Toυ Διαμαντή Αξιώτη
ΟΓιώργος Χειμωνάς γεννήθηκε στην Καβάλα στις 17 Μαρτίου του1938. Υπήρξε πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ένα διάστημα έζησε στο Παρίσι, όπου μετεκπαιδεύτηκε στη νευρολογία και την ψυχιατρική. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, τόσο η ιατρική όσο και η συγγραφική ζωή του υπήρξε δαιδαλώδης: Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, γάμος με τη θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη. Η συμμετοχή του στα Δεκαοχτώ κείμενα, τόμο με έντονο αντιδικτατορικό χαρακτήρα, έφερε την απόλυσή του από το Αιγινήτειο. Πρόεδρος, μετέπειτα, του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου. Ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πηγαινοερχόταν ανάμεσα σε Αθήνα και Παρίσι.
Πρώτο του πεζό Ο Πεισίστρατος, Θεσσαλονίκη 1960
Τελευταία του επιθυμία, να επιστρέψει στην Καβάλα. Εδώ θέλει να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Για τίποτα άλλο άξιος δεν είναι για τίποτα ικανός. Επιθυμεί να τελειώσει εδώ, να μην ακουστεί η φωνή του από κανέναν. Παρά μόνο από τους καινούργιους φίλους του σ’ αυτή την πόλη. Τους επιμένοντες και εμμένοντες, συντακτική επιτροπή του περιοδικού Λόγου και Τέχνης Υπόστεγο. Τους πίστεψε απ’ την αρχή. Είχε ανάγκη να τους πιστέψει. Μέσα απ’ αυτή την πίστη φλέγεται να τον θαυμάσουν έως παροξυσμού, να τον ερωτευθούν μέχρις αφανισμού. Ζητιανεύει την αγάπη τους. Επιθυμεί να τους εκμυστηρευτεί το πάθος του για την πόλη όπου γεννήθηκε. Την επιθυμία της επιστροφής.
Έρχεται [πάντα Φεβρουάριο, λες και προέβλεπε τον μήνα του τέλους του] με την ευχή: Να επέστρεφα στην Καβάλα! Εδώ να περνούσα τα τελευταία χρόνια της ζωής μου
Ακούμε το παραλήρημά του που ψιθυρίζει πίσω από τα κλειστά χείλη του και τον σκεπάζουμε με μια βόρεια λύπη:
– Ο συγγραφέας δεν έχει φίλους, παραληρεί. Ούτε καν εχθρούς. Έχει πολλούς που τον αγαπούν, όμως, όταν το μαθαίνει, είναι πολύ αργά -κι αυτοί είναι οι μοναδικοί εχθροί του: Ενώ πρέπει να ξέρουν, τον αφήνουν να ψοφήσει σαν το σκυλί. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να αντέξει τη μοναξιά. Αμείβει πλουσιοπάροχα εκείνους που τυχαίνει να τον πλησιάσουν μόνο για να τους βλέπει, να σταθούν λίγο για να τους δει […] Δεν ζητάει να τον αγαπούν, θέλει μονάχα οι άλλοι να είναι εκεί, απ’ έξω∙ να μπορεί να τους φωνάξει, για να έρχονται και να τους βλέπει. Είναι στ’ αλήθεια φοβισμένος, έντρομος με παρόμοιο ενδεχόμενο.
Τα χέρια του χειρονομούν ατελείωτα, πίνει και καπνίζει ασταμάτητα. Οι εξογκωμένες φλέβες στο λαιμό του ομιλούν:
–Θέλω να προσέξω τους ανθρώπους. Από παιδί έβλεπα, έβλεπα συνέχεια τους ανθρώπους. Την έσχατη λεπτομέρεια των σωμάτων, το πρόσωπό τους, το δέρμα τους, τα σκισίματά του, τη στάση τους, την ακινησία τους, τη φυσιογνωμία τους, άκουγα την ηχώ των λόγων τους, περιφερόμουν στους στενούς λαϊκούς έρημους δρόμους της Καβάλας. Γεμάτους λάσπη, νερά της βροχής, σιωπή και ερημιά. Ανώμαλους με κόκκινο χώμα ανακατωμένο από άγρια χόρτα. Αλλά κι από γυμνά πόδια και παλάμες ανθρώπων. Έβλεπα τα πρόσωπα των ανθρώπων πίσω από τα τζάμια και μάντευα τη ζωή τους.
