Στη συνείδηση όλων μας είναι ενθρονισμένος ως ο νέος Ποιμενάρχης μας ο Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Αρχιμανδρίτης Παύλος Κίτσος

«Ανοιχτή» επιστολή του δικηγόρου και συγγραφέα Δημήτρη Αποστολίδη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο

Το Σάββατο 29 Ιουλίου 2017, η ιστορική εκκλησία των Φιλίππων έμεινε «ορφανή». Ο επί 43 χρόνια ηγέτης της Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως & Θάσου Προκόπιος «έφυγε» από τη ζωή ενώ κολυμπούσε στη θαλάσσια περιοχή της Καλλιράχης Θάσου, με τον αδόκητο χαμό του να «ενεργοποιεί» όχι μόνον τα αντανακλαστικά των φορέων που έσπευσαν να συλλυπηθούν για την απώλεια αλλά και του απλού κόσμου ο οποίος, μάλιστα, δεν διστάζει να εκφράσει «φωναχτά» την άποψή του για τον διάδοχο του μακαριστού Ποιμενάρχη μας.

Μία από τις πλέον «ηχηρές» παρεμβάσεις έρχεται από τον Δημήτρη Αποστολίδη ο οποίος, με «ανοιχτή» επιστολή του προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο ζητά ευθέως να προτιμηθεί για τη θέση του εκλιπόντος στο «τιμόνι» της τοπικής μας εκκλησίας ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης Παύλος Κίτσος, ο «δικός μας» Πατέρας Παύλος…

Το «ηχηρόν» της παρέμβασης Αποστολίδη έγκειται στο γεγονός ότι ο γνωστός δικηγόρος και συγγραφέας της πόλης μας διατηρούσε μία στενή, υπερ-εικοσαετή φιλία με τον μακαριστό Μητροπολίτη Προκόπιο αλλά και συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη ΦΝΘ. Να σημειωθεί ότι το 2014, ο κ. Αποστολίδης συνέγραψε το βιβλίο «Φίλιπποι. Η Μισγάγγεια των Πολιτισμών», έναν τόμο με ιστορικά στοιχεία για τον ιστορικό και ιερό τόπο των Φιλίππων από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή που πάτησε το πόδι του εκεί ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.

Στην επιστολή του, ο κ. Αποστολίδης ζητά από την Εκκλησία της Ελλάδος και τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο προσωπικά να μην αγνοήσει τη βούληση του ποιμνίου της εκκλησίας των Φιλίππων, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «στη συνείδηση όλων μας είναι ενθρονισμένος ως νέος Ποιμενάρχης μας ο Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Αρχιμανδρίτης Παύλος Κίτσος»! Το σίγουρο είναι, ότι εκφράζει την πλειοψηφία…

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής Αποστολίδη.

«Μακαριώτατε,
Δυστυχώς, ο θρόνος της ιστορικής εκκλησίας των Φιλίππων χήρεψε. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας, σύντομα, θα κληθεί να εκλέξει τον νέο ποιμενάρχη της τοπικής μας εκκλησίας. Κι όπως συνηθίζεται, για άλλη μια φορά, η βούληση της τοπικής κοινωνίας θα μείνει ανέκφραστη κι αδιερεύνητη. Το αξίωμα «φήφω κλήρω και λαού» θα παραμείνει εξακολουθητικά στην ανενεργό μακαριότητα. Αποτελεί, στ’ αλήθεια, τραγικό παράδοξο, ο λαός να αναδεικνύει τους πολιτικούς του ηγέτες και τους αυτοδιοικητικούς του αξιωματούχους και να μην έχει λόγο συμμετοχικής δυνατότητας στην ανάδειξη του πνευματικού του ποιμένα. Διορίζεται ένας ποιμενάρχης –γιατί περί αυτού πρόκειται– με την ίδια αντίληψη εξουσιαστικής διοίκησης που διορίζεται ένας διοικητής στρατιάς ή ένας αστυνομικός διευθυντής. Όμως δεν πρόκειται περί ομοίων. Δεν είναι δυνατόν η Ιεραρχία, η υπέρτατη συλλογική έκφραση της Εκκλησίας, να υποπίπτει σε υπηρεσιακό συμβούλιο. Το τελευταίο διορίζει ή παύει παράγοντες του υπηρεσιακού δημόσιου βίου  και τέτοιος δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ο επίσκοπος. Με άλλα λόγια, δεν μου παρέχεται λόγος ευθύνης στην εκλογή του επισκόπου μου, όταν ο επίσκοπος έχει λόγο στην εκλογή του Αρχιεπισκόπου ή πάλι όταν ο μοναχός της κάθε Μονής έχει ψήφο στην εκλογή του Ηγουμένου του.

