής οικογένειας. Οι σκιές των προσώπων αναδύονται από το μισοσκόταδο όπως οι ήρωες της οικογένειας Άνταμς: ντυμένοι αυστηρά, με αναφορές βικτωριανής αυταρχικότητας και μια αισθητική του «νεκροζώντανου». Αν αυτό ακούγεται ειρωνικό, δεν είναι. Υπάρχει βάθος σε αυτή την επιλογή: η οικογένεια του Οιδίποδα, μετά θάνατον, μοιάζει να συνεχίζει να διαμένει σ’ ένα γοτθικό σαλόνι, στοιχειωμένο από το ίδιο της το παρελθόν.
Το σκηνικό περιορίζεται στο απολύτως συμβολικό: Ένα εκκλησιαστικό όργανο, ένα κουτί που μοιάζει με ντουλάπα ή φέρετρο και ταφικά μνημεία. Σε αυτό το ενδιάμεσο τοπίο, η οικογένεια του Οιδίποδα αναδύεται, όχι για να δράσει, αλλά για να θυμηθεί. Ο ίδιος ο ήρωας, ερμηνευμένος από τον Νίκο Καραθάνο με μια σπάνια αίσθηση αποστασιοποιημένου πάθους, κινείται σαν φάντασμα του εαυτού του: βλέπει τα πάντα, αλλά αγγίζει ελάχιστα. Δεν εξανίσταται, δεν απολογείται, δεν εξιλεώνεται. Είναι εκεί, για να ρωτήσει ξανά. Όχι πια: «ποιος φταίει», αλλά: «γιατί γεννήθηκα έτσι;».
Η διανομή υπηρετεί επάξια τη ρευστότητα του οράματος. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ως Κρέων κουβαλά πάνω της την εξουσία ως βάρος και ως αντίφαση. Η Στεφανία Γουλιώτη κινείται με ευκολία ανάμεσα σε Ιοκάστη και Θησέα, θηλυκότητα και αρρενωπότητα, παρελθόν και παρηγορία. Ο Νίκος Χατζόπουλος οργανώνει τον λόγο με ακρίβεια, χωρίς να γίνεται διδακτικός. Και οι τρεις συμβάλλουν σε ένα είδος θεάτρου που δεν βασίζεται στη σύγκρουση, αλλά στη μνήμη.
Η παράσταση επέλεξε τη θρησκευτική βραδύτητα αντί του ρυθμού, κι αυτό ενίοτε οδήγησε σε στιγμές σκηνικής «ακινησίας» που δοκίμασαν την υπομονή. Όμως πρόκειται για επιλογή συνεπή: το βάρος εδώ δεν είναι δραματουργικό, είναι μεταφυσικό.
Ο «Οιδίπους» του Χουβαρδά δε συγκινεί με την πλοκή, αλλά με τη σιωπή. Με τη διατύπωση ενός ανομολόγητου ερωτήματος: «Γιατί υπάρχουμε;». Και η απάντηση, αν υπάρχει, ψιθυρίζεται χαμηλά, εκεί που ο θάνατος συναντά τη συγχώρεση, κι ο άνθρωπος στέκει μόνος, μπροστά στο ίδιο του το βάρος.
Η παράσταση του Χουβαρδά ίσως να μην καθηλώνει (όλους) τους θεατές, μυημένους ή μη, αλλά δύσκολα αφήνει κάποιον αδιάφορο. Δεν έρχεται για να απαντήσει, αλλά για να «ξύσει» εκείνον τον παλιό συλλογισμό που όλοι μας αναβάλλουμε: αν μπορούσες να ξαναζήσεις τη ζωή σου από την αρχή, γνωρίζοντας όσα ξέρεις τώρα, θα το τολμούσες; Ή μήπως -όπως ο Οιδίπους- θα επέστρεφες απλώς για να ρωτήσεις: Ποιος με οδήγησε εδώ; Και αν τελικά δεν υπάρχει απάντηση, τότε ίσως αυτό που απομένει είναι να «αφηγηθούμε» σωστά την ερώτηση.