Μας χαρίζει ασημένια κουτάκια, με περίτεχνα εξωτερικά σκαλίσματα, με την εντολή να μην τα ανοίξουμε ποτέ. Το ίδιο έκανε με τις δεκάδες ακόλουθές του. Las meninas, χαμογελάει πονηρά ο Καβαλιώτης φίλος καθηγητής Κρίτων Χουρμουζιάδης: γυναίκες της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, της ποίησης, κυρίες του Υπουργείου Πολιτισμού…
Μας χαρίζει μυθιστορήματά του, ισχνά των 60–70 σελίδων, με θερμές αφιερώσεις. Πολύτιμα χειρόγραφα, που ξενυχτάμε να ανιχνεύσουμε τα μακροσκελή, ωσάν αγχόνες, σύμφωνα: τα Γάμα, τα: Λάμδα, τα Μη, τα Ρο!
Την Όπερα δωματίου, Ο Πυλάδης της μεταλλικής σιωπής και του σκότους. ΚΟΥΡΟΥΠΟΣ-ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ.
Πρωτότυπα κείμενα που κοσμούν με τη βαρύτητά τους την ύλη του περιοδικού μας, όπως το Σύνδρομο του Balint.
Πρόθεσή μας να του αφιερώσουμε και τις 230 σελίδες του Υπόστεγου, Φθινόπωρο 1997. Μας έταξε πολλά, εκόμισε ολίγα τρία: Παναγιώτης Μουλλάς, Ελένη Μερκενίδου, Δημήτρης Ντουμπουρίδης.
– Μας γέλασε, μας υποτίμησε, καταθέτουμε τα παράπονά μας στην κυρία Λούλα Αναγνωστάκη. Εσείς, έχετε κάποια παράπονα από τη ζωή σας;
– Πολλά, πάρα πολλά, χαμογελάει. Αν τα αρχίσουμε δεν τελειώνουν.
– Τι είδους παράπονα;
– Τα παράπονα είναι από τον Χειμωνά και προς τον Χειμωνά.
– Σας λέει ψέματα;
– Όχι, αντιτείνετε εκείνη, που τον λατρεύει. Οι άνδρες όταν λένε ψέματα, τους καταλαβαίνεις. Ο Γιώργος δεν λέει ψέματα. Είναι άλλο να λες ψέματα και άλλο να είσαι ψεύτης. Ο Γιώργος είναι ψεύτης. Είναι φτιαγμένος να είναι ψεύτης. Αυτό έχει μια γοητεία! Πιστέψτε με!
Θέλω να την πιστέψω και συνειρμικά μου έρχεται στο νου η φράση από τον Πεισίστρατο: Έχω την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας, και τα καρφιά με εμποδίζουν να κυματίσω. Ναι, αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία (η πόλη της Καβάλας, ορισμένες μορφές οικείες, γνώριμες) είναι ακριβώς τα καρφιά που καρφώνουν το κείμενό μου πάνω στον τόπο και το χρόνο. Αλλιώς είναι χαμένο. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι πάντα το κείμενό μου, ακόμη κι όταν απογειώνεται, παίρνει μαζί του τις πρώτες ύλες, που είναι όλες ζωής, στοιχειώδεις ύλες ζωής.
*
Η πράξη και ο λόγος. Οι δυο βασικές μορφές της έκφρασης, οι δυο βασικοί πόλοι της δημιουργίας του Γιώργου Χειμωνά. Η ανάγκη για τη δημιουργία, ο λόγος που σχηματοποιεί τις αιτίες και τα κίνητρα. Η πράξη δεσπόζει από το σημείο εκείνο, στο οποίο ο λόγος τελειώνει. Με την εξάντληση των λέξεων, ακόμα και των σημείων της στίξεως που κουβαλούν το ανείπωτο, εκείνο που εννοείται και πάντα δεσπόζει, η πράξη συνιστά το μόνο μέσο.
