Της Μαρίας Κόντα
Τι σημαίνει ότι τα παράδοξα, οι ασθένειες και η στρεβλή σχέση που έχει η Αμερική με την Ευρώπη βρίσκονται στην πραγματικότητα στο ίδιο το επίπεδο της σκέψης; Αυτό είναι το επιχείρημα του Αμερική. Η ταραγμένης ήπειρος της σκέψης, το βιβλίο της διάσημης Εβραίας φιλοσόφου και φίλης μου, Αβιτάλ Ρονέλ. Συνδυάζοντας την καθομιλουμένη με την αφηρημένη γλώσσα της φιλοσοφίας, τη γερμανική με την αμερικανική σκέψη, η Ρονέλ κάνει κάτι παράτολμο και γι´αυτό μοναδικό: η Αμερική προκαλεί τη φιλοσοφία από ένα σημείο όπου η ίδια της η ιστορία επιβεβαιώνει τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της ίδιας της φιλοσοφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, νομίζω, και η πρόσφατη ταινία του Εβραίου Τζος Σάφντι, Marty Supreme, με πρωταγωνιστή τον Τιμοτέ Σαλαμέ, θέλει να μας διασκεδάσει. Το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης είναι έμπειρος στη φιλοσοφική και ψυχαναλυτική ορολογία ή τουλάχιστον έχει διαβάσει Ζακ Ντεριντά και Σίγκμουντ Φρόϋντ και λιγότερο Πλάτωνα, [“το αναχρονιστικό soundtrack του Alphaville “Forever Young” (1984) είναι φαντασματολογία,” “ο Μάρτι καταλήγει να γίνει ο πατέρας του ονείρου του” – και γιατί αυτή η οδυνηρή ωριμότητα να είναι η πραγματική επιτυχία;] ενισχύει ακόμη περισσότερο το επιχείρημά μου.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην περιοχή Λόουερ Ιστ Σάιντ της Νέας Υόρκης του 1952, ακολουθώντας έναν νεαρό Εβραίο καταφερτζή πωλητή παπουτσιών που εμμονικά επιδιώκει να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής επιτραπέζιας αντισφαίρισης. Η πρώτη αναμέτρηση, η πρώτη δοκιμασία του ονείρου, του Μάρτι στο πινγκ πονγκ με τον Ιάπωνα σούπερ σταρ Κότο Έντο (Κότο Καβαγκούτσι) στο Λονδίνο καταλήγει σε καταστροφή. Μέσα από μια σειρά ακροβατικών, σοκ, και ταπεινώσεων, διανθισμένων με φλυαρία απελπισίας, υπερβολική ανάγκη και ναρκισσισμό, και με όλα τα σημαντικά στη ζωή του έτοιμα να πεταχτούν, σαν το κουτί με τις πατενταρισμένες μπάλες του πινγκ πονγκ, από το παράθυρο, ο μικροσκοπικός μας ήρωας ταξιδεύει στην Ιαπωνία, τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, για να δοκιμαστεί για δεύτερη φορά, και κερδίζει οριακά τον Έντο σε ένα “πραγματικό” και όχι στημένο, γιατί θεσμικό, παιχνίδι. Όπως και στα κείμενα του φιλοσόφου Αλέξανδρου Κοζέβ, η Ιαπωνία φιγουράρει εδώ ως ένα τρομερό αντιπαράδειγμα, ένα έθνος-κράτος ικανό να προχωρήσει προς ένα βιώσιμο πολιτικό μέλλον Με έναν αντιδιαμετρικά αντίθετο τρόπο, θυμάμαι τώρα, ότι την 11η Σεπτεμβρίου 2001 ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής είπε: “αυτή η χώρα δοκιμάζεται”. Ξανά, στις 6 Ιανουαρίου 2021, ο πρόεδρος είπε: “αυτή η χώρα δοκιμάζεται.” Τη δεύτερη φορά, η δήλωση δεν φαινόταν να υποστηρίζει ότι η Αμερική είχε περάσει τη δοκιμασία ή ότι είχε κατακτήσει μια περίοδο πρόληψης.
