Του Σεραφείμ Σανσαρίδη
Στις 23 Ιουνίου του έτους 2016, με κάθε επισημότητα, αναρτήθηκε και πάλι στον δημόσιο χώρο της πόλης μας ένα ταλαιπωρημένο γλυπτό. Πρόκειται για ένα μαρμάρινο άγαλμα μεγάλων διαστάσεων, το οποίο απεικονίζει άνδρα σε όρθια θέση, φέροντα πλήρη στρατιωτική εξάρτυση, γεγονός ακόμη και τώρα αντιληπτό, παρά την ταλαιπωρία του έργου.
Δίπλα από τη γυάλινη προθήκη του αγάλματος έχει τοποθετηθεί μία μικρή ενημερωτική πινακίδα, η οποία αναφέρει σε τρεις γλώσσες πληροφορίες και συγκεκριμένα αρχίζει με τα εξής:
«Το άγαλμα του Στρατιώτη των Βαλκανικών πολέμων είχε τοποθετηθεί το 1938, επί Δημαρχίας Αθανασίου Μπαλάνου αλλά είχε κατασκευαστεί με την φροντίδα του Δημάρχου Μιχαήλ Λολίδη. Με την έλευση των Βουλγάρων κατακτητών, τον Μάιο του 1941, γκρεμίστηκε και πετάχτηκε, το σώμα στην θάλασσα και το μαρμάρινο κεφάλι παραχώθηκε στα ορύγματα της πλατείας…»

Μεγάλη εντύπωση στον γράφοντα έκανε το γεγονός ότι πουθενά, είτε στην προαναφερόμενη πινακίδα είτε σε άρθρα τοπικών Μέσων ή έστω στο διαδίκτυο, δεν αναφέρονταν ο δημιουργός του έργου και ως εκ τούτου μπήκα στον πειρασμό να ερευνήσω σχετικά, καθώς πολλά ελέχθησαν περί του ότι το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί γλυπτό αισθητικής ή καλλιτεχνικής αξίας.
Προκειμένου να είμαι τίμιος απέναντι στην έρευνα που έγινε ήδη, έλαβα ως δεδομένες τις πληροφορίες που υπήρχαν κατά τα προαναφερόμενα διαθέσιμες, ιδίως σχετικά με την ημερομηνία αρχικής τοποθέτησης και τα πρόσωπα που αναμείχθηκαν με την ανάρτηση του έργου στο δημόσιο χώρο της πόλης στη δεκαετία του 1930, πλην όμως όφειλα να τις διασταυρώσω.
Ανατρέχοντας σε δημοσιεύματα του έντυπου Τύπου της εποχής (Ταχυδρόμος, Εθνικός Κήρυξ), διαπίστωσα ότι τα όσα συνέβησαν τότε στην Καβάλα ήταν διαφορετικά από όσα μέχρι και σήμερα υπάρχουν δημόσια ανηρτημένα. Συγκεκριμένα, όντως ο Δημαρχών (και όχι Δήμαρχος) Μιχαήλ Λολίδης, ο οποίος υπήρξε πράγματι ιδιαίτερα αποφασιστικός και δραστήριος, έλαβε πρωτοβουλία και εισήγαγε προς ψήφιση στο Δημοτικό Συμβούλιο Καβάλας πρόταση για αναμόρφωση της (τότε) πλατείας Φουάτ. Μέσα σε λίγους μήνες καθαιρέθηκαν παραπήγματα και ισοπεδώθηκε ο χώρος επί τη βάσει ενός σχεδίου του μηχανικού κ. Καψαμπέλη (διοίκηση Λολίδη), το οποίο όμως τροποποιήθηκε ως «πολυτελές και πολυδάπανον» (ιδ. Ελεύθερος Κήρυξ, Δευτέρα 05.04.1937, σελ. 1) από τη διοίκηση Μπαλάνου, η οποία εκπόνησε νέο σχέδιο.