Ο Γιώργος Χειμωνάς, επηρεασμένος βαθιά από το έργο του Σολωμού, αλλά και τη λαϊκή ματιά του Παπαδιαμάντη, πλάθει ένα ψυχογράφημα, ικανό να περιγράψει τον άνθρωπο, αλλά και να αυτοπαρουσιαστεί σαν μια ανεξάρτητη συνέχεια κάποιας μυστικής, δαιμονικής γλώσσας. Το στοιχείο της συγκίνησης, της υποκειμενικότητας, φθάνει τον λόγο στο όριο. Με μια προφορική προοπτική, προσδίδει στον λόγο του μια βιωματική αίσθηση, ικανή να διαψεύσει το τέλος της έκτασής του. Δεν πρόκειται για ένα λόγο αντιληπτό με τρόπο διανοητικό. Χρησιμοποιεί τον λόγο για να ανιχνεύσει τα όρια των ανθρώπινων συναισθημάτων. Στη συνέχεια τα νοήματα παραμορφώνονται, το βίωμα της συνείδησης ανέρχεται σε ένα άλλο επίπεδο. Ο φόβος, η λύπη, ο πανικός της πραγματικότητας που είναι τόσο απρόσμενα αληθινή, ανασύρονται από τις αθέατες καταβολές της ψυχής. Ο συγγραφέας μετατρέπεται σε σηματωρό μηνυμάτων, τόσο αδιάλλακτα ανθρωποκεντρικών, ώστε η γνώση τους να διαταράσσει την ψευδή ισορροπία των ανθρώπων. Οι εικόνες διασπώνται και έπειτα εναλλάσσονται με μια φρενήρη ταχύτητα. Το απόσταγμα μιας διύλισης σε ενδότερα επίπεδα δεν είναι άλλο από την αποκάλυψη των πιο διαχρονικών αξιών. Για τον Γιώργο Χειμωνά η λύπη είναι ένα αξίωμα, ο φόβος ένα ισχυρό κίνητρο για την κατανόηση του εαυτού. Ο θάνατος, πάντα ο θάνατος.
Τα γραπτά του διερευνούν ψυχαναλυτικά τις εσωτερικές πτυχές της συνείδησης και διακρίνονται για τη νεωτερική τους γραφή, καθώς και για πολλά δάνεια στοιχεία από το αντιμυθιστόρημα, όπως η επίπεδη γραφή, η έλλειψη διαλόγων ή επιθέτων.
Η γραφή του συχνά κατακερματισμένη και εμμονική, συναντά την οπτική αποδιοργάνωση που περιγράφει το Σύνδρομο του Balint, καθιστώντας το μια ιδανική μεταφορά για την οριακή κατάσταση του εγώ. Ένα σπάνιο νευρολογικό σύνδρομο που αποτελεί κεντρικό θέμα στο σύνολο του έργου τού Γιώργου Χειμωνά. Σχετίζεται με βλάβες στον ινιακό-βρεγματικό λοβό τού εγκεφάλου και επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται τον χώρο και τα αντικείμενα ως σύνολο.
Η εικόνα και η πράξη της σκιάς. Ο μυστικός λόγος των πραγμάτων.
Η μόνιμη σύγκρουση της δισυπόστατης, ανθρώπινης ύπαρξης, η επισήμανση του εαυτού, ο αντικατοπτρισμός των ενδόμυχων τρόμων σε εκείνον που δεν έχει φύλλο και γένος και δεν κατάγεται από τίποτα και κανέναν. Ο Χειμωνάς μιλά για μια αρχέγονη ύπαρξη. Η εξέλιξή της, ο άνθρωπος που κρατά ακόμα τα εκπληκτικά χαρακτηριστικά ενός ενιαίου παρελθόντος.
Το στοιχείο της συγκίνησης, της υποκειμενικότητας, που συχνά αποσπά τον αναγνώστη από τον ορισμένο μίτο της ιστορίας και τον εντάσσει στα πιο βαθιά, τα ναρκοθετημένα, ψυχικά βάραθρα του συγγραφέα. Το μέγεθος της συγκίνησης, η επίμονη υπερβολή ρεαλιστικών μορφών και πραγμάτων , η αντίθεση, ως ενυπάρχον στοιχείο στον άνθρωπο, όλα τούτα διαγράφουν το τοπίο Χειμωνά στη νεοελληνική πεζογραφία. Ο Γιώργος Χειμωνάς κατευθύνει το λόγο στο οριακό τέλος του. Μαζί και τον άνθρωπο. Ο λόγος που τελειώνει και οι άνθρωποι που μεταβάλλονται σε είδωλα, εμπρός στις παραμορφώσεις ενός καθρέφτη που θυμίζει και ονομάζεται χρόνος. Η λογοτεχνία του συνιστά μια φιλοσοφημένη, ανθρωπολογική τέχνη, βαθιά ανθρώπινη, σχεδόν ιερή. Παρά την επισήμανσή του ο συγγραφέας μιλά για όλους εκείνους που έχουν την ίδια φωνή και πάντα θα μιλούν με μια ίδια διάλεκτο μέσα από τα σφιγμένα στόματα. «Πόσος χρόνος πέρασε από το νερό;», αναρωτιέται και θρηνεί, με πάθος ανθρώπινο, το τέλος του χρόνου και το τέλος των ανθρώπων. Ίσως και να πρόκειται για προφητεία.
