Μία πολύ συγκεκριμένη αίσθηση (ακαδημαϊκής) ελευθερίας

Για την έκθεση «Almost Here» του Χρήστου Παταργιά που φιλοξενείται στο EPÀRCHÎA


 

Της Μαρίας Κόντα

 


Γιατί κάποια έργα τέχνης έχουν μεγαλύτερη απήχηση στον θεατή από ό,τι άλλα; Πώς οι πρόσφατες ζωγραφιές του αυτοδίδακτου εικαστικού Χρήστου Παταργιά βρήκαν τον δρόμο τους προς τη δική μου ακαδημαϊκή πορεία, μια σταδιοδρομία όπου η βαθύτητα της φιλοσοφίας πάντοτε βρισκόταν στον ορίζοντα επικοινωνίας της λογοτεχνίας;

Δεν θέτω εδώ αυτά τα δύο ερωτήματα ούτε ως «κρίση» ούτε ως «κριτική,» γιατί αποφεύγω συστηματικά τόσο την ακαλαισθησία της αυτo-αποκάλυψης όσο και το μελόδραμα. Από τη φιλοσοφική συγκράτηση, όμως, με την οποία θα προσπαθήσω να τα απαντήσω, ελπίζω να γίνει σαφές ότι σε αυτήν την έκθεση κάτι συμβαίνει.

Η έκθεση φέρει τον πολύ δοτικό στα αγγλικά τίτλο Almost Here (της επιμελήτριας Βασιλικής-Ζαφειρίας Υψηλάντη) και για μια λίγες εβδομάδες ακόμη παρουσιάζεται στον ξεχειλίζοντα από δημιουργικότητα και θηλυκότητα πολυχώρο EPÀRCHÎA Design Boîte by MANTILITY.

Τεχνικά, βλέπουμε ένα πολύ ισορροπημένο σύνολο 21 τετράγωνων πινάκων (ξεκινώντας από 1 επί 1 μέτρο έως 50 επί 50 εκατοστά, με κάποιες μεσαίες ορθογώνιες παραλλαγές,) όλοι φτιαγμένοι με ακρυλικά, όπου οι επίπεδες απλώσεις ενός ζωντανού και αισιόδοξου κίτρινου χρώματος, άλλοτε σε συμφωνία με τη φρεσκάδα του γαλάζιου (όπως στην κολυμβήτρια στον πίνακα Summer, 2024) και άλλοτε με τηνλεπτότητα του ροζ (ενδεικτικά στο έργο The Dialogue, 2025) δημιουργούν στον επισκέπτη την αίσθηση απογευματινής ηρεμίας σαν ένα τρυφερό μουσικό κομμάτι, ένα Adagio.

Στις περισσότερες συνθέσεις, η διακριτικά σχεδιασμένη ανθρώπινη μορφή –είτε εντελώς μοναχική είτε αντανακλώμενη σε κάποιον καθρέφτη, ή συνοδευόμενη από κάποια άλλη φιγούρα– καταλαμβάνει τα τρία τέταρτα ενός χωρικά απλοποιημένου και, τις περισσότερες φορές, δίχρωμου φόντου. Εκτός από τέσσερις αφηρημένες δημιουργίες με αποκορύφωμα τον μαύρο, ιλιγγιώδη μίτο της Αριάδνης (Ariadne´s Thread, 2023) αγορασμένο, αναμφισβήτητα, από έναν φίλο μας, όλα τα υπόλοιπα έργα είναι εικονιστικά.

Θα ήθελα να γράψω πολλά για το κίτρινο χρώμα του Παταργιά και τις πνευματικές αναφορές που μου θυμίζει. Συνοπτικά σκέφτομαι τα Oχτώ oχτάστιχα για τον Μιρό (1993) του Γιάννη Ρίτσου για τον Ισπανό ζωγράφο Χοάν Μιρό: «Μιρό, σου χρωστάω αυτά τα δυο ανόμοια-όμοια χρώματα στην πάνω αριστερή γωνία του αόρατου κίτρινου (όχι κίτρινο, μάλλον αχνά πορτοκαλί – όπως είναι το αόρατο πάντα)»· την τρέχουσα έκθεση, και πρώτη στο είδος της, με τίτλο «Κίτρινο. Πέρα από το χρώμα του Βαν Γκογκ», στο Μουσείο Van Gogh στο Άμστερνταμ, με εγκατάσταση επίσης του Δανέζου Όλαφουρ Ελίασον (βλέπετε εδώ). Όλοι γνωρίζουμε, από την προσωπική αλληλογραφία του ζωγράφου στον αδερφό του Τεό, την ανακούφιση που ένιωθε ο ταραγμένος Βίνσεντ στον ηλιόλουστο Γαλλικό Νότο: «Ηλιοφάνεια, ένα φως που, ελλείψει καλύτερης λέξης, μπορώ να το ονομάσω μόνο κίτρινο – απαλό θειούχο κίτρινο, απαλό λεμονί, χρυσό. Πόσο όμορφο είναι το κίτρινο!» ·τις διδασκαλίες της Έλενα Μπλαβάτσκυ και της Θεοσοφικής Εταιρείας (1875), όπου το κίτρινο χρώμα αντιπροσωπεύει κυρίως το Μπούντι, την «Πνευματική Ψυχή» ή «Πνευματική Νοημοσύνη.» Κατά σύμπτωση στην έκθεση υπάρχει ένας πίνακας με τον τίτλο Seer (Μάντης, 2025) που μόνο ο τίτλος του θα μπορούσε να παραπέμψει στον εσωτερικισμό.

