Την 15η Αυγούστου, ημέρα εορτασμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, πλήθος πιστών επισκέπτεται την Ιερά Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο Όρος.

Το μοναστήρι είναι ένα από τα παλαιότερα της Ευρώπης, η ίδρυση του οποίου ανάγεται στον 5ο αιώνα μ.Χ. Η τοποθεσία της μονής παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα να ανήκει διοικητικά στο νομό Σερρών (Δήμος Αμφίπολης), εκκλησιαστικά να υπάγεται στη Μητρόπολη Δράμας, ενώ από παλιά διατηρεί αναπόσπαστους και στενότατους δεσμούς με την περιοχή της Καβάλας.
Γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους κάτοικοι από όλες τις γύρω περιοχές συρρέουν κάθε χρόνο στο ιερό προσκύνημα της Μονής τον Δεκαπενταύγουστο.

Στην είσοδο της Μονής, πριν από τον εσωτερικό περίβολο, συναντούμε δύο ψηφιδωτές συνθέσεις. Η πρώτη απεικονίζει την Παναγία Εικοσιφοίνισσα να χαιρετά και να ευλογεί μαζί με τον Χριστό. Η δεύτερη παρουσιάζει τους κτήτορες της Μονής Άγιους Γερμάνο και Διονύσιο.


Αυτό που διαφεύγει της προσοχής των περισσότερων είναι το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα ψηφιδωτά δεν είναι τυχαία έργα τέχνης, αλλά δημιουργήματα ενός σπουδαίου δάσκαλου, η υπογραφή του οποίου υφίσταται επί των έργων και ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ακαδημαϊκό δάσκαλο Ιωάννη Κολέφα.

Ο Γιάννης Κολέφας γεννήθηκε στην Ήπειρο (Σταυροσκιάδι Πωγωνίου) το έτος 1927 και πέθανε στην Αθήνα το έτος 1986. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών δίπλα στο Γιάννη Μόραλη, στη συνέχεια με υποτροφία της ιταλικής κυβέρνησης στη Φλωρεντία και τελικά -με υποτροφία και πάλι του Ελληνικού Κράτους- στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ραβέννας, όπου εξειδικεύθηκε στην τέχνη των ψηφιδωτών.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ως καταρτισμένος ψηφιδογράφος, εργάσθηκε στη συντήρηση και αποκατάσταση σημαντικών μνημείων της πολιτιστικής μας κληρονομίας, όπως η Νέα Μονή της Χίου, η Μονή Δαφνίου Αττικής, αλλά και σε σημεία αρχαιολογικών ανασκαφών, όπως στη Θάσο και στους Φίλιππους Καβάλας.
Εργαζόμενος στο Βυζαντινό Μουσείο και στη συνέχεια ως καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών στην τέχνη του ψηφιδωτού βοήθησε στην αναβίωση του ψηφιδωτού στον Ελλαδικό χώρο.

Ως καλλιτέχνης, ο Γιάννης Κολέφας είχε την ευλογία να έχει συνολική θεώρηση της ελληνικής τέχνης και παράδοσης, ιδωμένη μέσα από το πρίσμα του ψηφιδωτού, το οποίο σημειωτέον αποτέλεσε την κορυφαία έκφανση της βυζαντινής τέχνης.

Η θεματολογία του κινείται στους χώρους με τον οποίους ήρθε σε επαφή, ενώ στο ζωγραφικό του έργο είναι ευδιάκριτες οι επιρροές του δασκάλου του Γιάννη Μόραλη.

Η παράδοση της Ηπείρου και της ελληνικής γενικότερα πραγματικότητας αποτυπώνονταν συχνά από τον χρωστήρα του. Ως άνθρωπος προερχόμενος από τα σπάργανα της ελληνικής υπαίθρου, γνώριζε και γοητευόταν από τη λαϊκή παράδοση, υιοθετώντας ως εκ τούτου πολλές φορές την έλλειψη της προοπτικής και τη μικρογραφία, ενώ σε άλλες συνθέσεις του παρουσιάζει την υψηλή καλλιτεχνική του κατάρτιση προσεγγίζοντας ρεαλιστικά τα θέματα.


Οι πιο ώριμες καλλιτεχνικά, μη τοπιογραφικές ζωγραφικές και ψηφιδωτές του συνθέσεις, έχουν να κάνουν με προσωπογραφίες και πορτρέτα. Σε αυτές διακρίνει κανείς τη δεινότητα του δημιουργού και την ικανότητά του να ψυχογραφεί το απεικονιζόμενο πρόσωπο.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, θεωρώ, που οι καθηγούμενοι της Ιεράς Μονής της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας επέλεξαν τα έργα ενός τόσο σπουδαίου δάσκαλου και καλλιτέχνη να είναι τα πρώτα με τα οποία οι προσκυνητές έρχονται σε επαφή με την είσοδό τους στο μοναστήρι. Κατά την επόμενη επίσκεψή μας λοιπόν στον χώρο, ας θυμηθούμε το όνομά του Γιάννη Κολέφα και ας του αποδώσουμε την τιμή που του αξίζει.