– Λόγω αυτής της ιδιομορφίας του λόγου του τον ακολουθούν, δυστυχώς ολίγοι, τον θαυμάζουν και τον ερωτεύονται. Οι υπόλοιποι τον αγνοούν και του γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη. Ίσως γι’ αυτούς έγραψε ο καθηγητής Λίνος Πολίτης, «Ο Γιώργος Χειμωνάς είναι ένας συγγραφέας που δε διαβάζεται εύκολα» Εν αντιθέσει με τον συγγραφέα που διατείνονταν πως «τον λόγο του τον καταλαβαίνουν τα παιδιά και οι Αιγύπτιοι ψαράδες στην Καβάλα».
– Θέλω να σας διηγηθώ μια ιστορία, τους είπε, όταν τους συνάντησε στο παραλιακό “Παλλάδιο”. Την ιστορία μου. Αφού, ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία. Το μοναδικό χρέος που αναγνωρίζω σ’ έναν άνθρωπο, είναι να αφηγηθεί μια ιστορία.
Γιώργος Χειμωνάς, Από την Καβάλα όπου γεννήθηκα… το χαρισμένο
Από την Καβάλα, όπου γεννήθηκα, έφυγα τριών χρονών, όταν όλη η οικογένεια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Θεσσαλονίκη. Από αυτήν την σύντομη πρώτη μου ζωή στην Καβάλα κράτησα τέσσερις αισθήσεις που αργότερα αναπτύχθηκαν σε μόνιμες συγκινησιακές λειτουργίες. Αυτές όρισαν τους τρόπους μου να ζω ως σήμερα. Αυτά τα τέσσερα στοιχεία είναι η γραφή μου. Οι τέσσερις γωνίες του τετραγώνου: η μία είναι το θαυμαστό, η άλλη ο έρωτας, η τρίτη ο φόβος και η τέταρτη ο οίκτος. Στο ψάξιμο αυτών των τόπων έγκειται και η συνέχισή τους. Διερευνά μια μνήμη στοιχειωμένη από ειρμούς, εικόνες, αισθήσεις που δεν αφορούν μόνο τη δική μου προσωπική ζωή αλλά την ιστορία και τη μνήμη του καιρού μου.
* Οι τέσσερις αισθήσεις της πρώτης του ζωής: η Φαντασμαγορία, ο Φόβος, ο Έρωτας, ο Κλέφτης… Πρώτη δημοσίευση: Καβάλα, περ. Υπόστεγο τχ. 6, Καλοκαίρι 1992, Άτιτλο. Γιώργος Χειμωνάς: Από την Καβάλα, όπου γεννήθηκα… [Αναδημοσίευση, επεξεργασμένο και με τον τίτλο Γιώργος Χειμωνάς: Καβάλα, 1939. στο βιβλίο Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ; Δημόσια κείμενα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1995]
1) Η φαντασμαγορία
άνοιξα με κόπο το παλιό ντουλάπι του τοίχου. Κάτω, χαμηλά, ανάμεσα σε άχρηστα σκοτεινά υφάσματα, είδα να λάμπει, να φωτίζει βαθειά την όρασή μου μια παράξενη, πολύτιμη χοντρή ζώνη. Είχε εκτυφλωτικά κίτρινα και ιώδη χρώματα σαν κεντημένα πάνω σ’ ένα ιδρωμένο κυανό. Την ακούμπησα και η αφή της μου έδωσε ανάλογα αισθήματα που ακόμα υπάρχουν στα δάχτυλά μου, μια υγρασία που την προκάλεσαν τρυφερές, βασιλικές, πεθαμένες θωπείες. Ξαφνικά η ζώνη χάθηκε μπροστά στα μάτια μου και ποτέ ξανά δεν την βρήκα, όσο κι αν έψαξα. Το είπα στην γριά Άρτεμις, που μας φρόντιζε, εμάς τα παιδιά. Η γριούλα άρχισε να ξεφωνίζει τρομαγμένη: «Φίδι!», «Φίδι!» φώναζε κι έψαχνε και φιλούσε τα δάχτυλά μου. Δίπλα στο σπίτι μας ήταν ερείπια και άγριοι θάμνοι κι εκεί υπήρχαν πολλά φίδια.
