Της Μαρίας Κόντα
Η πληθυντικότητα των τεχνών είναι εξίσου ουσιωδώς αμείωτη,
όσο απόλυτη είναι η ενικότητα της τέχνης.
Ζαν–Λυκ Νανσύ, Οι Μούσες.
Μόνο η Βασιλεία παρέχει πρόσβαση στον Κήπο, εντούτοις μόνο ο Κήπος καθιστά τη Βασιλεία νοητή.
Ή μάλλον: Συλλαμβάνουμε την ανθρώπινη φύση ιστορικά μόνο μέσω μιας πολιτικής,
αλλά η τελευταία, με τη σειρά της, δεν έχει άλλο περιεχόμενο πέρα από τον παράδεισο —
δηλαδή, κατά τα λόγια του Δάντη, «τη μακαριότητα αυτής της ζωής».
Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Η Βασιλεία και ο Κήπος.
Ο μύθος
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο γίγαντας και δεινός κυνηγός Ωρίωνας, παρασυρμένος από ένα σφοδρό ερωτικό πάθος, καταδίωκε συστηματικά τις επτά Πλειάδες και τη μητέρα τους, Πλειώνη, για ένα διάστημα επτά ετών σε ολόκληρη την επικράτεια. Προκειμένου να τις προστατεύσει, ο Δίας παρενέβη μεταμορφώνοντάς τες αρχικά σε περιστέρια και, εν συνεχεία, τις μετατόπισε στον νυχτερινό ουρανό, συγκροτώντας τον ομώνυμο αστερισμό.
Η μετέπειτα μεταμόρφωση και του ίδιου του Ωρίωνα σε αστερισμό προσέδωσε στον μύθο μια αιτιολογική διάσταση, καθώς αντανακλά την αιώνια ουράνια “καταδίωξη” των Πλειάδων από τον Ωρίωνα, όπως αυτή αποτυπώνεται οπτικά κατά τη φαινόμενη κίνηση του έναστρου θόλου.
Γυμνή Πλειάδα: μοντέλο
Σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία της ζωγραφικής έχει καθιερώσει την ισοδυναμία μεταξύ μοντέλου και γυμνού: το γυμνό σώμα πρέπει να παρατηρηθεί, να εξεταστεί προσεκτικά, να αποκρυπτογραφηθεί γι’ αυτό που είναι.
Στην καινούργια του έκθεση Πλειάδες στον Παράδεισο, ο Νικόλας Φωτιάδης θέτει το ερώτημα: τι ή ποιου είναι η γυμνή Πλειάδα μοντέλο; Και ευθέως απαντά: Η γυμνή Πλειάδα είναι το μοντέλο αυτού που δεν αποτελεί διάπλαση του σώματος, αλλά της έντασης του ίδιου του γυμνώματος. Αυτό, λοιπόν, που παρουσιάζεται εδώ δεν είναι μια μορφή προς αντιγραφή, αλλά μια δύναμη που πρέπει να προσληφθεί, να υποστηριχθεί και γύρω από την οποία πρέπει κανείς να περιπτυχθεί. Υπό αυτή την έννοια, η γυμνή Πλειάδα δε μοντελοποιεί το σώμα, αλλά την τάση στην οποία η γυμνότητα θέτει το σώμα σε σχέση με τον εαυτό του.
Γυμνή, η Πλειάδα χάνεται και αναζητά τον εαυτό της, τον κυριεύει και εγκαταλείπεται σ’ αυτόν. Γίνεται ένα με αυτήν την ορμή, αυτήν την ανησυχία, αυτό το βάρος του εαυτού της απέναντι στον εαυτό της.
Σε κάθε του εκδοχή, είτε στα μεγάλων διαστάσεων ακρυλικά σε χειροποίητο χαρτί είτε στις μικρότερες ελαιογραφίες σε κανβά, πρόκειται για ένα δυνατό σώμα, με έντονες καμπύλες, γλουτούς και κοιλιά που του δίνουν, μέσω της διπλής προβολής τους, μια ισορροπία που δεν είναι απλώς αυτή του στησίματος, αλλά μια ορμή στην ερωτική στάση, μια ανύψωση του κάθετου άξονα που μεταφέρει αυτήν τη δυναμική βάση προς ένα κεφάλι, του οποίου η κεκλιμένη χάρη αποκαλύπτει την αλήθεια του βάρους του σώματος.
