Της Μαρίας Κόντα
Hεπίκληση στην αυθεντία (argumentum ad verecundiam) είναι ένα επιχείρημα όπου ένας ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως αληθής κυρίως επειδή το είπε μια «φιγούρα» αυθεντίας.
Τώρα, αν αναγάγουμε αυτήν την απλή θέση στο θεσμικό επίπεδο, βλέπουμε πώς οι κρατικές δομές και τα ψυχαναλυτικά πλαίσια εισάγουν συχνά με τρόπο λαθραίο θεολογικά απομεινάρια, όπως ο απόλυτος «Νόμος» ή ο «Πατέρας», για να διεκδικήσουν τεχνητά την εξουσία. Περνώντας στο κοινωνικό επίπεδο, οι κοινότητες που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ενιαία, ολοκληρωμένη ταυτότητα ολισθαίνουν επικίνδυνα προς τον ολοκληρωτισμό. Καθημερινά, ο παγκόσμιος τεχνο-καπιταλισμός, για παράδειγμα οι Tech Bros όπως ο Elon Musk & Co., αφαιρεί την εξουσία και τη νομιμότητα των δημοκρατικών θεσμών, πυροδοτώντας έτσι αμυντικά κύματα εθνικισμού.
Πριν λίγο καιρό παρουσιάσαμε μαζί με την ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου και με συντονιστή της συζήτησης τον δικηγόρο και εκδότη του περιοδικού Καμάρες Σεραφείμ Σανσαρίδη την ποιητική συλλογή του Νικόλα Κουτσοδόντη Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Εκδόσεις Θράκα, 2024), γραπτό διακριτού γιατί ευθαρσώς queer και με «κατηγορηματική» ιδεολογική στάση συγγραφέα («είμαι κομμουνιστής»). Η συνάντηση έλαβε μέρος στον πολυχώρο EPÀRCHÎA Design Boîte by MANTILITY το βράδυ της τελευταίας Τρίτης και μέρας του Ιουνίου.
Πριν συνεχίσω με την εκτίμηση της λογοτεχνικής αξίας της συλλογής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω στo αναγνωστικό κοινό το εξής: μέχρι σήμερα, νιώθω μεγαλύτερη έλξη για βιβλία και πράγματα που δεν καταλαβαίνω παρά για αυτά που καταλαβαίνω. Μόνο το μείγμα σκοτεινού νοήματος και αναζήτησης με γοητεύει. Ό,τι είναι άμεσα κατανοητό εμποδίζει την συν-σκέψη, την παράλληλη με το διάβασμα σκέψη μου. Με άλλα λόγια, αυτό που με ενδιαφέρει να τονίσω εδώ είναι ότι οποιαδήποτε απαίτηση σαφήνειας και καταληπτότητας στην πραγματικότητα είναι για μένα μη φιλοσοφική.
Από αυτή την άποψη, το βιβλίο μου ήταν κατανοητό και κατά συνέπεια άχρωμο. Έχω ασχοληθεί εκτενώς με θεωρία queer σε ακαδημαϊκό επίπεδο πριν από μία δεκαετία και πλέον δεν με ιντριγκάρει. Το πρόβλημα, όμως, ξεκίνησε με τις αναφορές και τα παραθέματα του Κουτσοδόντη στον εθνικισμό, το μίσος για τον εαυτό, τη διάκριση μεταξύ χειρωνακτικής εργασίας και ιδανικών επιτευγμάτων, και ένα επίγραμμα του Γαλλοελβετού Διαφωτιστή Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (1712-1778). Ευθέως, λοιπόν, εκτιμώ ότι ο συγγραφέας δεν έχει αφομοιώσει πλήρως ούτε αυτές τις αναφορές ούτε και τις υπόλοιπες, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον είναι διασκορπισμένες και απομονωμένες η μία από την άλλη, έτσι ώστε να μην σχηματίζουν μια συνεκτική ιδέα.
