Αφροδίτη φιλομειδής: Ποια λέξη κρύβει την άλλη; Ποια κάνει την άλλη να μειδιά;

Για τον Νικήτα Σινιόσογλου


 

Της Μαρίας Κόντα

 


Eδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελούσε πρόθεσή μου να γράψω για έναν δημιουργό τον οποίο ανακάλυψα πρόσφατα, και του οποίου το έργο με συντρόφευσε κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που έχω ορίσει ως «το καλοκαίρι των αργών πτώσεων». Η λεπτή ειρωνεία και το χιούμορ του ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τη δική μου νοητική λειτουργία, προσφέροντάς μου μια ουσιαστική διέξοδο αποσυμπίεσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο έργο του Ο καρπός της ασθενείας μου (2021), αναφέρει —σε ελεύθερη απόδοση— πως η θέα μιας γαλήνιας γάτας του προκαλεί την παράδοξη επιθυμία να τη “διαολίσει”, μια παρόρμηση την οποία ομολογώ πως έχω βιώσει κι εγώ στο παρελθόν.

Παράλληλα, οι αναφορές του στο νησί της καταγωγής του, τη Σίφνο, μου ανασύρουν μνήμες από τις ευτυχείς καλοκαιρινές διακοπές που πέρασα εκεί ως φιλοξενούμενη. Επιπλέον, η ημερολογιακή καταγραφή των περιπλανήσεών του σε ένα άλλο νησί/αρχιπέλαγος, τη Σιγκαπούρη, συνδέεται συνειρμικά με το σύγγραμμα Αποδόμηση του σεξ (2021) του Ζαν-Λυκ Νανσύ. Το εν λόγω αδημοσίευτο στα γαλλικά βιβλίο μου είχε αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον εκεί συνάδελφο, Ίρβινγκ Γκο (Irving Goh), ελάχιστες ώρες προτού ο Γάλλος φιλόσοφος φύγει από τη ζωή. Η συγκυρία αυτή με οδήγησε να μετατρέψω εσπευσμένα το κείμενο σε ομιλία για την προγραμματισμένη παρουσία μου με τον Νανσύ στο Hay Festival (το Woodstock του μυαλού/το Davos της κουλτούρας), επιτυγχάνοντας, με αυτόν τον τρόπο, μια συμβολική υπέρβαση του βιολογικού του θανάτου μέσω της ζωντανής ανάδειξης του έργου του.

Καθίσταται σαφές, βεβαίως, ότι οι ανωτέρω στοχασμοί συγκλίνουν στο πρόσωπο και το έργο του Νικήτα Σινιόσογλου.

Η απόφασή μου να αποτυπώσω τις σκέψεις αυτές τη δεδομένη στιγμή υπαγορεύεται από μια σειρά αλληλένδετων ερεθισμάτων. Πρώτον, αφορμή αποτελεί η διεισδυτική πολιτική ανάλυση του φίλου και συναδέλφου από το Στρασβούργο, Valentin Husson (Βαλεντίν Ουσσόν), αναφορικά με την παγκόσμια γεωπολιτική και κοινωνική κατάσταση. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, δεν διανύουμε μια τυπική προ-επαναστατική ή προ-αυταρχική περίοδο, αλλά μια φάση «προ-διαμορφωτική» (preconfigurational)· σε αυτήν, η συλλογική αγανάκτηση και η μνησικακία των μαζών (Foules ressentimentales, 2025) δεν λειτουργούν ως συνεκτική θεσμική αρχή, αλλά ως απλό σημείο ευκαιριακής συσπείρωσης. Η διαπίστωση αυτή εντείνεται αν αναλογιστεί κανείς τη ριζική μετάλλαξη του τεχνολογικού περιβάλλοντος, όπου ένα μεμονωμένο οπτικοακουστικό τεκμήριο (βίντεο) διαθέτει πλέον τη δυναμική να πυροδοτήσει άμεσες κοινωνικές κινητοποιήσεις, υπερβαίνοντας τα εθνικά σύνορα.

Δεύτερον, η ανάγκη αυτή επιτείνεται από τα πρόσφατα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια εκείνης της ημέρας, οι αστυνομικές δυνάμεις κατέστειλαν βίαια, με τη χρήση χημικών και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης, μια πολυπληθή αντιφασιστική πορεία. Η εν λόγω κινητοποίηση, στην οποία συμμετείχαν εργατικά σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι και αριστερές συλλογικότητες, είχε οργανωθεί ως αντίδραση στην προκλητική δημόσια παρέμβαση του καταδικασμένου πρώην στελέχους της Χρυσής Αυγής, Ηλία Κασιδιάρη.

