Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη φιλοξενήθηκε στην Καβάλα για δύο sold out παραστάσεις, ένα συγκλονιστικό one-man show που τόσο ευρηματικά συνδυάζει χιούμορ και συγκίνηση, αλλά και μια άμεση παράσταση, όπου ο λόγος εκφέρεται σα να σπάει σε κομμάτια ενώ οι παύσεις έχουν σχεδόν ίση σημασία με τις λέξεις.
Γράφει η Νατάσα Θεοδοσίου
Η παράσταση «Στρακαστρούκες» στο Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου δεν επιδίωξε ποτέ να καθησυχάσει, αντιθέτως, έμοιαζε να λειτουργεί σαν μια ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση του θεατή. Το κείμενο του Δημήτρη Σαμόλη, σε σκηνοθεσία Μάριου Κακουλλή, κινείται σε έναν ενδιάμεσο χώρο όπου η μνήμη, η βία και η ειρωνεία συνυπάρχουν σχεδόν άβολα.
Η παράσταση παρουσιάστηκε για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων, συγκεκριμένα στις 23 και 24 Μαρτίου 2026, στο πλαίσιο περιοδείας, σε ένα συμπυκνωμένο χρονικό πλαίσιο ικανό στο να δημιουργηθεί μια ασφυκτική ατμόσφαιρα, αλλά όχι αρκετό για να «εκτονωθεί» πλήρως το συναισθηματικό φορτίο που συσσωρεύεται.
Αυτό που διαφοροποιεί τις «Στρακαστρούκες» δεν είναι τόσο το θέμα τους όσο ο τρόπος που το διαχειρίζονται. Ο λόγος εκφέρεται σα να σπάει σε κομμάτια, οι παύσεις έχουν σχεδόν ίση σημασία με τις λέξεις. Ο ηθοποιός δεν προσφέρει μια ασφαλή αφήγηση, αλλά εκτίθεται σε μια διαδικασία που θυμίζει περισσότερο ανασκαφή τραύματος παρά ερμηνεία. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση που ταλαντεύεται ανάμεσα στην εξομολόγηση και στην ειρωνική απόσταση, χωρίς να επιλέγει οριστικά καμία από τις δύο.
Σε αυτό το εύθραυστο σκηνικό, ο Δημήτρης Σαμόλης λειτουργεί ως ο απόλυτος φορέας της έντασης. Η ερμηνεία του είναι σωματική, σχεδόν εκτεθειμένη, με συνεχείς μεταπτώσεις από τον ψίθυρο στην έκρηξη. Δεν επιδιώκει να συγκινήσει με ασφαλή τεχνάσματα, αντίθετα, υπονομεύει διαρκώς τη συγκίνηση με δόσεις αυτοσαρκασμού, κρατώντας τον θεατή σε μια αμφίθυμη εγρήγορση. Ακόμη και όταν η ένταση μοιάζει να επαναλαμβάνεται, διατηρεί μια ακατέργαστη αλήθεια που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Σκηνοθετικά, η λιτότητα δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά δραματουργικό εργαλείο. Το κενό της σκηνής λειτουργεί σαν ηχείο, κάθε φράση επιστρέφει πιο βαριά, πιο αιχμηρή. Ωστόσο, σε ορισμένες στιγμές, η εμμονή στην ένταση δημιουργεί έναν ιδιότυπο κορεσμό, σαν οι «εκρήξεις» του έργου να χάνουν μέρος της δύναμής τους από την επανάληψη.
Και όμως, αυτή η αίσθηση αστάθειας είναι ίσως και το πιο ειλικρινές στοιχείο της παράστασης. Οι «Στρακαστρούκες» δεν προσφέρουν κάθαρση, αφήνουν πίσω τους έναν απόηχο. Όχι θορυβώδη, αλλά επίμονο. Σαν κάτι που δεν έχει τελειώσει, ακόμα και όταν έχουν ανάψει τα φώτα.