Ομοίως εσφαλμένη είναι η πληροφορία ότι η Διοίκηση Λολίδη μερίμνησε για την ανάρτηση του συγκεκριμένου αγάλματος στην πλατεία Φουάτ, καθώς προκύπτει ότι η Διοίκηση Μπαλάνου τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Μαΐου του έτους 1937 υπολόγιζε ότι στο σημείο θα τοποθετούνταν «άγαλμα ενός (εκ) των ηρώων της επαναστάσεως του 1821» (ιδ. Εθνικός Κήρυξ, Δευτέρα 31.05.1937, σελ. 1).
Επιπροσθέτως εσφαλμένη είναι πληροφορία ότι η ανάρτηση του έργου έγινε το έτος 1938, αφού σε κανένα δημοσίευμα της περιόδου από την 01.01.1938 έως και τις 31.12.1938 δεν υφίσταται περιγραφή της πλατείας Φουάτ με την ύπαρξη του εν θέματι εξεταζόμενου αγάλματος, παρόλο που τα τοπικά έντυπα Μέσα Ενημέρωσης της Καβάλας ασχολούνται επισταμένως με τις εργασίες και περιγράφουν καθ’ όλη τη διάρκειά τους αυτές λεπτομερώς.
Η πρώτη αναφορά για την έναρξη των εργασιών τοποθέτησης του έργου γίνεται στις 16 Ιουνίου του έτους 1940, όταν από τον Ταχυδρόμο πληροφορείται ο τοπικός πληθυσμός ότι ήδη από την 15η Ιουνίου 1940 είχαν αρχίσει οι εργασίες για την τοποθέτηση του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το έντυπο), το δημιουργό του οποίου μάλιστα κατονομάζει και δεν είναι άλλος από το διάσημο γλύπτη Γρηγόριο Ζευγώλη.
Το δεύτερο μισό, λοιπόν, του Ιουνίου του έτους 1940 τοποθετείται στην πλατεία Φουάτ με πρωτοβουλία και επιμέλεια της Διοίκησης του δημάρχου Καβάλας Αθανασίου Μπαλάνου στην κεντρική πλατεία της πόλης μας ο αδριάντας [σ.σ: Αδριάντας είναι το είδος αγάλματος που παριστάνει άνθρωπο στην πλήρη μορφή του] του Αγνώστου Στρατιώτη, τα αποκαλυπτήρια του οποίου έγιναν επίσημα κατά την επέτειο εορτασμού της Απελευθέρωσης της Καβάλας στις 26 Ιουνίου 1940 με τον τότε Δήμαρχο, ευχαριστώντας τον παριστάμενο στην τελετή δημιουργό Γρηγόριο Ζευγώλη, να αναφέρει τα εξής (ιδ. Ταχυδρόμος Καβάλας, Πέμπτη 27.06.1940, σελ. 1, όπου διασώζεται όλος ο λόγος):
«Η σημερινή τελετή… είναι μνημόσυνον των αθανάτων νεκρών γνωστών και αγνώστων… Το προ ημών άγαλμα συμβολίζον την άλκην και τας Εθνικάς δυνάμεις του Έθνους… η ενθουσιώδης φαντασία του παρισταμένου καλλιτέχνου μας κ. Ζευγώλη… αφού κατεβίβασε από τα προπύλαια της αθανασίας τον Έλληνα Στρατιώτην, απετύπωσε την λευκήν ψυχή του… Την πλατεία ταύτην, την οποίαν η κοινή θέλησις των δημοτών προέκρινε δια την τοποθέτησιν του αγάλματος ας την ονομάζωμεν του λοιπού πλατείαν Ελευθερίας».

Έτσι, στις 26 Ιουνίου 1940, επ’ ευκαιρίας των επίσημων αποκαλυπτηρίων του αδριάντα του Αγνώστου Στρατιώτη (και όχι του στρατιώτη των Βαλκανικών Πολέμων) έχουμε την πρώτη προσπάθεια για μετονομασία της πλατείας από «Φουάτ» σε πλατεία «Ελευθερίας».