Τρίτον, η ενασχόλησή μου αναζωπυρώθηκε από την πληροφορία (Facebook) ότι στην εκπομπή «Υλικό Ονείρων» της Πέννυς Τομπρή στον ραδιοφωνικό σταθμό 9.58fm της ΕΡΤ3, διαβάστηκαν αποσπάσματα από το έργο του Σινιόσογλου Μαύρες διαθήκες (2018), μια βαθιά κατάδυση στα όρια της ημερολογιακής γραφής και στη διάθλαση του ολοκληρωτισμού στον προσωπικό λόγο (εδώ με ενδιαφέρει μόνον του Χάιντεγκερ).

Τέταρτον, καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε ο τίτλος της πανεπιστημιακής ομιλίας του Καθηγητή Γιώργου Ξηροπαΐδη σχετικά με την αντίληψη του Χέγκελ και του Χάιντεγκερ για το «τέλος της φιλοσοφίας». Να σημειώσω ότι για τη συντριπτική πλειονότητα, μια τέτοια παραδοχή φαντάζει τόσο χονδροειδής/χυδαία —αν όχι γκροτέσκα— όσο το να κάνει κανείς λόγο για το «τέλος της αναπνοής» ως αναγκαία προϋπόθεση για ένα «εγχείρημα άπνοιας», εντός του οποίου καλούμαστε να διακρίνουμε το μέλλον μας.

Μια τέτοια θεώρηση προϋποθέτει, βεβαίως, ότι η φιλοσοφία συνιστά τη μοναδική ζωτική πνοή της πνευματικής και νοητικής μας ύπαρξης· και ακριβώς αυτό είναι το διακύβευμα που εντοπίζεται στην ειδοποιό διαφορά και την αντίθεση που εγκαθιδρύει ο Χάιντεγκερ ανάμεσα στη «φιλοσοφία» και τη «σκέψη».

Πέραν, όμως, από το θεωρητικό αυτό σχήμα, μόνον ο μεταμοσχευθείς ασθενής  Νανσύ βίωσε και έγραψε για τη σωματική αίσθηση ενός κενού που είχει ήδη διανοιχθεί στο στήθος του, «ένα είδους άπνοιας όπου τίποτα —απολύτως τίποτα, ακόμη και υπό το πρίσμα του παρόντος— δεν αποδεικνύεται ικανό να τον βοηθήσει να αποδιαρθρώσει το οργανικό στοιχείο από το συμβολικό και το φαντασιακό, ή να διαχωρίσει με σαφήνεια το συνεχές από το διακεκομμένο» (Corpus, 1992).

Αποκλειστικά και μόνο για αυτόν τον λόγο, θα επιθυμούσα να παρέμβω, προκειμένου να οριοθετήσω τις προσεγγίσεις του Σινιόσογλου.

Μαύρες διαθήκες

Το δοκίμιο Μαύρες διαθήκες χαρακτηρίζεται κατά περιόδους από μια υφολογική απλουστευτικότητα και εννοιολογική σύγχυση, ενώ η ερευνητική του μεθοδολογία στερείται της απαιτούμενης αυστηρότητας και ακρίβειας. Η αδυναμία αυτή καθίσταται εμφανής όταν η γραφή διολισθαίνει από τον δοκιμιακό στοχασμό σε μια αποσπασματική παράθεση εντυπώσεων, αφήνοντας μετέωρα τα φιλοσοφικά ζητούμενα που ο ίδιος θέτει προς διαπραγμάτευση. Προς αποφυγήν παρερμηνειών, ας διευκρινιστεί ότι είναι η εγγενής ασάφεια/αμφισημία του Χάιντεγκερ —και όχι το χάος της δευτερογενούς βιβλιογραφίας— εκείνη που συνιστά έναν σύνθετο και αμφίσημο πόρο για τη σκέψη.

Στη σελίδα 14 διαβάζουμε: «Τους βλέπει κανείς… να αναπτύσσουν πολύ προσωπικές και εσωστρεφείς εκδοχές της φασιστικής κοσμοαντίληψης, την οποία είχαν άλλοτε στηρίξει δημοσίως». Στην πραγματικότητα τα Μαύρα τετράδια καταδεικνύουν σαφέστερα την αυξανόμενη απόστασή του Χάιντεγκερ από τον Ναζισμό, αλλά, αναμφίβολα, αποκαλύπτουν και τον αντισημιτισμό του. Όντως έγραψε εκεί ότι ήταν σπουδαιότερος πολιτικός από όλη την πολιτική που είχε υπάρξει μέχρι τότε.