Η γυμνή Πλειάδα είναι παρούσα με την πιο επιβλητική έννοια της λέξης. Στέκεται ή κάθεται στα δυο της πόδια, με το ένα χέρι κάτω από το στήθος της να πιάνει το άλλο, το σώμα της να αγκαλιάζει τον εαυτό του και να σηματοδοτεί τον προορισμό του: να αγκαλιάσει και να αγκαλιαστεί, να κρατήσει και να κρατηθεί, κοιλιά με κοιλιά, τα χέρια να απλώνονται στους γλουτούς της. Η γυμνή Πλειάδα συμβολίζει ταυτόχρονα τη διεύρυνση και τη γενναιοδωρία, την παρουσίαση και το καλωσόρισμα, το μνημείο και το γεγονός. Εδώ, έρχεται ένα σώμα, ένας κόσμος, ένα δέρμα του οποίου οι σκιές, έντονες και λιτές γραμμές, μας έχουν ήδη αγκαλιάσει.
Γυμνές Πλειάδες: μια παρουσία αδιαμφισβήτητη, ωστόσο φευγαλέα
Ο Φωτιάδης γνωρίζει καλά ότι το γυναικείο γυμνό —κάθε γυμνό— αποτελεί, πάνω απ’ όλα, μια παρουσία εκτεθειμένη στο βλέμμα του Άλλου. Τα έργα του μαρτυρούν ότι το γυμνό σώμα εντάσσεται πάντοτε μέσα σε ένα βλέμμα, ακόμα κι όταν πρόκειται αποκλειστικά για το βλέμμα του ίδιου του Νικόλα. Όταν αυτό συναντά τη γυμνότητα του γυναικείου σώματος, φανερώνει την ίδια την ύπαρξή του. Η τελευταία ανήκει στην τάξη του αδιαμφισβήτητου: το γυναικείο γυμνό είναι απλώς εκεί.
Η γνώση όμως αυτή είναι διττή, καθώς η παρουσία ενός γυμνού σώματος παραμένει πάντοτε φευγαλέα. Εξαφανίζεται μέσα στο βλέμμα του ζωγράφου, ο οποίος το μετατρέπει σε εικόνα, σε καθαρή ζωγραφική. Με τον τρόπο αυτό, το σώμα εξέρχεται από τα όριά του και υπερβαίνει τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο κεντρικός προσανατολισμός και η χωρική αφήγηση της έκθεσης- από το εσωτερικό του Εμπορικού Κέντρου Καβάλας προς το Εργαστήρι Τέχνης Μιχαηλίδη- εκτελεσμένα με δεξιοτεχνία από τους έμπειρους συντελεστές Γιώργο Μιχαηλίδη και Σίσσυ Παπαδοπούλου, επαληθεύουν αυτήν τη διπλή αλήθεια: οι γυμνές Πλειάδες δεν δίνονται ποτέ ως οριστικά παρούσες, ούτε στον εαυτό τους ούτε σε εμάς. Εντούτοις, δεν αποτελούν ούτε μια καθαρή απουσία. Ο Φωτιάδης αποτυπώνει τις μορφές με απρόσωπα χαρακτηριστικά, μια επιλογή που μετατοπίζει την προσοχή μας στη σιλουέτα και τη στάση του σώματός τους. Η ανεικονική απόδοση του προσώπου τούς προσδίδει μια αρχετυπική, παρά ατομική, ιδιότητα.
Έτσι, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια εναλλαγή ανάμεσα στη θετικότητα μιας πλήρους παρουσίας και την αρνητικότητα μιας απελπισμένης απουσίας, αλλά με μια καθημερινή ταλάντωση και δόνηση ανάμεσα σ’ ένα «όχι πια» και ένα «όχι ακόμα», μέσα στη φωτεινότητα μιας ανεπαίσθητης και ακατανόητης παρουσίας. Όπως γράφει και ο ίδιος ο δημιουργός: “Είναι οι γυναίκες που δεν γεννήθηκαν ακόμα, οι γυναίκες που δεν πέθαναν ακόμα. Είναι η στιγμή της έκθεσής τους”.
Με αλλά λόγια, οι Πλειάδες δεν είναι θαμμένες μέσα σε έναν εσωτερικό εαυτό. Αντίθετα, εκτίθενται πλήρως σε ένα φως και σε ένα βλέμμα που προέρχονται από έξω. Με αυτόν τον τρόπο, αυτό που είναι πιο οικείο βρίσκεται πάντοτε έξω από τον εαυτό του. Εν τέλει, πρόκειται για την εξαφάνιση κάθε εσωτερικότητας, την καθαρή έκθεση του γυμνού σώματος και τη βεβαίωση μιας απτής παρουσίας. Είναι μια απογυμνωμένη φανέρωση της οικειότητας του εαυτού, ο οποίος —τοποθετημένος πλέον έξω από το δικό του κέντρο, σε μια κατάσταση δημιουργικής απουσίας— παραμένει ανεπανόρθωτα εκτεθειμένος σε ό,τι διαφέρει από αυτόν.