2) Ο φόβος
στο τελευταίο, μπαίνοντας αριστερά στο σπίτι, δωμάτιο ακουγόταν συνέχεια, όταν φυσούσε αέρας τον χειμώνα, ένας βόγγος, βασανισμένος και άγριος. Το δωμάτιο ήταν πάντα κλειδωμένο. Ήταν σαν μια αποθήκη. Αλλά εγώ ήξερα ότι εκεί μέσα ήταν φυλακισμένο, δεμένο, ένα άγνωστο πληγωμένο ζώο που ποτέ δεν έπρεπε να ελευθερωθεί. Γι’ αυτό, το δωμάτιο εκείνο έπρεπε να είναι πάντα κλειστό. Όλα τα σπίτια, όλες οι οικογένειες έχουν πάντα ένα τέτοιο δωμάτιο και κρατούν εκεί, ως το τέλος, αφανέρωτο το μεγάλο τρομαχτικό ζώο, γεννημένο κι αυτό μέσα στην οικογένεια.
3) Ο έρωτας
το σπίτι μας ήταν απέναντι από το Ιμαρέτ κι από το μεγάλο παράθυρο της κάμαράς μου έβλεπα το λιμάνι, την θάλασσα. Κυρίως πρόσεχα τις βάρκες. Τα πλαγιασμένα ακίνητα σώματά τους λικνίζονταν ελαφριά, με ένα ήμερο χορτασμένο άφημα επάνω στα στερεά βαθειά νερά. Αισθανόμουν την διαρκή, ατέλειωτη ηδονή που ρουφούσαν από την θάλασσα, μέχρι να σαπίσουν και να πεταχθούν ψόφιες στην ακτή οι βάρκες.
4) Ο κλέφτης
μια ταραχή είχε απλωθεί σ’ όλα τα σπίτια, επειδή κυκλοφορούσε ένας κλέφτης, που ήξερε πολλούς και μυστικούς τρόπους να μπαίνει από τις κλειδωμένες εξώθυρες και τα παράθυρα τις νύχτες. Ήξερα τί μορφή είχε αυτό το πλάσμα: Το σώμα του ήταν εντελώς επίπεδο, από μαύρο χαρτόνι, και το κεφάλι του τριγωνικό. Γλυστρούσε εύκολα μέσα από τις χαραμάδες και έκλεβε σιωπηλά από την ζωή μας. Ολόκληρη η ζωή μας γλυστράει και φεύγει πάνω σε φτυάρια από μαύρο χαρτόνι, τους ανθρώπους.
Ποιητή, αφιλόξενη στάθηκε για σένα η γενέτειρα. Το ίδιο για τις επιθυμίες σου, που τις ταξίδεψε στο Βόρειο Αιγαίο ο άνεμος του Φάρου, το κύμα του Μονόπετρου, που τόσο αγαπούσες. Στους εδώ φίλους σου δεν επέτρεψε ο προμηθέας του Άδη, Χάροντας, να τοποθετήσουν τον οβολό κάτω από τη γλώσσα σου. Καθιστώντας, λένε, την ψυχή σου ελεύθερη, να πλανάται εσαεί σε τούτο τον βράχο από γρανίτη.
Ποιητή, απεβίωσες στις 27 Φεβρουαρίου 2.000 στα ένδοξα Παρίσια. Σκάλα ξηράς και σκάλα θαλάσσης προς τα έγκατα, καθώς θυμούνται οι άλλοι για σένα όσα εσύ είχες ξεχάσει. Αυτό έπαθες, κύριε Γιώργο μας: Ξέχασες ότι ήσουν μόνο 61 χρονώ.
Αλλοίμονο!