Πολύ αργότερα στη σελίδα 190 γράφει ο Σινιóσογλου: «Και ο Χάιντεγκερ προσέγγιζε το ναζιστικό καθεστώς διδάσκοντας Χέλντερλιν». Δύο απλές διευκρινίσεις: Εδώ δεν μιλάμε μόνο για το ζήτημα της ποίησης (Dichtung), και την ανάγνωση του Χέλντερλιν, αλλα συνάμα και για την κριτική και αποδομητική ανάγνωση του Νίτσε καθώς και για την προβληματική της ελευθερίας μέσω της ανάγνωσης της πραγματείας του Σέλινγκ. Και γενικώς για το ζήτημα της τέχνης και της αισθητικής. Σε αυτά τα κείμενα, στο εσωτερικό αυτών των κειμένων, ο Χάιντεγκερ ενεπλάκη σε έναν απέραντο διάλογο ή αν θέλετε αναμετρήθηκε με τον Εθνικοσοσιαλισμό όχι στη στενά πολιτική του πραγματικότητα αλλά στο τι συνιστά ο Εθνικοσοσιαλισμός, στην ιστορία της Δύσης· για το πώς αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, το επιστέγασμα αυτής της ιστορίας, καθώς και για τη μυστική του ουσία.

Η προβληματική συνεργασία του Σινιόσογλου με τον Ρίτσαρντ Γουόλιν

Ο ιστορικός Γουόλιν στερείται ακαδημαϊκής/φιλοσοφικής εντιμότητας. Δεν αναφέρομαι μόνο στην επεισοδιακή διαμάχη ανάμεσα στον Ζακ Ντερριντά και τον ίδιο, όπως άλλωστε την έχει ήδη επισημάνει στον Σινιόσογλου και ο Νικόλας Σεβαστάκης, καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ. Αλλά και στην αλλοίωση και παραποίηση του νοήματος των λεγομένων του Νανσύ στο βιβλίο Heidegger in Ruins. Between Philosophy and Ideology (2022).

Ο Κωστής Παπαγιώργης και η φιλοσοφία (και η μετάφρασή της)

 Δεν συμφωνώ με τον Σινιόσογλου ότι η Οντολογία του Χάιντεγκερ του Παπαγιώργη αποτελεί διττή αποτυχία. Έκανε κάτι ο Παπαγιώργης για να αποτύχει; Επιπλέον, ένας φοιτητής θα μπορούσε να γράψει μια τέτοια διατριβή, χωρίς να χρειάζεται να την αποκηρύξει.

Είναι αβάσιμος, επίσης, ο ισχυρισμός του στο ίδιο κείμενο ότι «από τον Μονταίν ως τον Παπαγιώργη το δοκίμιο συστήνεται ως απόρροια της ανομολόγητης αδυναμίας της φιλοσοφίας να αναμετρηθεί με τα συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής, όσα της ξεγλιστρούν όπως τα μικρά ψάρια απ’ τα δίχτυα, είτε πρόκειται για έναν ξυλοδαρμό, είτε για ένα μειδίαμα». Ο Νανσύ, ο οποίος παρεμπιπτόντως γεννήθηκε στο Μπορντό όπως ο Μονταίν και έχει ασχοληθεί ουσιαστικά με τον τελευταίο, έχει γράψει για το μειδίαμα της Αφροδίτης (Παιάνας για την Αφροδίτη, 1991). Όσον αφορά τον ξυλοδαρμό, παραθέτω αυτούσια τη σκέψη του Νανσύ από το κείμενο του «Εικόνα και βία» (2000): «Γι’ αυτόν τον λόγο, η βία είναι βαθύτατα ανόητη. Είναι ανόητη με την πιο έντονη σημασία, με την πιο χοντροκομμένη και ανεπανόρθωτη σημασία. Δεν πρόκειται για την ανοησία που πηγάζει από έλλειψη νοημοσύνης, αλλά για κάτι πολύ χειρότερο: είναι η ανοησία του «μαλάκα» [con]. Είναι η εσκεμμένη απουσία σκέψης, την οποία επιβάλλει μια άκαμπτη νοημοσύνη. (Χρησιμοποιώ σκόπιμα τη λέξη «μαλάκας» [twat/con], η οποία ενέχει διπλή βία: είναι βίαιη ως αργκό, αλλά και εξαιτίας της άσεμνης και παρεμβατικής εικόνας που προκαλεί.)».

