Στην Αυλή του Αφανούς Ποντίφικα: Ανασκοπώντας το «Θέλω να δω τον Πάπα!»

Η Νατάσα Θεοδοσίου γράφει για μια οπερετική σπουδή στην επιθυμία, μέσα από τη σύμπραξη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας

Η σύμπραξη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας έφερε στην πόλη και στο κατάμεστο από κόσμο και στις δύο παραστάσεις θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου την οπερέτα «Θέλω να δω τον Πάπα!», μια παράσταση που συνομιλεί με το παρελθόν και ταυτόχρονα καθιστά το διαχρονικό και ανατρεπτικό για την εποχή του έργο ανήσυχο, ζωντανό και σύγχρονο, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε για ακόμη μια φορά και την αδήριτη ανάγκη να φιλοξενούνται στην Καβάλα παραστάσεις υψηλού επιπέδου.

Γράφει για την οπερέτα η Νατάσα Θεοδοσίου

Η πρόσφατη παρουσίαση της οπερέτας «Θέλω να δω τον Πάπα!» το Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025 στο θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου υπήρξε ένα θεατρικό γεγονός που ξεπέρασε τον χαρακτήρα μιας απλής μετακλητής παραγωγής. Η σύμπραξη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας απέδειξε πως η αποκέντρωση της υψηλής μουσικοθεατρικής τέχνης δεν είναι απλώς επιθυμητή αλλά και γόνιμη.

Παρότι το έργο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη αποτελεί δείγμα της αστικής οπερέτας των αρχών του 20ού αιώνα, η προχθεσινή ερμηνεία το απέσπασε από τη μουσειακή του προοπτική. Η παράσταση, με σεβασμό στη σπιρτάδα και στην αιχμηρή κοινωνική ειρωνεία του συνθέτη, ανέδειξε τις διαρκώς επίκαιρες αμφισημίες που κρύβονται πίσω από την «ελαφρότητα» του είδους.

Η ιστορία της νεόνυμφης Άννας που επιμένει να δει τον Πάπα -έναν Ποντίφικα που δεν εμφανίζεται ποτέ αλλά λειτουργεί ως πανταχού παρών καταλύτης παρεξηγήσεων- αποκτά μια σχεδόν ψυχαναλυτική διάσταση, φέρνοντας στην επιφάνεια εκείνη την αδιόρατη ανθρώπινη ανάγκη για επαφή με το «υψηλό», έστω κι αν αυτό δεν είναι παρά μια προβολή.

Η παραγωγή αξιοποίησε την οπερετική φάρσα ως καμβά ενός σκηνικού παιχνιδιού γεμάτου ενεργητικότητα. Οι χαρακτήρες, από το νεαρό ζευγάρι μέχρι το πλήθος των οικείων που παρεμβαίνουν με την βεβαιότητα του… κοινωνικού καθωσπρεπισμού, κινήθηκαν μέσα σε έναν ρυθμό σχεδόν χορογραφημένο. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση που φαινόταν να πάλλεται ανάμεσα στο κωμικό και το υπόγεια μελαγχολικό, χωρίς να υποκύπτει στην υπερβολή.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια, λιτά και κομψά, υποστήριξαν αυτή τη διττή αισθητική. Άλλοτε αγγίζοντας την ευρωπαϊκή αστική λεπτότητα, άλλοτε ελαφρώς σκωπτικά, έδιναν στους ηθοποιούς χώρο να ξεδιπλώσουν το υλικό τους χωρίς περιττές επιδείξεις. Η μουσική συνοδεία του μικρού συνόλου πρόσθεσε ακρίβεια και ζωντάνια, στηρίζοντας την αφήγηση με τρόπο που απέφευγε την επιθετικότητα και προτιμούσε την οργανική ροή.

Οι ερμηνείες επένδυσαν στο «διπλό βλέμμα» της οπερέτας: Ελαφρότητα με νοηματική αιχμή. Η Άννα και ο Αδριανός παρουσιάστηκαν όχι ως απλές καρικατούρες, αλλά ως πρόσωπα που καταρρέουν κομψά κάτω από το βάρος των προσδοκιών τους. Η σύγκρουσή τους δεν ήταν μόνο φαρσική, αλλά και σχεδόν ποιητική, σαν σκιαγράφηση της ανθρώπινης αδυναμίας να εναρμονίσει επιθυμία και πραγματικότητα.

Η συνεργασία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας δεν προσέφερε απλώς μια υψηλού επιπέδου παραγωγή στην πόλη. Κατάφερε να δημιουργήσει μια παράσταση που συνομιλεί με το παρελθόν του είδους και ταυτόχρονα να το καθιστά ανήσυχο, ζωντανό και σύγχρονο. Μια οπερετική έξαρση που, πίσω από το χιούμορ της, ψιθυρίζει πως αυτό που «θέλουμε να δούμε» ίσως να μην είναι παρά ο καθρέφτης των δικών μας προσδοκιών.