Ας δούμε τις αναφορές: στο ποίημα Ο Τιμ και ο Πητ τα ξαναφτιάχνουν στη σελίδα 34, διαβάζουμε για ένα υποκείμενο πρώτου πληθυντικού: «Μισήσαμε τόσο τον εαυτό μας, γκώσαμε χρόνια τώρα». Το μίσος προς τον εαυτό δεν είναι, για να χρησιμοποιήσω μια γαλλική φράση, ένα n´importe quoi (στα ελληνικά: δεν το ξεστομίζουμε «στα κουτουρού»).
Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή: η Ευρώπη και γενικότερα η Δύση δημιουργήθηκε από μια σύνδεση που ήταν ταυτόχρονα και αντίφαση, δηλαδή την επινόηση ενός ανθρώπινου τύπου, είτε τον εννοούμε με νομική, είτε με ψυχολογική είτε με μεταφυσική έννοια: το «υποκείμενο» μιας αυτονομίας που του ανήκει και, ταυτόχρονα, μιας ετερονομίας όχι λιγότερο δικής του. Η διπλή σύσταση υπονοεί ότι η μία πλευρά απωθεί την άλλη: το υποκείμενο ή ο Ευρωπαίος δεν θέλει να γνωρίζει τίποτα για τη μία πλευρά, ή ακόμα και για την ίδια τη δυαδικότητα.
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση δεν εμποδίζει το «υποκείμενο» να είναι επιχειρηματικό και παραγωγικό. Αντίθετα, η εσωτερική σύγκρουση είναι η ίδια η πηγή της ισχυρής πρωτοβουλίας και της παραγωγικότητας που το χαρακτηρίζει. Η αυτονομία απαιτεί από το «υποκείμενο» να γίνει κύριος και κάτοχος της φύσης, ενώ η ετερονομία απαιτεί από το ίδιο να διοχετεύει κάθε πρωτοβουλία προς οτιδήποτε διέπεται από ένα ιδανικό.
Ας θυμίσουμε στο αναγνωστικό κοινό ότι στη σελίδα 27 ο Κουτσοδόντης παραθέτει ένα απόσπασμα του Σολ Μπέλοου (1915-2005) ως επίγραμμα στο ποίημα Άρπαξε τη μέρα, που διαχωρίζει με ακρίβεια τη χειρωνακτική εργασία από την επιθυμία για διάκριση: «Έπρεπε να κάνω χειρωνακτική δουλειά σ’ όλη μου τη ζωή, αναλογίστηκε… Αλλά εγώ ήθελα να διακριθώ». Ο Μπέλοου, εβραϊκής καταγωγής Καναδο-Αμερικανός και τιμημένος με το Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1976), είναι ο μοναδικός συγγραφέας που έχει κερδίσει τρεις φορές το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για έργο μυθοπλασίας.
Συνεχίζουμε: στην ιστορία της Δύσης, καθεμία από τις δύο απαιτήσεις ακυρώνει συνεχώς την άλλη. Η ασυμβατότητα των δύο πλευρών σε συνδυασμό με την πιο ορατή και αποτελεσματική δύναμη της αυτονομίας οδήγησε στο ίσως μοναδικό φαινόμενο του εσωτερικού αποκλεισμού ενός «εκπροσώπου» της δεύτερης πλευράς: του Εβραίου. Ο Εβραίος είναι ένας μοναδικός εκπρόσωπος και επομένως άμεσα ξεχωριστός, επειδή στην πλευρά της μοναδικότητας έχει ήδη ταυτοποιηθεί, ακόμη και επινοηθεί. Ακριβώς όπως αποσύρονται από τα «έθνη», οι Εβραίοι αποκόπτονται από αυτά. Αυτός ο αποκλεισμός δεν δημιουργεί ένα άλλο έθνος. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι «πρόκειται για ένα έθνος χωρίς εθνικισμό», δηλαδή, ένα έθνος που δεν είναι κλειστό στη δική του δύναμη και μέγεθος, αλλά εξαρχής προορισμένο για μια «υπερεθνική ευθύνη».