Και αναρωτιέμαι: Όταν ο Παπαγιώργης «αποκήρυττε» το βιβλίο του, άραγε δεν αναλογίστηκε ότι, μαζί με αυτό, αποκήρυττε και το αμετάφραστο χαϊντεγκεριανό «νεύμα» (Winken), το οποίο μας μεταφέρει αμέσως στα όρια της «-λογίας» (ο «τελευταίος θεός» του Χάιντεγκερ) μια απόφαση που θα είχε συνέπειες και στο μεταφραστικό του έργο; Η φράση του Σινιόσογλου είναι ύποπτη: “ό,τι μας κλείνει το μάτι μες από τα απόμαχα κανόνια και τα τρύπια λάστιχα”. Εδώ παραπέμπω τον συγγραφέα στο κείμενο του Νανσύ “Για το θεϊκό νεύμα” στην Αποδόμηση του Χριστιανισμού (2005): «Το clin d’œil [το κλείσιμο του ματιού], μια έκφραση στην οποία θα επανέλθουμε, θα εισήγαγε άλλες συνδηλώσεις εξίσου ύποπτες, και μιας τάξης μεγέθους πιο φορτισμένης ή πιο ανέμελης από εκείνη του signe [σημείου] νοούμενου με την έννοια του Zeichen, του σημαίνοντος σημείου, του σημασιοδοτικού νοήματος — ακριβώς επειδή δεν πρόκειται περί αυτού εδώ».

Το άρθρο του Σινιόσογλου για τον Παπαγιώργη δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2020, σε μια περίοδο κατά την οποία ολοκλήρωνα την έρευνά μου σχετικά με την πανδημία του COVID-19, αναδεικνύοντας με κριτική οξύτητα την ανεπάρκεια και τα όρια των θεωρητικών επιχειρημάτων του Τζόρτζιο Αγκάμπεν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Παρά την έκταση αυτής της κριτικής, παρατηρείται ότι ο Σινιόσογλου συνεχίζει να προτείνει βιβλία (όπως του Πασκάλ Μπρύκνερ) που διάκεινται ευμενώς προς το αγκαμπενικό έργο, ενώ παράλληλα το βιβλιοπωλείο Μονόκλ, όπου δραστηριοποιείται με τις μεταμεσονύχτιες αναγνώσεις του, διατηρεί σε περίοπτη θέση της προθήκης του την αντίστοιχη ελληνική μετάφραση. Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν μια αξιοσημείωτη υστέρηση στην κριτική αποτίμηση και στην αναθεώρηση των εν λόγω θεωρητικών θέσεων από την πλευρά της εγχώριας πνευματικής και εκδοτικής κοινότητας.

Νικήτα,
Σε ό,τι αφορά τον εορτασμό του ονόματος της Μαρίας, το ελληνικό εορτολόγιο παρουσιάζει μια σαφή διχοτόμηση: την 15η Αυγούστου, η οποία είναι αφιερωμένη στην κατανυκτική Κοίμηση της Θεοτόκου, και την 21η Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία τιμάται η χαρμόσυνη Είσοδος του κοριτσιού Μαρίας στον Ναό. Η δεύτερη αυτή ημερομηνία ορίζει τη δική μου εορτολογική αναφορά —θα έπρεπε να το είχες καταλάβει γιατί τόσο η αγαπημένη σου Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath) όσο και η Μπάρμπαρα Κρούγκερ (Barbara Kruger) που είδα στο ΠΚΙΣΝ (SNFCC), εκκίνησαν την πορεία τους από τις σελίδες του περιοδικού Mademoiselle.

Κατά τη συνάντησή μας, επέλεξα να μην προχωρήσω σε διευκρινίσεις ή διορθώσεις προς αποφυγή οποιασδήποτε πρόκλησης αμηχανίας. Παρά το γεγονός ότι δεν βρισκόμουν σε αναζήτηση, ούτε είχα την ανάγκη, κάποιου βοηθού μεταφραστή ή διαμεσολαβητή για το έργο του Νανσύ, επέλεξα να μην ανακόψω τη ροή της συνομιλίας μας, επιτρέποντας και στους δυο μας να «σχηματίσουμε εικόνα», καθώς στεκόμασταν στο κατηφορικό πεζοδρόμιο στη συμβολή των οδών Φειδίου και Μπενάκη, ελάχιστα λεπτά προτού σημάνει μεσάνυχτα.

Ας μην επαναληφθεί, γιατί θα σε τσιγκλήσω.


H Μαρία Κόντα είναι ακαδημαϊκός