«Αν είναι να βγω, θα είναι Σαββάτο βράδυ»: Ένα ποίημα στη μνήμη του Διαμαντή Αξιώτη

Ο Στράτος Στρουμπούλης αποχαιρετάει τον φίλο του με μια συγκινητική ποιητική σύνθεση

Ο Στράτος Στρουμπούλης αποχαιρετάει τον φίλο του, Διαμαντή Αξιώτη με μια συγκινητική ποιητική σύνθεση, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη διαλόγους με τον Καβαλιώτη λογοτέχνη και ποιητή και έπεα νωχελικά, αλλά γεμάτα συναίσθημα, λόγια του Αυγούστου που από το στόμα του Διαμαντή φαντάζουν έτσι και αλλιώς ως ένα έμμετρο ποιητικό αναλόγιο…

«Αν είναι να βγω, θα είναι Σαββάτο βράδυ»-Μνήμη Διαμαντή Αξιώτη

Τραπέζι ξύλινο, ψωμί, αλάτι και νερό.
Και κάθομαι απέναντί σου.

Έξω, ένα μισοσκόταδο μαβί.

Κοιτώ τα χέρια μου ανοιγμένα,
οι παλάμες μου καθαρές
λίγο πριν μπουν τα καρφιά.

Απ’ το παράθυρο μπαίνει η ανάσα του Αυγούστου, έτοιμη να εκραγεί, σκορπίζοντας χιλιάδες ήλιους στα σωθικά μου.

Στα μάτια σου χρώματα τριμμένου χαλκού.

«Πώς είσαι;» τραυλίζω.

Διαστέλλω τη φωνή μου να φτάσω το καρφί του απέναντι τοίχου.
Να γαντζωθώ εκεί, χορδή πάλλουσα σε κάθε απόπειρα.

Μα δε μιλάς.

Δε μιλούν οι νεκροί.

Μόνο με κοιτάς.

Με κοιτάς χωρίς να κρίνεις.

Με κοιτάς.

Το περασμένο Σάββατο, στον καφέ μας, ρωτάς τη γνώμη μου:
«Ξέρεις, θα πεθάνω σύντομα. Ταφή ή αποτέφρωση; Τι λες κι εσύ;»

Σοκαρισμένος, δεν απαντώ.
Σα να μην έγινε τίποτα, συνεχίζεις απτόητος τον μονόλογο: «Η ενέργεια δε χάνεται, αλλάζει μόνο», λες, «αλλάζει και ταξιδεύει αστραπή. Μέχρι να πεις τ’ όνομά μου, θα ’χω φτάσει στ’ αστέρια. Ίσως και σε κείνον τον πλανήτη που λένε ότι μοιάζει με τη Γη. Ποιος ξέρει… Πάντως, δεν θα έχω στο στήθος τόσο χώμα, τόσο πλάκωμα. Και μόνο που το σκέφτομαι… πφφφ».

Είμαι να σκάσω με την ηρεμία που μιλάς για τον θάνατο, λες και σχολιάζουμε κάποιο βιβλίο.

Με κοιτάς.

Το βλέμμα σου αχόρταγο, διερευνητικό.
Λαχταράς καυγά, να δεις τι με πειράζει, τι με ενοχλεί, να σου φέρω αντίρρηση, να αντιδράσεις, να επιμείνω, να με πικάρεις.
Αιγόκεροι, να βγάλουμε πάλι τα κέρατα, να λογοφέρουμε με ένταση και πείσμα, να σηκώσουμε φωνή.

Να μας κοιτούν από τα γύρω τραπέζια στον Νικηφόρο, να νομίζουν ότι μαλώνουμε.

Και στο τέλος, σαν τελειώσει η παράσταση, να γυρίσουμε να τους δούμε έξαφνα, να γελάσουμε ταυτόχρονα με τις γκριμάτσες τους τις ξιπασμένες και να περάσουμε σχεδόν ακαριαία σε άλλο θέμα, ήρεμοι, γεμάτοι ευφορία και ικανοποίηση.

Με κοιτάς.

Μα δε μιλάς.

Δε μιλούν οι νεκροί.

Κι εσύ τώρα, ποιος ξέρει πού βρίσκεσαι.
Ίσως στον Κέπλερ-186f, ίσως στον Αλφεράντζ της Ανδρομέδας, το πιο λαμπερό άστρο της.
Και δε μιλάς να μου πεις τι βλέπεις, τι γνώρισες, τι χρώματα, τι σχήματα, τι αίσθηση, τι αισθητική έχει εκεί πάνω.

Κοιτώ έξω.

Ξαστεριά.
Τι Μεγάλη Άρκτος, τι Μικρή, σκέπτομαι.
Τι Κβάζαρ και τι Πούλσαρ στο στερέωμα.

Άραγε να’ σαι εκεί που τα ποτάμια λιγοστεύουν;

Όχι.

Κάθεσαι εδώ.

Σε αυτό το ξύλινο τραπέζι, απέναντί μου.

Και το νερό είναι στυφό.

Και το ψωμί είναι πικρό.

Και το αλάτι μου καίει την πληγή.

Μέσα μου, ψίθυρος: «…στο είπα πως είμαι ρόινος και επικηρυγμένος».

Κι εσύ
μόνο
με κοιτάς.