Όταν ο γλύπτης Ιωάννης Βούλγαρης ανέλαβε να φιλοτεχνήσει το πρώτο Ηρώο της Καβάλας –το γνωστό σε όλους μας λιοντάρι–, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, προηγήθηκε της κατασκευής του μνημείου η δημιουργία ενός προπλάσματος σε μικρότερη κλίμακα.

Το πρόπλασμα αυτό σώζεται μέχρι σήμερα στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών (βλ. Γουλάκη-Βουτυρά Αλεξάνδρα, Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών (κατάλογος συλλογής γλυπτών), Εκδόσεις Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, 1990, σ. 65).

Αν όμως παρατηρήσει κανείς προσεκτικά το πρόπλασμα και το αντιπαραβάλει με την τελική μορφή του Λέοντα, που από το 1945 βρίσκεται στις Καμάρες, θα διαπιστώσει εμφανείς διαφορές στις αναλογίες των δύο γλυπτών.
Στην τελική μορφή τα μπροστινά πόδια του Λέοντα είναι περισσότερο λυγισμένα, ενώ ο κορμός του εμφανίζεται κοντύτερος από εκείνον του προπλάσματος.

Την απόκλιση αυτή φέρεται να είχε παρατηρήσει ήδη ο καταγόμενος από την Τήνο Καβαλιώτης μαρμαροτεχνίτης Μάρκος Δ. Λαμπαδίτης, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Βούλγαρη για την κατασκευή του βάθρου του μνημείου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που διασώθηκε, ο Λαμπαδίτης επεσήμανε τη διαφορά στον ίδιο τον γλύπτη.

Ο Βούλγαρης, αφού τον επαίνεσε για την παρατηρητικότητά του, του εξήγησε ότι ο όγκος του ακατέργαστου μαρμάρου που προοριζόταν για το άγαλμα είχε κοπεί κοντύτερος από όσο απαιτούσε το αρχικό σχέδιο. Αναγκάστηκε, επομένως, να προσαρμόσει τη μορφή του Λέοντα στις διαστάσεις του μαρμάρου που είχε πλέον στη διάθεσή του.

Έτσι εξηγείται η διαφορά που ακόμη και σήμερα μπορεί να παρατηρήσει κανείς ανάμεσα στο σωζόμενο πρόπλασμα και στο τελικό έργο, το οποίο τοποθετήθηκε αρχικά στον Δημοτικό Κήπο της Καβάλας. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταφέρθηκε από τις βουλγαρικές αρχές στο στρατόπεδο στα ανατολικά της πόλης και στις 15 Αυγούστου 1945 επανατοποθετήθηκε στον κεντρικό ιστό της Καβάλας.

Η ιστορία αυτή πιθανότατα θα μου είχε διαφύγει, όπως και σε πολλούς ακόμη Καβαλιώτες, αν δεν μου την είχε μεταφέρει η συμπολίτισσά μας και ξεναγός Μαριάννα Χριστοφόρου. Σύμφωνα με την ίδια, την πληροφορία αυτή της είχε μεταφέρει ο Δημήτρης Λαμπαδίτης, γιος του Μάρκου.

Την ευχαριστώ θερμά τόσο για την πολύτιμη μαρτυρία όσο και για την προθυμία της να μου επιτρέψει να την καταγράψω σε βίντεο, ώστε να τη μοιραστεί με όλους μας:
