Της Μαρίας Κόντα
Αν υπάρχει κάτι που έμαθα από τον αείμνηστο μέντορα και φίλο μου Ζαν-Λυκ Νανσί ως βίωμα και εμπειρία, και πολύ λιγότερο ως φιλοσοφικό μάθημα μέσα στην τάξη, είναι ότι για να σκεφτώ το πένθος, πρέπει να καταλάβω ότι το τέλος θα έχει ήδη υπάρξει από την αρχή, ότι το πένθος θα έχει ήδη ξεκινήσει με την πρώτη συνάντηση, το πρώτο ίχνος, θεσπίζοντας ταυτόχρονα τη φιλία με τον άλλον και τη σχέση του ενός με τον εαυτό του.
Σε αντίθεση με την κοινότοπη άποψη, επομένως, το πένθος δεν περιμένει τον πραγματικό θάνατο του φίλου. Αυτή η δομική αναγκαιότητα, φυσικά, δεν αποκλείει, δεν αναιρεί ούτε βέβαια αναστέλλει την έκπληξη, την πληγή ή το τραύμα του γεγονότος του τέλους όταν αυτό «πραγματικά» φτάνει. Η στιγμή που έρχεται το πένθος παραμένει κάθε φορά μοναδική και πάντα σαν να είναι η πρώτη φορά.
Στα τέλη του περασμένου Μαΐου γνώρισα τον συγγραφέα Θάνο Σταθόπουλο στην Αθήνα. Εκεί, σε ένα από τα κεντρικά στέκια της πόλης, μου χάρισε το τελευταίο του βιβλίο, Πρόσληψη Τροφής (Τεχνοδρόμιον, Μάρτιος 2026), χαρούμενος για τη δια ζώσης συζήτησή μας. (Οι λεπτομέρειες της συνάντησής μας δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικές: δεν μπόρεσα να παραβρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου Υποχόνδριος. Νοσοβιογραφία (Κυψέλη, 2026) του Στέλιου Παπαγρηγορίου που συμμετείχε μαζί με τον Νικήτα Σινιóσoγλου την προηγούμενη μέρα, καθώς είχα ήδη σχεδιάσει να παρακολουθήσω τη θεατρική παράσταση «Ο Παρείσακτος» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ένα έργο βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Νανσί για τη μεταμόσχευση καρδιάς.)
Οι κριτικοί χαρακτήρισαν το βιβλίο του ως αυτοβιογραφική αφήγηση ή συναισθηματική νέκυια. Ο φίλος του και συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης δεν έψαξε βαθύτερα. Απλώς το διαφήμισε κατά τον δικό του, ιδιοσυγκρασιακό γιατί ανούσιο, τρόπο. Αυστηρά μιλώντας, πρόκειται για μια σειρά «νεκρολογιών» διάσημων φίλων του Σταθόπουλου, όπως οι Χατζιδάκις, Ταχτσής, Καρούζος, Δενέγρης, Λασσιθιωτάκη, Σαββίδου, και άλλοι, με κάποια στοιχεία φιλοσοφικού μυθιστορήματος ενηλικίωσης. Η εξαιρετική του αρετή: η απρόσκοπτη αλληλουχία· η διακειμενικότητά του: κομψή. Απαλή, τρυφερή, επιμελής γραφή.
Στις σελίδες του ανακάλυψα ότι ο Σταθόπουλος είχε μια διετή σχέση (1990-1992, ακριβώς όταν ο Νανσί έλαβε τη νέα καρδιά) με την αείμνηστη Ελένη (Λίζυ) Λασσιθιωτάκη, καθηγήτρια φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ και στενή φίλη και συνεργάτιδα του Γάλλου υπαρξιστή Ζαν-Πολ Σαρτρ.
Αυτό ήταν! Το καλοκαίρι μου ξεκίνησε με μια εντατική φιλοσοφική έρευνα πάνω στη σχέση του Νανσί με τον Σαρτρ (από τα πρώτα του κείμενα της δεκαετίας του 1960 στο Esprit μέχρι τον θάνατό του), σαν να όφειλα να εξηγήσω στον Σταθόπουλο γιατί η σχέση με τη Λίζυ ήταν καταδικασμένη να αποτύχει, εκεί ακριβώς όπου ο ίδιος αδυνατούσε να αντιληφθεί ή να προβλέψει.
Διαβάζουμε ότι ο Σταθόπουλος πρωτοείδε τη Λασσιθιωτάκη τον Νοέμβριο του 1989, αλλά στην πραγματικότητα τη συνάντησε το 1990 παρουσία του Νίκου Καρούζου, του οποίου ο θάνατος αποτελεί μια ιστορία μέσα στην τρέχουσα νεκρολογία. Η Λασσιθιωτάκη άσκησε εκτυφλωτική επίδραση στον Σταθόπουλο, πρώτα ως καλλονή και στη συνέχεια ως φιλόσοφος. Το νεκρολογικό σημείωμα είναι γεμάτο με άμεσες αναφορές στον Σαρτρ: Ναυτία, Νοσταλγία της Λασσιθιωτάκη, η μετάφραση του Το είναι και το μηδέν του Κωστή Παπαγιώργη, Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, Ο Σαρτρ και οι δρόμοι της ελευθερίας πάλι της Λασσιθιωτάκη. Όλα αυτά λιτά ακολουθούνται από άλλες του Ρολάν Μπαρτ και του Μισέλ Φουκώ, και εν παρόδω από τα ονόματα του Μισέλ Σερ και Ζακ Λακάν.