Αντίθετα, θα σταθώ στο σημείωμα της Υψηλάντη: «Το Almost Here ονομάζει τη στιγμή λίγο πριν την άφιξη, λίγο πριν τη μορφοποίηση, όταν κάτι γίνεται αισθητό χωρίς να έχει ακόμη οριστεί» Στην καρδιά αυτής της χρονικής επεξήγησης θα μπορούσε να εισαχθεί υπό τη μορφή του ερωτήματος «Είμαστε σχεδόν εκεί;» η δύσκολη σχέση των ιδεών της τοπικότητας και της κατεύθυνσης. Το σώμα ως φυσική οντότητα φέρει μια απλοϊκή, γεωμετρική σχέση με ένα σώμα σε μια άλλη τοποθεσία. Είναι όμως το ζωντανό σώμα, δηλαδή ο εαυτός, η ενσάρκωση του οποίου του επιτρέπει να είναι παρών σε έναν κόσμο, ο οποίος είναι προσανατολισμένος προς ένα άλλο σώμα, και όχι απλώς δίπλα σε αυτό.

Η δυσκολία προκύπτει όταν κάποιος λαμβάνει υπόψη ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός τοποθετεί τον εαυτό πάντα έξω από τον εαυτό του. Είμαστε πάντα εκεί όπου αγγίζουμε και αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο. Διαισθητικά έχουμε μια αίσθηση ότι βρισκόμαστε εδώ (την ιδέα μιας οροθετημένης τοποθεσίας που διαμορφώνεται από τη φυσική πτυχή του σώματος), ωστόσο δεν μπορούμε να το υποδείξουμε ούτε με τα χέρια μας ούτε με τα μάτια μας ούτε, ακόμα, και με τη γλώσσα, χωρίς μια πράξη που εκ-τοπίζει αυτό που υποδεικνύεται από αυτό που υποδεικνύει. Είμαστε πάντα εδώ, εκτός από το ότι δεν είμαστε.

Το σώμα είναι πάντα έξω. Είναι από έξω. Το σώμα είναι πάντα έξω από την μυχιότητα του ίδιου του σώματος. Γιατί μιλάμε πάντα για τη μυχιότητα του σώματος; Η μόνη πραγματική μυχιότητα του σώματος είναι στη σιωπή. Για έναν υγιή άνθρωπο που δεν αισθάνεται το στομάχι του, την καρδιά του ή τα σπλάχνα του, υπάρχει μια μυχιότητα εκεί, που απλώς δεν είναι εκεί, δεν είναι αισθητή, είναι της τάξης της μάζας. Όταν όμως αισθάνεται το στομάχι του ή την καρδιά του ή τον πνεύμονά του, το αισθάνεται, και αν το αισθάνεται, είναι από έξω.

Αυτό είναι που εγώ καταλαβαίνω εδώ με τη λέξη «ψυχή»: με ​​αυτό το όνομα, που συμβολίζει το άλλο του σώματος, που δεν είναι απλώς και καθαρά κάτι άλλο όπως στην πλατωνική και χριστιανική παράδοση. Τα έργα του Παταργιά δεν μιλάνε για ένα σώμα χωρίς ψυχή, ούτε για μία ψυχή χωρίς σώμα. Δεν προτείνουν την ανασύσταση μιας καθαρής εμμένειας, γιατί αυτό θα ήταν απλώς η μάζα ή τα περιττώματα. Γι’ αυτόν τον λόγο  χρησιμοποιώ εδώ τη λέξη «ψυχή» ως μοχλό για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το Almost Here της Υψηλάντη, αυτό το έξω από το σώμα, αυτό το έξω που είναι το σώμα για τον εαυτό του.

Η ψυχή είναι το ον έξω από ένα σώμα, και είναι σε αυτό που είναι έξω όπου έχει το εσωτερικό της.


Η Μαρία Κόντα είναι ακαδημαϊκός