«Σταθμός Ω» και Εθνικό Θέατρο στο Αντιγόνη Βαλάκου: Εκεί που η σιωπή ζητάει σώμα

Από την ικεσία του Πριάμου στη σύγχρονη κραυγή για μνήμη, συγχώρεση και ορατότητα. Η Νατάσα Θεοδοσίου γράφει για μια παράσταση για τον φόβο της διαφορετικότητας και το θάρρος της συνύπαρξης

Από την ικεσία του Πριάμου στη σύγχρονη κραυγή για μνήμη, συγχώρεση και ορατότητα… Το Αντιγόνη Βαλάκου και το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας φιλοξένησαν το Εθνικό Θέατρο και την παράσταση «Σταθμός Ω» [διαβάστε εδώ], μια παράσταση για τον φόβο της διαφορετικότητας και το θάρρος της συνύπαρξης.

Γράφει η Νατάσα Θεοδοσίου

Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, στη σκηνή του θεάτρου «Αντιγόνη Βαλάκου» στην Καβάλα, ο «Σταθμός Ω» δεν ήταν απλώς μια παράσταση, ήταν μια τελετουργία μνήμης. Η νέα παραγωγή του Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ), εμπνευσμένη από τη ραψωδία Ω της Ιλιάδα, μετέφερε το αρχέγονο σπαρακτικό αίτημα του Πριάμου σε ένα σύγχρονο ελληνικό χωριό, εκεί όπου η σιωπή γίνεται συνενοχή και η «κανονικότητα» συγκαλύπτει τη βία.

Ο αρχαίος πυρήνας, η ικεσία για το σώμα του νεκρού, μετασχηματίζεται σε μια κραυγή για αλήθεια. Ένας πατέρας αναζητά το παιδί του που χάθηκε μέσα στον φόβο της διαφορετικότητας και τον υπόγειο ρατσισμό απέναντι στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Η σκηνή γίνεται τόπος αντιπαράθεσης αλλά και συλλογικής εξομολόγησης. Πέντε πρόσωπα, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας διασπασμένος σε ατομικές φωνές, αναμετρώνται με την ενοχή, την απώλεια και την ανάγκη για συγχώρεση, όχι ως λέξη, αλλά ως πράξη συνύπαρξης.

Η σκηνοθετική ματιά του Τσικούρα είναι ρηξικέλευθη, χωρίς να γίνεται επιδεικτική. Ανατρεπτικά αλληγορικά στοιχεία από την παράδοση και τη θρησκευτική εικονογραφία συναντούν σύγχρονες εικαστικές παρεμβάσεις: επιφάνειες που θυμίζουν τοίχους με γκράφιτι, σαν πληγές δημόσιου λόγου που δεν ειπώθηκε ποτέ. Το ιερό και το βέβηλο συνυπάρχουν, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι στον ίδιο τόπο. Η παράσταση μοιάζει να ψιθυρίζει πως η πίστη, όταν αποκοπεί από την αγάπη, γίνεται εργαλείο αποκλεισμού.

Η μουσική του Γιώργου Στεφανακίδη δεν λειτουργεί απλώς ως υπόκρουση, αλλά ως ένας ακόμη δραματουργικός άξονας. Με έντονη, σχεδόν σωματική παρουσία, αγκαλιάζει τις σκηνές πένθους και κορυφώνει τις στιγμές σύγκρουσης. Σε ορισμένες σκηνές, ο ήχος θυμίζει μοιρολόι, σε άλλες, παλμό που χτυπά επίμονα, σαν καρδιά που αρνείται να σωπάσει.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα κοστούμια, που ισορροπούν ανάμεσα στο διαχρονικό και το σύγχρονο, σαν να αιωρούνται σε έναν ενδιάμεσο. Μέσα από τις υφές και τις σκιές τους, διαγράφεται η διακριτική αλλά ουσιαστική παρουσία του Θανάτου και του Ύπνου, όχι ως πρόσωπα αλλά ως υπόγειες δυνάμεις του ίδιου του κειμένου του Χριστοδούλου. Ο ύπνος λειτουργεί ως μεταφορά της συλλογικής αδράνειας, της βολικής λήθης που σκεπάζει την αλήθεια, ο θάνατος, αντίθετα, στέκεται αμείλικτος, απαιτώντας αποκάλυψη. Το ένδυμα γίνεται έτσι φορέας μνήμης (σαν σάβανο και ταυτόχρονα σαν καθημερινό ρούχο) υπογραμμίζοντας πως η τραγωδία δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά διαπερνά το παρόν.

Οι ερμηνείες είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία της βραδιάς. Οι ηθοποιοί πιστεύουν βαθιά αυτό που καλούνται να μεταδώσουν και αυτό φαίνεται. Κανείς δεν κρύβεται πίσω από τον ρόλο του. Ο πατέρας δεν είναι σύμβολο, είναι άνθρωπος. Ο «θύτης» δεν είναι καρικατούρα, αλλά φορέας μιας κοινωνικής παθογένειας που όλοι λίγο-πολύ αναγνωρίζουμε. Ένας προς έναν, οι ηθοποιοί χτίζουν μια σκηνική κοινότητα που πάλλεται από ευθραυστότητα και δύναμη μαζί.

Ο «Σταθμός Ω» είναι μια αποκεντρωμένη παράσταση με σαφές επίκεντρο τον άνθρωπο. Δεν χαϊδεύει αυτιά ούτε προσφέρει εύκολες λύσεις. Αντίθετα, αφήνει μια ανοιχτή πληγή και μαζί μια ελπίδα πως η μνήμη, όταν γίνεται κοινή υπόθεση, μπορεί να γεννήσει συγχώρεση. Και πως το θέατρο, ακόμη και μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, μπορεί να γίνει τόπος βαθιάς, ουσιαστικής συνάντησης.