Μερικές επισημάνσεις:
- Ακόμα κι αν τα γεγονότα του 1989 στη Γερμανία (η πτώση του Τείχους του Βερολίνου) απλώς καταγράφουν την κατάρρευση του κομμουνισμού, και ο Σταθόπουλος αναφέρει ξεκάθαρα ότι άφησε τότε πίσω του το Βερολίνο (αδύναμη πληροφορία), στη Γαλλία ο Νανσί είχε ήδη απαντήσει σε αυτήν την κατάρρευση με την ιδέα μιας κοινότητας ως εξωτερικότητα και έκθεση μακριά από τον εμμενισμό, την υπόσταση και την εσωτερικότητα του κομμουνισμού.
- Ο Σταθόπουλος αναφέρει ότι, ενώ ο Καρούζος αδιαφόρησε μπροστά στην ομορφιά της Λίζυ, ο ίδιος την «αιχμαλώτισε». Δεν είναι μήπως ότι, ήδη από εκείνη τη στιγμή, ο ίδιος του αιχμαλωτίζεται στο αδιέξοδο ή τα «διπλά δεσμά» της ταυτόχρονης ανάγκης να οικειοποιηθεί τη Λίζυ (ώστε να μην την εγκαταλείψει στην αδιαφορία, όπως ο Καρούζος) και να μην την οικειοποιηθεί (ώστε να σεβαστεί την μοναδικότητα και την άπειρη εξωτερικότητά της); Ως εκ τούτου, δεν είχε ήδη παραδοθεί σε μια «άπιστη πιστότητα»; Και τι καθορίζει την πίστη/απιστία στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό και πολιτικό πλαίσιο που δεν ισχύει για τον Καρούζο;
- Τι σημασία ή βάρος έχει η αντιμετώπιση του Θάνου από τη Λίζυ για τη λογοτεχνία; Για εκείνη ο Θάνος έχει «έξυπνο πρόσωπο», και αργότερα η ίδια πάλι τον «ξόρκιζε χτυπώντας τον στο στήθος». Δεν έχει, άραγε, ακούσει ο Σταθόπουλος μέχρι σήμερα, ότι ήδη εν έτει 1963 (χρονιά γέννησής του και η σημερινή πραγματική του ηλικία) ήταν άχρηστο να «χτυπά κάποιος το στήθος του Δυτικού ανθρώπου» α λα Σαρτρ γιατί προσεκτικός «στις πνευματικές αξίες της Ανατολής»; Δεν γνώριζε, έστω και βιωματικά ότι ούτε η «προσωποκρατία» ούτε ο Σαρτρ κατάφεραν ποτέ να κάνουν κάτι περισσότερο από το να επικαλύψουν το πιο κλασικό άτομο-υποκείμενο με μια ηθική ή κοινωνιολογική σάλτσα; Ποτέ δεν το παρέκκλιναν έξω από τον εαυτό του, πέρα από εκείνο το όριο που ανοίγει το είναι-από-κοινού. Ως ασήμαντος ατομισμός, ο ατομικισμός τείνει να ξεχνά ότι το άτομο είναι ένας κόσμος. Γιατί, άραγε, απουσιάζει ο όρος «παρέγκλιση» από την αφήγησή του;
- Από ποια στιγμή η αγάπη του Σταθόπουλου έγινε ο ίδιος ο Θεός, ταυτίζοντας με πάθος την άλλην και επομένως μειώνοντας την ετερότητά της για να «πετύχει» την άπειρη συμβατότητα των απείρως ασυμβίβαστων, όπως υποδηλώνει η παράθεση του ψαλμού 62:9 «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου»; Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η «φιλοσοφία» είναι αφομοιώσιμη τροφή, που δεν είναι, η πίστη είναι εμπιστοσύνη χωρίς εγγυήσεις.
- Οι μεταφράσεις του Παπαγιώργη άλλων ξένων στοχαστών που απομακρύνθηκαν από τον Σαρτρ είναι πολύ περισσότερες από Το είναι και το μηδέν για να αποτελεί ορόσημο στη συγκεκριμένη νεκρολογία. Δεν του είπε ποτέ ο Παπαγιώργης, ο οποίος αφιέρωσε πολύ χρόνο στη μελέτη του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάϊντεγκερ, ότι ο Σαρτρ παρερμήνευσε το είναι-προς-θάνατον του τελευταίου;
- Αντίστροφα, δεν υπάρχει μηδενικός βαθμός στη γραφή και η αναφορά του Σταθόπουλου στο Ο βαθμός μηδέν της γραφής του Μπαρτ, όπου ο τελευταίος υποστηρίζει ότι η «στρατευμένη» γραφή του Σαρτρ επιβαρυνόταν από αυθαίρετες πολιτικές ιδεολογίες και ηθική, είναι ισχνή. Στη γραφή υπάρχει κάτι που δίνεται, η πληρότητα μιας κατάστασης και το γίγνεσθαι της. Με άλλα λόγια, το να δίνει κάποιος, που σημαίνει να παίρνει, και το να δίνει ενόσω συγκροτεί νόημα από κοινού που ξεπερνά το εμείς.
- Αναγκασμένος να θρηνήσει για περισσότερες από μία γυναίκες, και αναγκασμένος να το κάνει με τον ίδιο ρητορικά κωδικοποιημένο τρόπο, μέσω των ίδιων λογοτεχνικών χειρονομιών, όπως βλέπουμε στην επόμενη και τελευταία νεκρολογία της Κούλας Σαββίδου, τελικά ο Σταθόπουλος προδίδει τη μοναδική ενικότητα της νεκρής του φίλης.
Κύριε Σταθόπουλε: η αγάπη είναι η σχέση με τον θνητό χαρακτήρα του άλλου. Φθάνει να διακρίνετε ότι η γαλλική λέξη για τον θάνατο (la mort-γένους θηλυκού) είναι ομόηχη της ισπανικής για την αγάπη (el amor-γένους αρσενικού).
Η Μαρία Κόντα είναι Ακαδημαϊκός