Η ταινία, λοιπόν, δεν αποτελεί βαθύ στοχασμό στο ερώτημα τί είδους φορέας αλήθειας συνδέεται με την υπόσχεση/γλωσσικό ολίσθημα και το όνειρο, και πώς αυτοί οι όροι έχουν επηρεάσει και κατευθύνει ο ένας την πολιτική πορεία του άλλου στον Νέο Κόσμο. Ως θεατές, δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε αν ο Σάφντι, και γι´ αυτό ο Σαλαμέ, γνωρίζει ότι η θέση του ονείρου στην πολιτική προβλημάτισε τον Πλάτωνα, ο οποίος δεν ήθελε να δει τη νυχτερινή ελευθερία για όλους να αναμειγνύεται με μια πολιτική ανατολής, καθαρισμένη και έτοιμη για πολιτική νηφαλιότητα και διαυγή δράση, απαλλαγμένη από ασυνείδητη καταπάτηση, αστάθμητους παράγοντες επιθυμίας και πατροκτόνο παιχνίδι. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, η θέση του ονείρου σε θέματα πολιτικής διαβούλευσης και εκπλήρωσης επιθυμιών παραγκωνίστηκε από διαπραγματευτές, οι οποίοι έθεσαν περιορισμούς στην άτακτη διάχυση των ονείρων και του ασυνείδητου. Ωστόσο, όπως και στην ταινία, η εισβολή της ονειρικής κατάστασης έγινε σημείο διαμάχης, αντίπαλος και πεδίο δοκιμών για μεταφυσικά φορτισμένες αποφάσεις και για την επιβολή κανονιστικών περιορισμών. Ο νόμος του ασυνείδητου, το σθένος δηλαδή, μιας άλλης δύναμης νόμου – θεϊκής, καταστροφικής, ευσεβούς, άτακτης, που υποστήριζε κρυφά θετικές και εξωφρενικές συμπεριφορές μεταξύ των κοιμωμένων στην πόλη, είχε ήδη κίνητρα στην Πολιτεία, αποτελώντας ένα πικρό χάπι για τους νομοθέτες. Η αλήθεια είναι ότι γέλασα με τον Μάρτι να σοκάρει σκόπιμα τους Βρετανούς αθλητικούς δημοσιογράφους με χυδαία, αντισημιτικά αστεία για τον φίλο και συμπαίκτη του, έναν Ουγγρο-Εβραίο επιζώντα στρατοπέδου ονόματι Μπέλα, τον οποίο υποδύεται ο Γκέζα Ρέριγκ (από την ταινία του Λάσλο Νέμες για το Ολοκαύτωμα, “Ο Γιος του Σαούλ.”). Είναι όντως ο χειρότερος εφιάλτης του Χίτλερ…
Η λέξη-κλειδί MAGA (Make America Great Again) μοιράζεται μια παρόμοια παρόρμηση να επικαλείται μια χαμένη πληρότητα, αλλά αναστέλλει την αναφορά και καταρρέει στην υπερανάληψη της αυτο-ταυτιζόμενης θέσης του. Τί ακριβώς διακυβεύεται σε αυτή τη ρητορική επίκληση του μεγαλείου που ανακαλείται; Και πότε ακριβώς, και για ποια διάρκεια, ήταν η Αμερική μεγάλη; – θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τη Μνημοσύνη, στους διαδρόμους της θεωρητικής σκέψης. Ως όνειρο, ναι, ίσως.
Αυτή τη φορά είδα την ταινία με τη νεαρή μου φίλη, τη φαρμακοποιό Ερμίνα Καλφοπούλου. Εκείνη δεν γέλασε. Η επακόλουθη συζήτησή μας στη νυχτερινή Ομόνοια για τη λεπτή, πιο στερεοτυπικά “γυναικεία” εμφάνιση και ημι-παρωδική ανδρική αλαζονεία του χαρακτήρα (και του Σαλαμέ) και όχι τόσο για τον ντοκιμαντερίστικο, ρυτιδιασμένο, μεγεθυντικό, βιωμένο ρεαλισμό των λεσχών αποκάλυψε προσωπικά σε μένα, όχι ως φιλόσοφο, το σκοτεινό υπογάστριο του Αμερικανικού ονείρου και της υπόσχεσής του. Ακόμη της οφείλω, αλλά και στον εαυτό μου, μια σοβαρή εξήγηση σχετικά με τον κατάλογο αναφορών (Citation Index) και τον συντελεστή απήχησης επιστημονικών άρθρων (Impact Factor Number). Εν ολίγοις και άκρως αινιγματικά: γιατί ο άνθρωπος είναι το μόνο ζωντανό πλάσμα που δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί πλήρως στο σώμα του.