Οι υπόλοιπες πληροφορίες που αναφέρονται στην ενημερωτική πινακίδα που έχει τοποθετηθεί στον ταλαιπωρημένο αδριάντα του Αγνώστου Στρατιώτη της πλατείας Κονσουλίδη, για να επανέλθω στο κεντρικό ζήτημα της παρούσας μελέτης, ελέγχονται ως ορθές. Όντως από δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων (Πρωινή), αποσπάσματα των οποίων υπάρχουν και στο διαδίκτυο, προκύπτει ασφαλώς ότι το συγκεκριμένο άγαλμα καθαιρέθηκε από Βούλγαρους κατακτητές στα τέλη Αυγούστου του έτους 1941. Το κεφάλι αποκόπηκε από το σώμα και το άγαλμα πετάχτηκε στο λιμάνι. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί πως το σώμα του ανδριάντα βρέθηκε όχι εντός της θάλασσας, αλλά στον χώρο του τελωνείου σκεπασμένο από σωρούς κάρβουνο (βλ. Πρωινή, 17.04.1955, σελ. 4).
Ο Δήμος Καβάλας (Διοίκηση Τσανάκα) έλαβε την πρωτοβουλία για την ανάρτηση εκ νέου του έργου στην πλατεία Κρίτωνος Κονσουλίδη, αφού πρώτα ανέθεσε την κατασκευή ειδικής προθήκης (Τεχνική Εταιρία Ευφροσυνίδη) και τη συντήρηση του ταλαιπωρημένου από τα καιρικά φαινόμενα και τη διάβρωση αδριάντα στον συντηρητή έργων τέχνης κ. Τζενετάκη.
Δεν θα μπορούσα να κλείσω την παρούσα (σύντομη) μελέτη δίχως να αναφερθώ στο πρόσωπο του δημιουργού του ανδριάντα Γρηγορίου Ζευγώλη, το οποίο μέχρι και σήμερα αγνοούμε οι Καβαλιώτες και ο οποίος ούτε απλός μαρμαρογλύπτης αλλά ούτε και «τυχαίος» ήταν.

Ο Γρηγόριος Ζευγώλης γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1886 και πέθανε ομοίως στην Αθήνα στις 20.02.1950. Η καταγωγή του ήταν από τη Νάξο, ενώ παράλληλα με τη γλυπτική ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας δίπλα στον Νικηφόρο Λύτρα (ζωγραφική) και στον Γεώργιο Βρούτο (γλυπτική), ενώ συνέχισε τις σπουδές του στην Academie Julian δίπλα στον Paul Landowksi και στην Ecole Superieure des Beaux-Arts στο Παρίσι για πέντε χρόνια. Μετά την επάνοδό του στην Αθήνα από το Παρίσι το έτος 1911, άνοιξε εργαστήριο μαζί με τον ζωγράφο Νικόλαο Λύτρα (γιο του Νικηφόρου Λύτρα).
Ήταν ένας από τους πλέον παραγωγικούς γλύπτες της εποχής του Μεσοπολέμου, καθώς, μεταξύ πολλών, φιλοτέχνησε το Ηρώον της Κερατέας, το άγαλμα της Ελευθερίας στη Μυτιλήνη, το (εκπληκτικής ομορφιάς) Ηρώον των Γιαννιτσών, την προτομή του Νικηταρά στο Πεδίον του Αρέως, την προτομή του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου στην Πλάκα, αλλά και την προτομή του ποιητή Λάμπρου Πορφύρα στη Χίο.

Κύρια επιρροή της τέχνης του υπήρξε η γλυπτική του Ροντέν και τα σύγχρονα ρεύματα, με τα οποία ήρθε σε επαφή στο Παρίσι. Σύμφωνα με το Λεξικό της Ελληνικής Γλυπτικής του Στέλιου Λυδάκη (πρβλ. Λυδάκης Σ., Οι Έλληνες γλύπτες, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, σελ. 322) υπήρξε από τους ακραιφνέστερους αντιπροσώπους της ροντενικής και μεταροντενικής γλυπτικής, αξιοποιώντας την παράδοση της γλυπτικής του Ροντέν με τον συμβολιστικό ρεαλισμό του που επικρατούσε στα τέλη του 19ου αιώνα στην πόλη του φωτός.