Ο αντίλογος πως μέσα από τη συλλογική βούληση της Εκκλησίας εκφράζεται το Άγιο Πνεύμα και άρα η κοινωνική βούληση –ως ασθενέστερη– υποχωρεί, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Η μακροχρόνια πρακτική, δυστυχώς, απέδειξε πως οι προεκλογικές ζυμώσεις, οι συγκερασμοί δυνάμεων και η εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων –όχι κατ’ ανάγκη αθέμιτων– δρουν απαγορευτικά σε οποιαδήποτε συνέργια του Αγίου Πνεύματος. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη κατάδειξης αυτής της αλήθειας. Η ανάδειξη πνευματικών ηγετών μέσα στο πέρασμα των αιώνων, που δεν ήταν απλώς αδόκιμοι αλλά που κατά κυριολεξία δεν τήρησαν καν την απαιτούμενη ευπρέπεια του αρχιερατικού σχήματος, αποτελεί απόδειξη υψηλής πιστότητας πως το Άγιο Πνεύμα, όχι απλώς δεν συμμετέχει, αλλά αντίθετα λυπάται.

Εξ ίσου αλυσιτελές είναι και το προτασσόμενο πως η κατά τον τρόπο αυτό εκλογή επισκόπου αποτελεί μακραίωνα παράδοση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία οφείλει να διατηρήσει τη δογματική της ταυτότητα, να διαφυλάξει τη δέσμη των αξιών της και να υπηρετήσει την παράδοσή της. Ο τρόπος της οργάνωσής της όμως, οφείλει να παρακολουθεί τις δικαιϊκές εξελίξεις και το μεταλλασσόμενο περί Δικαίου αίσθημα.  Αποτελεί άκρατη υποκρισία να αντιλαμβανόμαστε τη δομική διαμόρφωση και λειτουργία της Εκκλησίας ως έκφραση τελειότητας.

Οφείλω να  επισημάνω πως η διαφωνία μου –που δεν είναι μόνο δική μου– αφορά στις συντελούμενες εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη επισκόπων και δεν συνδέεται καθόλου με τα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της διαποίμανσης των τοπικών εκκλησιών. Είχα την τύχη να γνωρίσω αρκετούς από τους επισκόπους των γειτνιαζουσών Μητροπόλεων. Ο καθένας τους είχε το δικό του προσωπικό ηγετικό αποτύπωμα που προσωπικά μου ενέπνευσε μόνον ευγενή αισθήματα. Άλλωστε, και με τον μακαριστό Ποιμενάρχη μου κυρό Προκόπιο συνδεόμουν με προσωπική φιλία μέσα από την οποία εκκολάφθηκε η επί δύο τουλάχιστον δεκαετίες συνεργασία μου με την τοπική μας εκκλησία στους τομείς της Εξωτερικής Ιεραποστολής, της Ορθοδόξου Μαρτυρίας, των σχέσεων της Μητροπόλεώς μας με το Άγιο Όρος και της παροχής της οιασδήποτε νομικής συνδρομής. Ο ίδιος άλλωστε ο Ποιμενάρχης μου με τίμησε ποικιλοτρόπως, αφού κατ’ επανάληψη με όρισε μέλος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και δεν δίστασε να διαλάβει στις εκδόσεις της Μητροπόλεώς μας πολλά από τα συγγράμματά μου και να με καλέσει αρκετές φορές στο βήμα της Πνευματικής Εστίας ως ομιλητή. Είναι αυτονόητο πώς η ίδια διάθεση σεβασμού και συνεργασίας θα υπάρξει από την πλευρά μου και προς τον νέο επίσκοπο που θα εκλεγεί.