Στη σελίδα 31 του βιβλίου, στο ποίημα Σου έφερα πίτα της Σαντζίης ή επιστροφή στην Κύπρο γράφει ο Κουτσοδόντης, σύντομα και συμπυκνωμένα υποστήριζοντάς το με τη γνώση πρώτου ενικού προσώπου: «Σίχαμα ο εθνικισμός. Γνωρίζω». Τι γνωρίζει άραγε; Και ποιο είναι αυτό το «Εγώ» που μιλάει, και για απέχθεια μάλιστα;
Ας εξηγήσουμε περαιτέρω: διαμορφώνοντας τον εαυτό της ως υποκείμενο, η Ευρώπη-Δύση διαίρεσε αυτό το υποκείμενο σε ένα φωτεινό και ένα σκοτεινό μέρος, κατανεμημένο μεταξύ της κατάκτησης του κόσμου και της αυξανόμενης σύγχυσης μπροστά σε αυτήν την ίδια την κατάκτηση. Γνωρίζουμε ότι ο Ρουσσώ όχι μόνο είναι η κεντρική μορφή στον αναπροσανατολισμό της λογικής που θέτει αμφιβολίες πάνω στον εαυτό της, αλλά και ένας από τους λίγους θαυμαστές της μακροζωίας και της σταθερότητας του εβραϊκού λαού. Μετά από αυτόν, μέσω της περίπλοκης, για να μην πούμε διεστραμμένης, διαδικασίας που οργανώνει όλη αυτή την ιστορία, οι Εβραίοι αρχίζουν να χαρακτηρίζονται ως οι παράγοντες του ευρωπαϊκού εκφυλισμού. Με κατάληξη το Ολοκαύτωμα….
Ως επίγραμμα του ποιήματος Κλουβί για ένα λουλούδι (σελίδα 15) ο Κουτσοδόντης παραθέτει ένα απόσπασμα από το θεμελιώδες κείμενό του Ρουσσώ Λόγος περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων (1755), όπου ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι η ηθική και πολιτική ανισότητα είναι ένα τεχνητό κατασκεύασμα που γεννήθηκε από τη δημιουργία της κοινωνίας των πολιτών και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Σε αντίθεση με τους άλλους δύο διανοητές της πολιτικής φιλοσοφίας του Διαφωτισμού Τόμας Χομπς (1588-1679) και Τζον Λοκ (1632-1704), ο Ρουσσώ εξετάζει το δίπολο φυσική κατάσταση του ανθρώπου-κοινωνικό συμβόλαιο σε δύο διαφορετικά βιβλία.
Πολύ γρήγορα: είναι αναγκαία τόσα πολλά παραθέματα; Το επίγραμμα από τον Ρουσσώ δεν έχει σχεδόν καμία χρησιμότητα για να κατανοήσουμε το νόημα και τη γλώσσα του ποιήματος. Χρειάζεται να ξεχωρίσει αυτά τα θέματα και αυτούς τους συγγραφείς; Για παράδειγμα, σχετικά με τη διάκριση μεταξύ χειρωνακτικής εργασίας και ποίησης, αντί για τον πολυγαμικό Μπέλοου θα μπορούσε να παραθέσει έναν ομοφυλόφιλο συγγραφέα. Δεν συμβαίνει άλλωστε ότι κάθε πράξη ξεχωρίσματος φέρνει από την πίσω πόρτα αυτό ακριβώς που καταπολεμά;
Θα ήθελα να επισημάνω στον Κουτσοδόντη ότι η «λογοτεχνία» (ή η «γραφή») είναι αυτό που, μέσα στην επικοινωνία των λογοτεχνικών έργων διακόπτει τον «μύθο», δίνοντας φωνή στο είναι-από-κοινού που δεν έχει «μύθο» και δεν μπορεί να έχει. Ή ακόμη καλύτερα: επειδή αυτό το είναι-από-κοινού δεν υπάρχει πουθενά, δηλαδή σε κάποιο μυθικό μέρος που θα μπορούσε να μας αποκαλυφθεί, δεν είναι η λογοτεχνία που του δίνει φωνή, αλλά είναι το ίδιο το είναι-από-κοινού λογοτεχνικό.
Εν κατακλείδι: χωρίς τη μέθεξη του είναι-από-κοινού, μου είναι αβέβαιο ότι ο Κουτσοδόντης θα προχωρήσει πολύ περισσότερο σε αυτήν την ήδη ασταθή πορεία. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς μια φασαρία.
H Μαρία Κόντα είναι Ακαδημαϊκός