Η δραματοποίηση των εκφράσεων (πρβλ. Ηρώο Γιαννιτσών) και η διακοσμητική χάρη (πρβλ. το γλυπτό «Εύα») μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η άνετη, χυτή, ιμπρεσιονιστική γλυπτική του είναι αποτέλεσμα ακαδημαϊκής προπαίδειας υψηλής στάθμης, την οποία οι συμπατριώτες μας Καβαλιώτες είχαν δυστυχώς μόνο λίγους μήνες να χαρούν λόγω της καταστροφής του ανδριάντα.
Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι πρόθεσή μου δεν ήταν να επισημάνω τα λάθη στην έρευνα που έχει γίνει μέχρι στιγμής. Ίσα ίσα, η έρευνα που έγινε με βοήθησε να «πατήσω» σε κάποιες βάσεις για την ανάπτυξη της δικής μου έρευνας και ευχαριστώ όλους όσους ασχολήθηκαν με το θέμα μέχρι στιγμής.
Από εκεί και πέρα όμως όφειλα να καταδείξω τα κακώς κείμενα, προκειμένου να αναδειχθεί η ιστορική αλήθεια. Το κέρδος που έχουμε ως Καβαλιώτες από τις παραπάνω πληροφορίες είναι διπλό. Από τη μία πλευρά μαθαίνουμε τα αληθή και ακριβή στοιχεία σχετικά με τον ανδριάντα του Αγνώστου Στρατιώτη (ακόμη και το όνομα αποφορτίζει το γλυπτό από εθνικιστικές επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν), αλλά και το όνομα του δημιουργού του έργου, το οποίο ούτε τυχαίο, αλλά ούτε και ασήμαντο είναι για να λείπει από τα χείλη των συμπολιτών μας. Από την άλλη όμως, η σημειολογία του μνημείου ως «Αγνώστου Στρατιώτη» και η σύσφιξη των σχέσεων με τη γείτονα Βουλγαρία ίσως θα έπρεπε να μας οδηγήσει στην απόδοση τιμών στον κάθε πεσόντα, στον κάθε φονευθέντα, στον κάθε άγνωστο στρατιώτη που έπεσε στο πεδίο των μαχών, ανεξαρτήτως χώρας, αφήνοντας πίσω μας τα πάθη του παρελθόντος, δίχως να λησμονούμε όμως τα όσα οι πρόγονοι μας υπέστησαν από τις φρικαλεότητες του κάθε φασίστα (πρβλ. Ρουδομέτωφ Ν., Ντουρντουβάκια, εκδ. Ιστορικό & Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας, Καβάλα, 2016 και προφορική μαρτυρία εξ Ακροποτάμου Λιόλιου Α. Νικόλαου: Η Φτέρη, χωριό κρυμμένο στο όρος Σύμβολο και πλέον εγκαταλελειμμένο, ισοπεδώθηκε από τις ορδές Βουλγάρων και Τούρκων το 1916. Από τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους δεκαεπτά (17) άνδρες μεταφέρονται στο Νόβο Σέλετς της Βουλγαρίας για καταναγκαστικά έργα. Δύο μόνον επιβιώνουν. Ο προπάππους μου (Αναστάσιος Λιόλιος) επανέρχεται από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα με τα πόδια, ξεθάβοντας νεκρά ζώα στο δρόμο για να τραφεί και σταματάει να ξαποστάσει στην Ελευθερούπολη. Εκεί κλέβει ένα κομμάτι κουραμάνα από δύο ορφανά, τα οποία η Εκκλησία μετέφερε σε ορφανοτροφείο και έπειτα μεταβαίνει στην καμμένη πλέον Φτέρη, όπου έχει μείνει όρθια μόνον η εκκλησία του Αϊ-Γιώργη. Πληροφορείται ότι τα δύο παιδιά του (Ολυμπιάδα & Μιχαήλ) έμειναν ορφανά, αφού οι κατακτητές βίασαν και σφαγίασαν τη σύζυγο του και τα αναζητά στην Ελευθερούπολη. Όταν επανέρχεται στο Πράβι και τον πληροφορούν ποια είναι τα παιδιά του, διαπιστώνει ότι το κοριτσάκι από το οποίο άρπαξε από τα χέρια του την κουραμάνα πριν από λίγες ημέρες ήταν η κόρη του).