Τούτων δοθέντων, εκτιμώ πως η Ιεραρχία θα πρέπει να ψηλαφίσει τη βούληση της εκκλησίας των Φιλίππων, της πλέον ιστορικής εκκλησίας της Ευρώπης. Στη συνείδηση όλων μας είναι ενθρονισμένος ως ο νέος Ποιμενάρχης μας ο Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Αρχιμανδρίτης Παύλος Κίτσος. Δεν πρόκειται απλώς για ενάρετο εκκλησιαστικό άνδρα με πλούσια θεολογική παιδεία και σπάνιο εκκλησιαστικό ήθος. Όσοι τον γνωρίζουμε, έχουμε την ασφαλή και αμετάθετη πεποίθηση πως καταφεύγουμε στη θαλπωρή ενός αγίου. Καβαλιώτης στην καταγωγή, έχει ανατρέψει τη λαϊκή σοφία που δεν επιτρέπει σε κανέναν να αγιάσει στον τόπο του. Ο π. Παύλος βιώνει μια άγια ζωή μέσα στην ταπείνωση, την αγάπη, την ηρεμία του ασκητή και την εύλαλη σιωπή. Είμαι βέβαιος πως οι περισσότεροι από τους Ιεράρχες μπορεί να μην τον  γνωρίζουν καν! Έτσι συμβαίνει όμως με όλους τους ταπεινούς που αθόρυβα διακονούν μέσα στην Εκκλησία. Αποστρέφονται και την προβολή και τη δημοσιότητα. Έτσι ακριβώς λειτουργεί και ο π. Παύλος. Όντας επί δεκαετίες μέσα στην πνευματική και οργανωτική κεντρόσφαιρα της τοπικής μας εκκλησίας, αδιάλειπτος παραστάτης του μακαριστού Ποιμενάρχη μας, παρέμεινε και παραμένει σιωπηλός.

Λοιπόν; Όταν η Ιεραρχία κληθεί να εκλέξει, πώς μπορεί να τον αγνοήσει; Πώς μπορεί να τον υπερβεί; Πώς μπορεί να τον αγνοήσει; Δεν είναι απλώς άξιος, είναι ο πλέον άξιος να ηγηθεί της τοπικής μας εκκλησίας.

Δεν έχω καμία προσωπική ένσταση για τα όσα ονόματα, βάσιμα ή αβάσιμα, ακούγονται και γράφονται ως πιθανοί διάδοχοι του μακαριστού Προκοπίου. Δεν τους γνωρίζω καν. Για τους λόγους που εξήγησα, έχω κατάφαση λόγου για τον π. Παύλο. Όταν κληθώ να επιβεβαιώσω την αξιότητά του, με την πανηγυρική –αλλά πάντως τυπική και χωρίς καμία νόμιμη επιρροή– αναφώνηση «άξιος», θα είμαι απόλυτα βέβαιος πως δεν πρόκειται για εθιμική πρακτική, αλλά για ουσιαστική επιβράβευση.

Θα μπορούσα, Μακαριώτατε, να Σας αποστείλω μια κατ’ ιδία επιστολή. Δεν το πράττω συνειδητά. Κι αυτό γιατί η επιστολή αυτή δεν είναι προσωπική μου υπόθεση, αφού διερμηνεύει τη βούληση και την επιθυμία ολόκληρου του ποιμνίου της τοπικής μας Εκκλησίας. Δικό μου καθήκον ήταν να Σας καταστήσω κοινωνό της σφοδρής επιθυμίας του λαού της εκκλησίας των Φιλίππων. Δικό Σας καθήκον είναι να τη διερευνήσετε και να την πραγματώσετε.

Καβάλα, 2 Αυγούστου 2017
Με διακρίνοντα σεβασμό,
Δημήτρης Αποστολίδης
Δικηγόρος

Κεντρική φωτό: Λάσκαρης Τσούτσας